To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

7 Ιουλίου 2010

Παραγωγή, υπερπαραγωγή και κρίση

Πολλά από τα σημειώματα αυτού του ιστολογίου σχετίζονται με την περίφημη "κρίση". Γράφτηκαν σε μια προσπάθεια κατανόησης αυτού του φαινομένου, επειδή η γνώση είναι δύναμη και μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε καλύτερα και τι συμβαίνει γύρω μας αλλά και τι πρόκειται να ακολουθήσει. Σ' αυτό το πλαίσιο, ας προσεγγίσουμε σήμερα το θέμα "κρίση" από μια άλλη σκοπιά.

Είναι φανερό ότι ο πολυδιαφημισμένος "ελεύθερος ή πλήρης ανταγωνισμός" συναντάται σήμερα μόνο στις σελίδες των οικονομικών βιβλίων. Στην πράξη βιώνουμε ένα σύστημα ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού. Μάλιστα, όπως έχουμε ξαναπεί σε τούτο το ιστολόγιο, πολύ συχνά τα ολιγοπώλια (μέσα από διαδικασίες τραστ, καρτέλ κλπ) συμπεριφέρονται ως μονοπώλια ("Κέυνς & Μαρξ: μια συμφωνία"). Σύμφωνα με την Κεϋνσιανή ανάλυση, σε καθεστώς ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού, οι "καμπύλες προσφοράς και ζήτησης" που διδάσκονται στα σχολεία, έχουν διαφορετικό σημείο ισορροπίας απ' ότι σε καθεστώς πλήρους ανταγωνισμού. Τα ολιγοπώλια δεν παράγουν παρά μόνο τα προϊόντα εκείνα από τα οποία προσπορίζονται το μεγαλύτερο κέρδος, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ανάγκες των καταναλωτών. Άλλωστε, σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, ανάγκες μπορούν να δημιουργηθούν και τεχνητά, με την διαφήμιση.

Έτσι, όμως, αυτές οι ξεχωριστές επιχειρήσεις δεν μπορούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων και με απόλυτη ασφάλεια αν όλα τα εμπορεύματα που παράγουν μπορούν να πουληθούν. Ακόμη κι αυτές οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται βάσει συμφωνιών (όπως π.χ. εργοστάσια που παράγουν εξαρτήματα για τα προϊόντα που συναρμολογεί η Φίατ ή η Ζήμενς) μπορούν να διαθέσουν όλη την παραγωγή τους μόνο αν πουληθεί όλο το τελικό προϊόν στους τελικούς καταναλωτές. Δυστυχώς, με το δεδομένο ότι η παραγωγή γίνεται με βασικό γνώμονα το κέρδος κι όχι τις ανάγκες, πολύ συχνά δεν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στην παραγωγή και τις κοινωνικές ανάγκες. Με άλλα λόγια, η παραγωγή αναπτύσσεται άναρχα.

Πολλές φορές, το κίνητρο του κέρδους ωθεί τα ολιγοπώλια να παράγουν σε τομείς ή κλάδους όπου όχι μόνο δεν υπάρχουν ανάγκες αλλά ούτε καν δυνατότητες ανάπτυξης. Αυτή η επιλογή οδηγεί με απόλυτη βεβαιότητα στην αδυναμία πώλησης των παραγομένων προϊόντων αυτών των τομέων ή των κλάδων στην αγορά.

Αυτή η αναρχία στην παραγωγή επεκτείνεται σε όλες τις οικονομικές αναλογίες (και μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων και κλάδων, και μεταξύ διαφορετικών τομέων της οικονομίας) και ανατρέπει την ισορροπία ανάμεσα σε παραγωγή και κατανάλωση. Αρα, η αναρχία στην παραγωγή δημιουργεί μια ανισομέρεια στην ανάπτυξη. Ετσι, π.χ. η παραγωγή σε μια επιχείρηση η οποία κατασκευάζει κινητήρες αυτοκινήτων, μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τις ανάγκες της επιχείρησης που τα συναρμολογεί σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Ακόμα και ολόκληρος κλάδος μπορεί να έχει όγκο παραγωγής μεγαλύτερο απ' όσο απαιτούν οι συνθήκες. Για παράδειγμα, σήμερα η Ελλάδα διαθέτει πολύ περισσότερες κλίνες απ' όσες απαιτεί η τουριστική της κίνηση, με αποτέλεσμα την κρίση υπολειτουργίας πολλών τουριστικών μονάδων.

Ας δούμε τώρα πώς εξελίσσεται η αλυσιδωτή αντίδραση στον ολιγοπωλιακό κόσμο που μας περιβάλλει. Τα ολιγοπώλια παράγουν για το κέρδος και διευρύνουν την παραγωγή τους για ακόμη μεγαλύτερο κέρδος. Η αυξανόμενη παραγωγή εξυπηρετεί την αύξηση του κεφαλαίου. Αλλά, αφού η πώληση των προϊόντων (δηλαδή των αποτελεσμάτων της παραγωγής) γίνεται στην αγορά, όταν η παραγωγή προσκρούει για διάφορους λόγους στο γεγονός ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει κέρδος (δηλαδή, όταν η παραγωγή δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά), η αύξηση της παραγωγής (δηλαδή, η παραγωγή ολοένα και περισσότερων προϊόντων) πρέπει να σταματά. Τα προϊόντα δεν μπορούν να πουληθούν όποτε υπάρχει προσφορά πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες και όποτε δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα από τους καταναλωτές.

Γιατί, όμως, οι καταναλωτές χάνουν την δυνατότητα να αγοράζουν; Αυτό, σε τελευταία ανάλυση, οφείλεται στο γεγονός ότι ταυτόχρονα με την επιδίωξή τους για αύξηση της παραγωγής, τα ολιγοπώλια επιδιώκουν με διάφορους τρόπους να αυξάνουν την κερδοφορία τους με την εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργασίας. Όταν μια επιχείρηση πουλάει τα προϊόντα της με κέρδος 20%, εννοεί ότι έχει προσθέσει 20% σε όλους τους συντελεστές παραγωγής (πρώτες ύλες - κεφάλαια - εργασία). Έτσι, ο καταναλωτής καλείται να καταβάλλει για το τελικό προϊόν, μεταξύ των άλλων, 20% παραπάνω από όσα πήρε όταν εργάστηκε για την παραγωγή του.

Όσο, λοιπόν, η αξία της εργασίας υποτιμάται (με πάγωμα μισθών, με μείωση μεροκάματων ή συντάξεων κλπ), τόσο η υπεραξία της μεγαλώνει και μαζί της αυξάνει και το "καπέλλο" που καλείται να πληρώσει ο τελικός καταναλωτής. Έτσι, περιορίζεται το πραγματικό εισόδημα των καταναλωτών, εμφανίζεται το φαινόμενο αδυναμίας κατανάλωσης και, τελικώς, η μέχρι χτες παραγωγή μετατρέπεται σε υπερπαραγωγή. Όμως, όπως προείπαμε, η υπερπαραγωγή οδηγεί σε διακοπή της παραγωγής. Με μια λέξη: σε κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: