Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Απριλίου 2018

Η κατά Βαρβέρη κατάνυξη

Σήμερα κάνουμε την τελευταία μας στάση σε τούτο το μεγαλοβδομαδιάτικο οδοιπορικό μας στα μονοπάτια τής ποίησης. Ζητώ συγγνώμη που διάλεξα ως τελευταίο σταθμό μας την μελαγχολία τού πρόωρα χαμένου και άδικα άγνωστου στο ευρύ πλήθος Γιάννη Βαρβέρη (αν και δεν είναι η πρώτη φορά που το ιστολόγιο αναφέρεται σ' αυτόν). Όμως, είμαι σίγουρος ότι ο προσεκτικός αναγνώστης θα διαβλέψει την αισιοδοξία που κρύβεται ανάμεσα στους αδυσώπητους βαρβέρειους στίχους. Τα ποιήματα που ακολουθούν περιλαμβάνονται στην συλλογή "Ο άνθρωπος μόνος" και τα αντιγράφω από την συλλογική έκδοση "Γιάννης Βαρβέρης - Ποιήματα, τόμος Β΄, 2001-2013" (Κέδρος, 2013):


Ένα κερί

Αυτό το κερί που άναψα
περαστικός από τον οίκο Σου
δεν είναι η προσευχή μου
για να Σε φτάσει εκεί ψηλά
δεν είναι οι παρακλήσεις μου
ούτε βεβαίως καμιά ελπίδα
που εναπέθεσα σε Σένα.
Η καθαρότητα της ύλης του
δε συμβολίζει το ακηλίδωτο
της πρόθεσής μου
και η μαλακή του υφή
καθόλου δεν υπόσχεται
την εύπλαστη μεταστροφή μου
στη μετάνοια
όπως οι αλληγορίες εγγράμματων πιστών Σου
ξέρουν να τυλίγουν.
Μπορεί να μοιάζει μ' όλα τ' άλλα
όμως αυτό
ανάφτηκε για να Σου πει
πως ευτυχώς
στέκομαι εδώ αβοήθητος
και πως ακόμα
όσο μπορώ
θα λάμπω.


Καθώς πλησιάζει η ώρα

Λένε πως πλησιάζει η ώρα
κι ίσως νά 'ναι αλήθεια.
Ποιός όμως πρέπει να κριθεί;
Μήπως κι εμείς που ζήσαμε
μόνο με το άκουσμα των πρώτων Σου θαυμάτων;
Εκείνους μόνο γιάτρεψες
για να πιστέψει τώρα ο κόσμος
των υγειών σε Σένα.
Εκείνους μόνο
γιατί εμείς που ακολουθήσαμε
στρατιές στρατιών
ανάπηροι της Ιστορίας
ζήσαμε
άλλοι μέσα στις μάταιες προσευχές
κι άλλοι μέσα στον πόνο απεγνωσμένοι.
Ουδέτερος ελεήμων σαν ελπίδα ωχρή
μας άφησες να σε αντικαταστήσουμε:
Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.


Εσπερινός της Αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυό
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά που πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις -
θέλουν πολύ για να υποκύψουν
οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θά 'πρεπε κάπως νά 'χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ' απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;


Κάπου εδώ, το ιστολόγιο χαμηλώνει την φωνή του, σβήνει τα φώτα και απέρχεται, για να σας αφήσει να περάσετε τούτες τις μέρες όπως θέλετε, δίχως να σας ενοχλεί. Ίσως σας στείλει μια καλημέρα το Σάββατο, ίσα για να μη νιώσει τον φόβο πως θα περάσει το Πάσχα μονάχο σ' ένα παγκάκι, ίσα για να δείξει ότι μπορεί ακόμα να λάμπει... Ίσως πάλι, όχι...

4 Απριλίου 2018

Η κατά Χριστιανόπουλο Μαγδαληνή

Μετά την ανθρώπινη "Μάνα του Χριστού", για την οποία μας μίλησε χτες ο Βάρναλης, σήμερα θα ακούσουμε τον Ντίνο Χριστιανόπουλο να μας μιλάει για μια άλλη ανθρώπινη, γήινη Μαρία. Από την πρώτη του ποιητική συλλογή "Εποχή των ισχνών αγελάδων" (εκδόσεις Κοχλίας, 1950), διαλέγω το ποίημα "Μαγδαληνή" και αφήνω τον μεγάλο σαλονικιό ποιητή να μας μιλήσει για τον έρωτα με τον δικό του, συγκινητικό τρόπο.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ως βιβλιοθηκονόμος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1958)

Μαγδαληνή

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του·
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες·
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι
κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ’ αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,
μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.

Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του·
κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν, θά 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν ότι ηγάπησαν πολύ.

Κάρολος Τζίζεκ, Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Ντίνος Χριστιανόπουλος (Χαλκιδική, 1976)

3 Απριλίου 2018

Η κατά Βάρναλη Μάνα του Χριστού

Επόμενος σταθμός στο μεγαλοβδομαδιάτικο ποιητικό μας περιδιάβασμα, το "Φως που καίει", του Κώστα Βάρναλη. Δεν χρειάστηκε να ξοδέψω πολύ χρόνο για να αποφασίσω ποιο κομμάτι να επιλέξω, ανάμεσα στα πολλά ποιήματα που έχει γράψει ο Βάρναλης για την μεγάλη εβδομάδα. Μπορεί να μη με εκπλήσσει πλέον η στιχουργική άνεση και η κοφτερή σαν ξυράφι γλώσσα του αλλά εξακολουθώ να θαυμάζω ανυπόκριτα τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα του: η κατά Βάρναλη "Μάνα του Χριστού" είναι ίσως η πιο ανθρώπινη της λογοτεχνίας μας. Αντιγράφω από την συγκεντρωτική έκδοση "Κώστας Βάρναλης: Άπαντα τα ποιητικά 1904-1975" (Κέδρος, 2014):


Η Μάνα του Χριστού

Κώστας Βάρναλης - Αίγινα, 1931
Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο και πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ' εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ' έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ' άλλα σου αδέλφια να σ' είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ' από μίση!

Ενα κόκκινο σπίτι σ' αυλή με πηγάδι...
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι αμ' ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν’ ανασαίνει βαθιά τ' όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν' αρχίσει.

Κι ο κατόχρονος θάνατος θά 'φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θά 'φηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ' αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ' αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει σαν της παίρνουν το τέκνο η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ' αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Μάριος Βάρβογλης
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ' όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ' άγνωμα πλήθη
κι όσο η γήλιος να πέσει και νά 'ρθει το δείλι,
το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ' οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
σα ρωτήσανε: "Ποιος ο Χριστός;", τί πες "Νά 'μαι";
Αχ, δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια, παιδί μου, δε σ' έμαθ' ακόμα!

2 Απριλίου 2018

Το κατά Καρούζο Πάσχα

Εδώ και χρόνια, το ιστολόγιο συνηθίζει κατά τις ημέρες τού μεγαλοβδόμαδου να αφήνει παράμερα τα συνήθη κείμενά του και να καταφεύγει στα λυτρωτικά νάματα της ποίησης. Μη περιμένετε να ακούσετε μια καλή δικαιολογία για τούτη την συνήθεια. Άλλωστε, δεν χρειάζεται δικαιολογία για να ασχοληθεί κανείς με την ποίηση...

Για σήμερα, μεγάλη Δευτέρα, διάλεξα τρία ποιήματα του Νίκου Καρούζου, από τον συγκεντρωτικό τόμο "Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα" (εκδόσεις Ίκαρος, 2014), οποίος περιλαμβάνει ποιήματα που ο ποιητής δεν συμπεριέλαβε σε καμμιά από τις εκδοθείσες συλλογές του. Αν και ο Καρούζος έχει γράψει αρκετά ποιήματα με θέμα το μεγαλοβδόμαδο και την ανάσταση, διάλεξα αυτά τα τρία επειδή έχουν στον τίτλο τους την λέξη Πάσχα:


Πάσχα των πιστών

Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν.
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ' εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: "Θα χαθούμε"
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.
 
 
 
Πάσχα 1981 (στην μικρή μου φίλη Μαρία Γιαγιάννου)
 
Ν᾽ ακούς αμέριμνη τον αγέρα
            να ταιριάζεις καημούς
αδράχοντας την αντικειμενικότητα.
Όταν θα απολαμβάνεις από ελικόπτερο
            τον Επιτάφιο
να βλέπεις λιγάκι και για μένα.
Σε μια κοινωνία βλαστημένου σοσιαλισμού
            με όλη πια την ομορφιά σαν
                        Θεοτόκο
σου εύχομαι εκατομμύρια χρώματα.
 
 
 
Πάσχα 1987 (στον Ίκαρο Μπαμπασάκη)
 
Λαμπρύνομαι ως άτομο μα όχι
            στην ολότητα· η λάμψη όμως
εκπηγάζει από κείνη των ψυχών
            τη σύναξη
που διαφεντεύει γαλαζοπράσινο.
Αποφεύγω τα μηνύματα
κι αποφεύγω τ' αυτοκίνητα.
Είμαι διαβάτης· επιβάλλομαι
            στην κίνηση.

13 Μαρτίου 2018

Μέσα στο κελί...

[Σήμερα, όπως κάθε φορά που ενσκήπτει σοβαρή υποχρέωση, το ιστολόγιο καταφεύγει στην ποίηση για να γεμίσει το κενό και να προσφέρει στον τακτικό αναγνώστη του ένα αντίδωρο. Τούτη την φορά διαλέγουμε δυο από τα ποιήματα που έγραψε ο Αλέξανδρος Παναγούλης μέσα στο κελί της φυλακής.]
 


Αγωνίες


Αν χτυπήσουν την πόρτα, μην ανοίξεις.
Όσο και να χτυπούν.
Πρέπει να πιστέψουν πως το σπίτι
είναι αδειανό.
Δεν θα τη σπάσουν. Μη φοβάσαι.
Αν τὴ σπάσουν,
θα ξέρουμε πως μας πρόδωσαν.
Ούτε κι εγώ το πιστεύω.
Ναι, θα πυροβολήσω αν μπούνε.
Εσύ δοκίμασε να φύγεις.
Θα μπορέσεις.
Για μας θά 'ναι. Τόση ώρα
τριγυρίζουν το σπίτι.
Κοίταξε απ' τ' άλλο παραθύρι.
Μα πρόσεχε.
Ναι, βλέπω. Χτυπάνε απέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ακούς; Φασαρία; Τι να γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Είναι γέρος.
Τον χτυπάνε τα σκυλιά.
Άτιμοι.
Πόσους θα πιάσετε; Θα μείνουν
όσοι χρειάζονται και περσότεροι.
Θα μείνουν και δεν θα σταυρώσουν
τα χέρια.

Οριάννα Φαλάτσι, Αλέξανδρος Παναγούλης

Η μπογιά

Ζωντάνεψα τους τοίχους,
φωνή τους έδωσα,
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε
πού βρήκα τη μπογιά.
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού.
Όμως μπογιά δε βρήκαν.
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν.


[Αλέξανδρος Παναγούλης, από την συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα, εκδόσεις Παπαζήση, 2010]

8 Φεβρουαρίου 2018

Το κατά Σουρή καρναβάλι

[Επειδή σήμερα είναι Τσικνοπέμπτη και το ιστολόγιο έχει σημαντικώτερα πράγματα να κάνει από το να κόβει και να ράβει, παραχωρεί το βήμα του στον Γεώργιο Σουρή, ο οποίος θα σας κρατήσει συντροφιά με δυο ποιήματά του όσο εγώ θα λείπω σε... δουλειές!]


Καρναβάλι
[Περιοδικό "Μη χάνεσαι", 3/2/1882]

Τι θέλει ο λαός αυτός, ο αποβλακωμένος,
που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι
κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;
Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει
Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,
ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

Ποτέ τους κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει
κι αν κάποτε με τ' όνομα του κλέφτη τους στολίζει,
όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,
και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.
Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,
να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στειλιάρι.

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,
να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,
αλλ' όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα....
δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.
Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,
τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα,
για δέτε κι έναν απ' εδώ με μια κοντή βελάδα,
για δέτε κι άλλον απ' εκεί με ψεύτικη καμπούρα...
Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;
Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,
μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την... αηδία.




Είσοδος του μεγάλου μασκαρο-Καρνάβαλου
[Εφημερίδα "Ρωμηός", 27/1/1901]

Περιούσιε λαέ μου, που προς χάριν μου βροντάς,
θεονήστικος χορεύεις, θεονήστικος γλεντάς.
Δείχνεις πάλι τόσο κέφι...
πού στο διάβολο το βρίσκεις!...
ο λιμός σε καλοτρέφει
κι έχεις μάγουλα παιδίσκης.

Περιούσιε λαέ μου, την κακή μου, την κακή σου...
κάθε τόσο τσαμπουνάς
πως λιμώττεις και πεινάς,
κι όμως δίνεις για τα γλέντια και το τρύπιο το βρακί σου.

Περιούσιε λαέ μου, λες πως πάσχεις ολοένα,
κι όμως χάνεσαι για μένα,
κι ενώ σκούζεις κουρελής,
με γενναίας προσφοράς
και μ' εράνους δαψιλείς
βγαίνεις πρώτος μασκαράς.

Ω λαέ των κωφαλάλων,
που συχνά παραπονείσαι,
μόνο για των Καρναβάλων
τους θριάμβους συγκινείσαι.

Ξεφωνίζεις πως σε ρεύουν, πως των φόρων σ' έχουν σκλάβο,
μα πού βρίσκεις τους παράδες
για να κάνεις μασκαράδες
δεν μπορώ να καταλάβω.

13 Νοεμβρίου 2017

Επίλογος

Επειδή σήμερα οι υποχρεώσεις μου δεν επιτρέπουν την δημοσίευση κανονικού κειμένου, προσφεύγω στον μεγάλο μας ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, ζητώντας του να καλύψει το κενό. Τελικά, ένα μικρό μόνο απόσπασμα από το θαυμάσιο ποίημά του Επίλογος αρκεί για να καλύψει ο,τιδήποτε...

Αη-Στράτης, 1951. Ο εξόριστος Τάσος Λειβαδίτης
με την σύζυγό του Μαρία και την κόρη του Βάσω.

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τι περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.
Πού να πάω…
Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιός σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν
Αλλά μια μέρα δεν άντεξα…
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δεν στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.
Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι
Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά...
Τι έχετε, μου λένε.

Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν
μ  αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν' ακουμπήσω
μια μικρή ανεμώνη.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου,
ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη.
Έτσι ξέχασα να ζήσω.

Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.

Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τα όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μάς αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Φυσάει απόψε, φυσάει,

τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε, φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δωσ' μου το χέρι σου, φυσάει,
δωσ' μου το χέρι σου…


[Τάσος Λειβαδίτης, Επίλογος (απόσπασμα) - Από την συλλογή "Ανακάλυψη". Η αντιγραφή έγινε από τον δεύτερο τόμο της εξαντλημένης τρίτομης συγκεντρωτικής έκδοσης "Τάσος Λειβαδίτης - Ποίηση", Κέδρος, 1978. Το έργο επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Μετρονόμος.]

17 Μαΐου 2017

"Βιογραφία"

[Όπως σε κάθε απεργία, έτσι και σήμερα το ιστολόγιο περιορίζεται σε ένα αντίδωρο ποίησης. Σήμερα το αντίδωρό μας λέγεται Βιογραφία και το παίρνουμε ευλαβικά από το χέρι τού Τάσου Λειβαδίτη.]



"Πρέπει, οπωσδήποτε, ν' αλλάξω ζωή, αλλοιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτή την άθλια καθημερινότητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ λιγώτερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις - μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το μεγάλο
όπως ονειρευόμουν από παιδί..."

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδυ με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια πέθανε.


[Αντιγραφή από την τρίτομη συλλογή: Τάσος Λειβαδίτης, "Ποίηση", τόμος 1, Κέδρος, 12η έκδοση, 2009. Η συλλογή κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Μετρονόμος.] 

"Συμφωνία αρ. 1" (αποσπάσματα)
 

13 Απριλίου 2017

Ο Τζακ και ο Θανάσης

Πριν διηγηθώ την σημερινή μου ιστορία, πρέπει να πω δυο λόγια για έναν από τους πρωταγωνιστές της, ο οποίος είναι άγνωστος στους πολλούς. Ο λόγος για τον Θεοδόση Άθα. Ο Άθας γεννήθηκε στις 14/1/1936 στο Νεστόριο και μεγάλωσε στην Καστοριά, όπου έβγαλε και το Γυμνάσιο. Μόλις αποφοίτησε, έφυγε για το Λυν τής Μασσαχουσέττης, όπου βρισκόταν ήδη ο πατέρας του. Σπούδασε μεν φυσική και μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης αλλά πολύ σύντομα τον κέρδισε η ποίηση. Εκτός από τα ποιήματα που έγραψε ο ίδιος, μετέφρασε στα ελληνικά πλήθος ποιημάτων πολλών πολιτειακών ποιητών ενώ, παράλληλα, διατηρούσε εκπομπή φιλολογικού περιεχομένου στον ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό τής Νέας Υόρκης.

Το 1971, ο Γιώργος Ζαμπέτας βρέθηκε στις ΗΠΑ, στα πλαίσια μιας σειράς εμφανίσεών του που άφησε εποχή στην ομογένεια. Ο Άθας δεν έχασε την ευκαιρία και κάλεσε τον Ζαμπέτα για μια ζωντανή συνέντευξη στην εκπομπή του. Μια χαρά πήγε η συνέντευξη, συμπάθησε τον νεαρό ο Ζαμπέτας, παίρνει θάρρος ο Άθας. "Κύριε Ζαμπέτα, ξέρετε, γράφω κι εγώ στίχους". Κουμπώνεται ο Ζαμπέτας, που ξέρει ότι όσοι μιλάνε ελληνικά γίνονται και στιχουργοί. "Να σας τους δώσω να τους δείτε κι άμα σας αρέσουν, κάντε τους τραγούδια" - "Να τους δω".

Νέα Υόρκη, 1971: Ο Θεοδόσης Άθας συνομιλεί με τον Γιώργο Ζαμπέτα "στον αέρα".

Την άλλη μέρα το πρωί, νάσου ο Άθας στο ξενοδοχείο με έναν φάκελλο υπό μάλης. Ανοίγει τα χαρτιά ο Ζαμπέτας και πλακώνεται η καρδιά του από την μαυρίλα. Τι "ήρθανε να με πάρουνε οι πεθαμένοι φίλοι", τι "πες μου χάρε τι συμβαίνει, τι έχουν πάθει οι πεθαμένοι και γλεντούν ρωμέϊκα", τι "έχουν σταυρούς αμέτρητους οι ράχες του χωριού μου για χωριανούς που λείπουν", τι "η κόρη, που της γνέθανε για τα προικιά της, πέθανε"... Πού να ξέρει ο δόλιος ο Γιώργος ότι η ποίηση του Άθα είναι συνυφασμένη με τον θάνατο; Πάντως, του άρεσαν τα κομμάτια. Και πιο πολύ απ' όλα του άρεσε ένα κομμάτι που μίλαγε για έναν άστεγο, τον Τζακ Ο' Χάρα, που πέθανε από το κρύο.

Ο Τζακ ήταν γνωστός στους νεοϋρκέζους. Δεν ενοχλούσε κανέναν. Κοιμόταν όπου εύρισκε και ζούσε από την ελεημοσύνη των περαστικών. Κι αν κάποτε βρισκόταν με δυο δεκάρες παραπάνω στην τσέπη, δεν δίσταζε να τις ξοδέψει στο πιοτό. Εκεί, στον δρόμο, τον βρήκε χειμώνα καιρό ο θάνατος, θαμμένο στο χιόνι. Ο θάνατός του έγινε θέμα συζήτησης στην πόλη, καθώς άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιός πρέπει να αναλάβει την διαδικασία και το κόστος ταφής ενός άπορου; Ο φουκαράς ο Τζακ έπρεπε να μείνει κάμποσες ώρες στην "κατάψυξη" του χιονιού ώσπου να βρεθεί απάντηση.

Ο Ζαμπέτας κράτησε τους στίχους του Άθα κι έφτιαξε έξι τραγούδια, τα οποία συμπεριέλαβε σε δυο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 1972, το "Λεωφόρος Ζαμπέτα" και το "Περιπέτειες". Στο δεύτερο βρίσκεται και ο "Τζακ Ο' Χάρα":
Ο Τζακ Ο’ Χάρα ήταν φτωχός και τόνε ξέραν όλοι
κι εγώ κι εσύ κι ο παρακεί, αγγέλοι και διαβόλοι.
Ο Τζακ Ο’ Χάρα ήταν μπεκρής, χρυσή καρδιά, άδεια τσέπη
κι ήρθε ο χειμώνας ο μακρύς κι ο Τζακ δεν είχε σκέπη.
Μια νύχτα χιόνισε πάρα πολύ και βγήκαν οι γειτόνοι
για να φτυαρίσουν το πρωί και βρήκαν μες στο χιόνι
της γειτονιάς το φρόκαλο, τον Τζακ Ο’ Χάρα κόκαλο.

Στέλνουν χαμπέρι στο γιατρό από ενδιαφέρον.
"Τρέξε γιατρέ μου, το και το, τον χάνουμε το γέρο".
Μα ο γιατρός κάνει νερά γιατί δεν έχει τυχερά.
Ο θάνατος είν’ έξοδο κι ο Τζακ σε αδιέξοδο.
Σαν κάναν το καθήκον τους, ήσυχοι πια οι γειτόνοι
γυρίσανε στο σπίτι τους κι αφήσανε στο χιόνι
της γειτονιάς το φρόκαλο, τον Τζακ Ο’ Χάρα κόκαλο.
Πριν φύγει για τις ΗΠΑ, ο Ζαμπέτας τραγούδαγε στα Δειλινά, που τότε βρίσκονταν στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί είχε γνωριστεί με έναν φανατικό του θαυμαστή, ο οποίος ήταν ο τακτικώτερος θαμώνας. Γνωστός γλεντζές ο Θανάσης Ευστρατιάδης, είχε φιλίες και με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη αλλά για τον Ζαμπέτα έδινε ρέστα. "Α, ρε Ζαμπέτα", του έλεγε, "νά 'ξερες από πού έρχομαι για να δω το κάδρο σου". Αλλά κι ο Ζαμπέτας τον τιμούσε αναλόγως. Με το που ανέβαινε στο πάλκο, κοίταζε γύρω του και φώναζε: "Πού 'σαι Θανάση;". Και σαν τον έβλεπε, τού 'σκαγε ένα χαμόγελο και γύρναγε στην ορχήστρα: "Εντάξει, εδώ είναι, αρχίζουμε".

Κάπου στα 1968, ο Θανάσης πέθανε. Ο Ζαμπέτας συνέχισε να τον αναζητά, φωνάζοντας κάθε βράδυ "πού 'σαι Θανάση;" δίχως να παίρνει απάντηση. Ενώ βρισκόταν στις ΗΠΑ, πληροφορήθηκε τον θάνατο του Θανάση ο μεγάλος στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης (γνωστός ως "Τσάντας", επειδή πάντοτε κυκλοφορούσε με μια τσάντα γεμάτη στίχους), πάνω σε μια κουβέντα με τον Όμηρο Ευστρατιάδη. Παρ' ότι εκείνη την εποχή ο Βασιλειάδης βρισκόταν στα τελευταία του, έγραψε ένα τραγούδι για τον Θανάση και το άφησε στην γυναίκα του, την Άννα. "Αυτό να το δώσεις του Γιώργου όταν γυρίσει", της είπε συναισθανόμενος το τέλος του.

Σπανιώτατη φωτογραφία τού Μάνου Χατζιδάκι να παίζει κιθάρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Τον συνοδεύουν με τα μπουζούκια τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τον Γιώργο Ζαμπέτα.

Όταν τέλειωσε ο Ζαμπέτας με την τουρνέ στις ΗΠΑ, πήγε στο Λονδίνο. Εκεί τον παίρνουν τηλέφωνο τα παιδιά του. "Μπαμπά πέθανε ο κύριος Βασιλειάδης". Ξερός ο Γιώργος. Μια και δυο, τα μαζεύει, γυρίζει στην Αθήνα και πάει να συλλυπηθεί την χήρα. "Σου άφησε αυτό το τραγουδάκι", του λέει εκείνη και του δίνει το χαρτί. Διπλή η συγκίνηση. Το "Πού 'σαι Θανάση;" μπήκε στο άλμπουμ "Μάλιστα Κύριε", του 1973:
Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά όλες τις συνοικίες,
δε θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες.
Είχα έναν παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει,
σ’ ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση.


Εκεί θα βρω της νιότης μου τα φίνα, τα ωραία,
το Μάνθο, τον Θεμιστοκλή και την παλιά παρέα.
Δίπλα θα καθίσουμε σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ' ακούσουμε γλυκιά πενιά να παίζει.
Πού 'σαι Θανάση... Πού 'σαι Θανάση...
Ήθελα να σ’ αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει.
Επίλογος. Ο Θεοδόσης Άθας έφυγε στα 37 του χρόνια, το 1973, νικημένος από τον καρκίνο. "Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είχε προβλέψει τον θάνατό του, μίλαγε με τον χάρο", σχολίασε συγκινημένος ο Ζαμπέτας, όταν πήρε το χαμπέρι. Όσο για τον "Θανάση", κάποιοι λένε ότι ο Ζαμπέτας είχε μάθει τον θάνατό του και παράγγειλε ο ίδιος στον Τσάντα να γράψει ένα σχετικό τραγούδι, παρ' ότι αυτή η εκδοχή δεν εξηγεί το γιατί ο Βασιλειάδης φύλαγε στο συρτάρι του 2-3 χρόνια τους στίχους. Λεπτομέρειες χωρίς ιδιαίτερη σημασία, έτσι κι αλλιώς...

12 Απριλίου 2017

Κάποτε στην Δραπετσώνα...

Σήμερα θα γυρίσουμε ακόμα πιο πίσω τον χρόνο. Κάπου στα τέλη τής δεκαετίας τού '50. Είναι η εποχή που ο Καραμανλής προσπαθεί να μας κάνει "ευρωπαίους", προωθώντας την περίφημη -και αμφιλεγόμενη- αντιπαροχή (θεσμοθετημένη από την εποχή τού Παπάγου). Ήδη οι πρώτες μονοκατοικίες έχουν παραδώσει την θέση τους σε πολυκατοικίες, παραδίδοντας μαζί και τα κηπάκια τους αλλά και την φτώχεια που υποδήλωναν έκδηλα οι χωματόπλιθες, οι τσίγκοι και ο ασβέστης.

Χρόνια μετά, ανάμεσα σε τόσες άλλες κατηγορίες, ο Καραμανλής αντιμετώπισε και την κατηγορία ότι ο θεσμός τής αντιπαροχής εξαφάνισε το λαϊκό χρώμα από την πρωτεύουσα και την γέμισε με ψυχρά και αντιαισθητικά τσιμεντένια κλουβιά. Η αλήθεια είναι ότι σ' εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια είναι πολλοί εκείνοι που εγκαταλείπουν τα χωριά και τα χωράφια τους κι έρχονται στην Αθήνα ψάχνοντας μια δουλειά για να επιβιώσουν. Από την μια, είναι η φτώχεια μιας ρημαγμένης από την κατοχή και τον εμφύλιο επαρχίας, καθώς τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ καταλήγουν στις τσέπες ολίγων (υπολογίζεται ότι το 94% των χρημάτων τής περίφημης "αμερικανικής βοήθειας" φαγώθηκε από μια χούφτα λαμόγια και μόνο το 6% διατέθηκε για να ξαναστηθεί η χώρα στα πόδια της). Από την άλλη, είναι το κυνηγητό που έχει εξαπολυθεί σ' όλη την χώρα, τόσο από το κράτος όσο και από το παρακράτος, κατά των κομμουνιστών αλλά και κατά των "συμπαθούντων". Προκειμένου να αμυνθεί στην κατηγορία, ο Καραμανλής υποστηρίζει ότι η αντιπαροχή ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί στέγη για όλον αυτό τον κόσμο που μαζευόταν στην πρωτεύουσα, παραβλέποντας την ρίζα τού προβλήματος, δηλαδή τα αίτια της ραγδαία αυξανόμενης αστυφιλίας.

Ασύρματος (Ατταλιώτικα), 1961. Η "γραφικωτέρα αθλιότης" της περιοχής ενέπνευσε τον Αλέκο Αλεξανδράκη
να γυρίσει εκεί την δεύτερη και τελευταία ταινία του ως σκηνοθέτης, την "Συνοικία, το όνειρο".

Όμως, ενώ οι μπουλντόζες κάνουν θραύση παντού, υπάρχουν κάποιοι που αρνούνται να δώσουν τα σπίτια τους για πολυκατοικίες. Η "ζημιά" που κάνουν όλοι αυτοί οι ξεροκέφαλοι είναι μεγάλη, επειδή μια πολυκατοικία χτίζεται συνήθως σε χώρο που καταλαμβάνουν δυο, τρεις, ενίοτε δε και περισσότερες μονοκατοικίες, οπότε η άρνηση ενός ιδιοκτήτη δημιουργεί πρόβλημα στους γείτονες. Και τέτοιοι ξεροκέφαλοι υπάρχουν πολλοί, ειδικά στην "άλλη Αθήνα", δηλαδή στις περιοχές όπου μένει η εργατιά και η φτωχολογιά: Αιγάλεω, Ασύρματος, Γκάζι, Δραπετσώνα, Καισαριανή, Καλλιθέα, Κερατσίνι, Κολωνός, Κορυδαλλός, Λιόσια, Μενίδι, Μεταξουργείο, Μοσχάτο, Μπραχάμι, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Πέραμα, Περιστέρι, Πετρούπολη, Ρέντης, Σούρμενα, Ταύρος, Ψυρρή...

Σε μερικές απ' αυτές τις περιοχές υπάρχει συμπαγής πληθυσμός προσφυγικής καταγωγής, ο οποίος, σχεδόν στο σύνολό του, πρόσκειται στην ΕΔΑ (Ασύρματος, Δουργούτι, Δραπετσώνα, Ταύρος, Χαροκόπου κλπ). Εκεί παρεμβαίνει το κράτος, με πρόσχημα την παροχή στέγης αλλά με βασικό στόχο να διαλύσει αυτές τις συμπαγείς πληθυσμιακές ενότητες. Το κρατικό πλάνο είναι απλό: κατεδάφιση των προσφυγικών οικίσκων και μεταστέγαση των κατοίκων με ταυτόχρονο διασκορπισμό τους:
Οι πρώτες φαμίλιες πήραν διαμερίσματα σε λαϊκές πολυκατοικίες στον Ταύρο. Εμείς ήμασταν πιό τυχεροί, μας έπεσε οικόπεδο στην Άνω Νέα Σμύρνη (...) Ο συνοικισμός μας σαν ένα τεράστιο δέντρο, μέρα με την μέρα χάνει τα κλαριά του (...) οι γείτονες χάνονται, οι φίλοι χάνονται, τα παιδιά αραιώνουν, το βουητό αργοσκεπάζει τη θλίψη (...) Πέρασαν χρόνια από τότε. Οπου και να πάω ο συνοικισμός μ’ ακολουθεί (...) Διαμόρφωσε την συνείδησή μου, τη σκέψη μου, την ταξική μου έκφραση και θωριά, γιατί ήταν το ίδιο το είναι μου, η ίδια η ψυχή μου. (*).

Δραπετσώνα, 1960.
Εκεί που βρήκε τον διάβολό του το κράτος ήταν η Δραπετσώνα, όπου, ενωμένοι σαν μια γροθιά, οι κάτοικοι αρνούνται να εγκαταλείψουν τα χαμόσπιτά τους. Το 1960, η κυβέρνηση Καραμανλή εξαγγέλλει με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα "εξυγίανσης και αποκατάστασης προσφύγων" της περιοχής, το οποίο περιλαμβάνει μεταστέγαση των κατοίκων και ανέγερση πολυκατοικιών στην θέση των παραγκόσπιτων. Σχεδόν αμέσως, οι κάτοικοι βγαίνουν στους δρόμους, με το σύνθημα "επί τόπου αυτοστέγαση για όλους". Κατά βάση, δηλαδή, δεν διαφωνούν με το γκρέμισμα των σπιτιών τους και το χτίσιμο πολυκατοικιών αλλά απαιτούν να παραμείνουν ο καθένας εκεί όπου μένει. Όμως, αυτή η απαίτησή τους σήμαινε ότι θα έμεναν αλώβητες η χωρική κατανομή τους και η κοινωνική συνοχή τους, δηλαδή αυτά ακριβώς τα στοιχεία που ήθελε να διαλύσει η κυβέρνηση.

Οι κινητοποιήσεις γίνονται όλο και πιο μαζικές, όλο και πιο δυνατές. Ο τύπος κάνει πλέον λόγο για τον "πόλεμο της παράγκας". Οι συμπλοκές των κατοίκων με τους αστυνομικούς, που προσπαθούν να προστατέψουν και να διευκολύνουν τους εργολάβους στην υλοποίηση του προγράμματος είναι συχνές και βίαιες. Αποκορύφωμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η εισβολή χιλίων αστυνομικών στις 14 Νοεμβρίου 1960, προκειμένου να διώξουν τους κατοίκους με την βία ώστε να προχωρήσουν οι κατεδαφίσεις (**). Τα γεγονότα καλύπτει για λογαριασμό της "Αυγής" ένας εικοσιοχτάχρονος δημοσιογράφος, ο Γιάννης Θεοδωράκης.

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης συναντιέται με τον αδελφό του, τον Μίκη. Φυσικά, η Δραπετσώνα γίνεται το κύριο θέμα τής κουβέντας τους. Ξαφνικά, ο Γιάννης καρφώνει τον Μίκη με το βλέμμα. "Αν έγραφες ένα τραγούδι για την Δραπετσώνα...". Ο Μίκης ζωήρεψε. "Θα το κάνω".

Κάποια από τις επόμενες μέρες, ο Μίκης οδηγεί στην Πατησίων, πηγαίνοντας στην Κολούμπια, στην Ριζούπολη. Πήχτρα ο δρόμος αλλά ο Μίκης στριφογυρίζει στο μυαλό του την ιδέα μιας μελωδίας για την Δραπετσώνα. Με το που φτάνει έξω από το θέατρο Καλουτά, του έρχεται η επιφοίτηση. Έτσι όπως βρίσκεται στην μέση του δρόμου, καρφώνει το φρένο και βγάζει από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα του για να γράψει το μοτίβο που τού 'ρθε στο μυαλό πριν το ξεχάσει. Πού να προλάβει να σταματήσει ο φουκαράς που ερχόταν από πίσω; Γκαπ! Απτόητος ο Μίκης συνεχίζει το γράψιμο. Έξαλλος ο από πίσω, βγαίνει βλαστημώντας από τ' αμάξι του για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Μίκης στην κοσμάρα του. Ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει.

Το ίδιο βράδυ, τηλεφωνεί στον φίλο του, τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. "Τάσο, έγραψα ένα κομμάτι για την Δραπετσώνα και θέλω να τ' ακούσεις για να βάλεις τους στίχους"  - "Να τ' ακούσω. Πότε;" - "Τώρα". Κι έτσι, όπως μιλάνε στο τηλέφωνο, αρχίζει να του τραγουδάει την μελωδία. Ο Λειβαδίτης εκστασιάζεται. "Ξαναπέστο". Το ξαναλέει. "Άστο". Την άλλη μέρα, ο Λειβαδίτης είχε έτοιμους τους στίχους και ήταν η σειρά τού Μίκη να εκστασιαστεί. Δυο μέρες αργότερα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα έμπαινε στο στούντιο για να ηχογραφήσει την "Δραπετσώνα", με συνοδεία τον Μανώλη Χιώτη, που θα έκανε δεύτερη φωνή και θα έπαιζε μπουζούκι:
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός,
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός.
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά,
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το `δερνε ο αγέρας κι η βροχή,
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά,
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά,
κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά,
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας,
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.
Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Το τραγούδι βγήκε σε σαρανταπεντάρι, ως φλιπσάιντ ενός άλλου μεγάλου τραγουδιού σε στίχους Λειβαδίτη, του πασίγνωστου "Μάνα μου και Παναγιά" (από την ταινία "Ο Γολγοθάς μια αθώας"). Λόγω του Χιώτη, το δισκάκι ξαναγράφεται αμέσως, με την Μαίρη Λίντα στην ερμηνεία (***). Και τα δυο τραγούδια εντάχθηκαν στον κύκλο τραγουδιών τού Μίκη Θεοδωράκη "Πολιτεία".

Επίλογος. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν κατάφερε να κάμψει το φρόνημα των κατοίκων της Δραπετσώνας, οι οποίοι συνέχισαν για χρόνια την αντίστασή τους. Την ολοκληρωτική κατεδάφιση του συνοικισμού και τον διασκορπισμό των κατοίκων του θα τον κατάφερνε τελικά η χούντα, με την βοήθεια του στρατού. Οι τελευταίες παράγκες γκρεμίστηκαν το 1970. Ο Μίκης θα επισκεπτόταν την περιοχή το 2001, μαζί τον υπουργό ΠεΧωΔε Κώστα Λαλιώτη και τον πασόκο δήμαρχο Κώστα Χρονόπουλο, εκθειάζοντας την "Νέα" Δραπετσώνα και δικαιώνοντας όλους εμάς για τους οποίους ο Μίκης έπαψε να υπάρχει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980...


-----------------------------------------
(*) Βασίλης Λιόγκαρης, "Συνοικισμός Χαροκόπου", Σύγχρονη Εποχή, 1998
(**) Δείτε στο http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2013/11/MaxhParagkas.html φωτογραφικό υλικό και περισσότερα ιστορικά στοιχεία.
(***) Το 45άρι με τον Μπιθικώτση έχει κωδικό "His Master's Voice - 2792" κι εκείνο με την Λίντα "His Master's Voice - 2793".

11 Απριλίου 2017

Έξι χρόνια χωρίς το κόκκινο μαντήλι

Ήταν μια μέρα σαν ετούτες που διανύουμε τώρα, πριν έξι χρόνια. 17 Απρίλη 2011. Κυριακή των Βαΐων. Στις παρέες συζητούσαμε ακόμα για τον Μανώλη Ρασούλη, που μας είχε αφήσει έναν μήνα νωρίτερα, όταν ήρθε το καινούργιο, χειρότερο χαμπέρι, πάλι από την Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος Παπάζογλου είχε φύγει στα 63 του χρόνια για να συναντήσει τον φίλο και συνεργάτη του.

Εκείνη την ημέρα, ο Παπάζογλου πέθανε τυπικά, για ληξιαρχικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι ουσιαστικά είχε πεθάνει δυο χρόνια νωρίτερα, στις 9 Μαΐου 2009, όταν οικονομικά προβλήματα τον ανάγκασαν να κλείσει το "Αγροτικόν", το στούντιο που είχε φτιάξει ο ίδιος. Ο ίδιος έκανε και τις παραγωγές, βάζοντας στα βινύλια την ένδειξη "Παραγωγή: Στρογγυλοί δίσκοι" και σήμα ένα... κουλούρι Θεσσαλονίκης. Πριν το κλείσει, πρότεινε στην πολιτεία να της το χαρίσει και να το λειτουργήσει εκείνη ως μουσικό σχολείο και ως χώρο εκπαίδευσης νέων μουσικών. Η προσφορά του απορρίφθηκε και ο Νίκος αναγκάστηκε να πετάξει τα πάντα στην ανακύκλωση. Δεν θα συνερχόταν ποτέ απ' αυτή την στενοχώρια. Λίγο καιρό αργότερα διαγνώστηκε ο καρκίνος...

Olympians, 1967: Ο τραγουδιστής τού συγκροτήματος Πασχάλης Αρβανιτίδης υπηρετεί την θητεία του
στο ναυτικό και τον αναπληρώνει για έναν ολόκληρο χρόνο ο 19χρονος Νίκος Παπάζογλου.

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω τον χρόνο. Το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος συλλαμβάνει την ιδέα να φτιάξει έναν δίσκο-αχταρμά, με πολλά ετερόκλητα στοιχεία. Ο Νιόνιος θέλει έναν δίσκο που θα εκφράζει το ιδεολογικό και πολιτιστικό κιτς τής εποχής, γι' αυτό και του δίνει τον τίτλο "Η εκδίκηση της γυφτιάς". Για να τον φτιάξει, μαζεύει τον λυρικό και εστέτ Νίκο Ξυδάκη, τον θεότρελλο Μανώλη Ρασούλη, τον αυτοδίδακτο μπουζουκτσή Νίκο Παππά (με το παρατσούκλι "Κακούργος"!), τον δικηγόρο Τάκη Σιμωτά, ο οποίος γράφει στίχους (δικό του το "Ραγίζει απόψε η καρδιά..."), τον πολύ καλό μπουζουκτσή Δημήτρη Κοντογιάννη, που έχει και καλή λαϊκή φωνή και κάμποσους άλλους ακόμη. Ανάμεσα στους άλλους είναι κι ένας τριαντάρης σαλονικιός, που έχει από χρόνια γοητεύσει τον Σαββόπουλο με την φωνή του, ως μέλος των "Μακεδονομάχων": ο Νίκος Παπάζογλου.

Όταν βλέπει την σύνθεση της ομάδας ο Ρασούλης, βάζει τα γέλια κι αρχίζει το δούλεμα του Ξυδάκη. Τόσα μπουζούκια και λαϊκές φωνές γύρω αλλά ο συνθέτης να γράφει με πιάνο; Ο Ξυδάκης πεισμώνει και κλείνεται σπίτι του όλο το βράδυ. Μέχρι να ξημερώσει, θα έχει σκαρώσει στο πιάνο την μουσική για ένα λαϊκό κομμάτι. Όταν το ακούει ο Ρασούλης, υποκλίνεται και πέφτει με τα μούτρα να γράψει τους στίχους. Έτσι γεννήθηκε η "Τρελλή κι αδέσποτη", το τραγούδι που ανοίγει την "Εκδίκηση της γυφτιάς". Σαββόπουλος και Ρασούλης συμφωνούν να το τραγουδήσει ο Παπάζογλου. Είναι η πρώτη φορά που ακούγεται σε δίσκο η φωνή τού "Παπάζη".


Όταν ο Νίκος πήγαινε σχολείο, η μητέρα του του έδινε καθημερινά ένα καθαρό, λευκό μαντήλι. Το ίδιο έκαναν οι μανάδες όλων των παιδιών. Αυτό το μαντήλι έγινε αφορμή να κάνει ο Νίκος την πρώτη του "επανάσταση", όταν κάποια στιγμή αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν σε κοπάδι. Έτσι, βρήκε ένα κόκκινο μαντήλι και, όταν έφευγε από το σπίτι, αντικαθιστούσε με αυτό το λευκό τής μητέρας του. Αυτό το κόκκινο μαντήλι έμελλε να γίνει το "σήμα κατατεθέν" του ως το τέλος της ζωής του.

Στα μικράτα του, επειδή το σχολείο ήταν μακρυά κι έπρεπε να πάρει λεωφορείο, τον συνόδευε η αδελφή του. Ένα πρωινό που έβρεχε καταρρακτωδώς, ο οδηγός του λεωφορείου έχασε τον έλεγχο κι έπεσε στην στάση, σκοτώνοντας την αδελφή του. Όπως είναι λογικό, αυτό το περιστατικό σημάδεψε τον μικρό. Πολλά χρόνια αργότερα θα έγραφε ένα τραγούδι στην μνήμη της, που θα περιλαμβανόταν στο άλμπουμ του "Μέσω νεφών", το οποίο κυκλοφόρησε το 1986. Ήταν το "Φύσηξε ο Βαρδάρης" και ήταν αδύνατο να το τραγουδήσει δίχως να δακρύσει:
Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε,
ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας.
Βγήκα μια βόλτα και μπροστά της βρέθηκα.
Στάθηκα κι απόμεινα κοιτώντας.

Φλόγες ζωηρές που τρεμοπαίζουνε
τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα.
Στη στάση πέρα δώθε σπινθηρίζουνε
τα δυο της μάτια, κάρβουνα αναμμένα.

Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου,
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο
κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα
κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.
Οι θρυλικοί "Μακεδονομάχοι" της Θεσσαλονίκης. Διαλύθηκαν το 1971 με αστυνομική διαταγή. Από αριστερά:
Λεωνίδας Σταματιάδης (ντραμς), Γιάννης Καντζός, Θοδωρής Παπαντίνας (κιθάρες), Νίκος Παπάζογλου (τραγούδι).

Στις αρχές Μαΐου 1978 η Θεσσαλονίκη αρχίζει να δοκιμάζεται από έντονη σεισμική δραστηριότητα. Οι σεισμοί είναι συνεχείς και κάποιοι απ' αυτούς αρκετά ισχυροί, που φτάνουν τα 5,8 ρίχτερ. Ο κύριος σεισμός χτυπάει την πόλη στις 20 Ιουνίου, με 6,5 βαθμούς από βάθος δέκα χιλιομέτρων μόλις και είναι καταστροφικός, με 49 νεκρούς και τεράστιες ζημιές. Ο Παπάζογλου έχει γίνει ήδη χαζομπαμπάς και ανησυχεί για την κόρη του, την Αδελαΐδα. Έτσι, πείθει την γυναίκα του, την Βαρβάρα, να πάρει το μωρό και να πάει να μείνει λίγους μήνες σε κάποιους συγγενείς τους στις ΗΠΑ, ώσπου να τελειώσουν οι σεισμοί.

Με το που μπαίνει ο Αύγουστος, ο Σαββόπουλος τον καλεί να περάσει μαζί του λίγες μέρες στο Πήλιο. Ο Παπάζογλου δέχεται την πρόσκληση. Το κακό είναι ότι ο Νιόνιος έχει μεγάλη παρέα κι ανάμεσα στην παρέα βρίσκεται και μια κοπέλλα, την οποία ο Νίκος ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Το πιθανώτερο είναι πως πρόκειται για έναν ακόμη απ' αυτούς τους καλοκαιρινούς έρωτες που σβήνουν μόλις φτάσει το φθινόπωρο αλλά ο Παπάζογλου υποφέρει, καθώς δε μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την γυναίκα του και την κόρη του. Για να γλιτώσει από το καμίνι που τον καίει, αποφασίζει να φύγει. Επιστρέφει στην Θεσσαλονίκη και δίνει διέξοδο στο πάθος του με τον τρόπο που ξέρει καλά: σκαρώνει στίχους.

Εκεί, πάνω στο σβήσε-γράψε, μπαίνει στο στούντιο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και τον κάνει τσακωτό. "Τραγούδι γράφεις;" - "Ναι" - "Δώσε μου να δω". Ο Χριστιανόπουλος ρίχνει μια ματιά και καρφώνει τον Παπάζογλου με το βλέμμα. "Αυτό δεν είναι τραγούδι, είναι ποίημα" - "Έχω και την μουσική έτοιμη, βρε Ντίνο" - "Να μου το τραγουδήσεις τότε, να τ' ακούσω". Καθώς ο Παπάζογλου τραγουδάει, ο Χριστιανόπουλος παρακολουθεί με προσοχή. "Αν ξεφορτωθείς τις εύκολες ρίμες, σαν το 'έκταση-έξαψη', θα γίνει αριστούργημα", σχολιάζει μόλις ο Νίκος τελειώνει το τραγούδι.

1986: Μόλις έχει ολοκληρωθεί η ηχογράφηση του "Πότε Βούδας, πότε Κούδας". Νίκος Παπαζόγλου,
Μανώλης Ρασούλης, Πέτρος Βαγιόπουλος και Αντώνης Βαρδής (παραγωγός) ακούνε το αποτέλεσμα.

Ο Παπαζόγλου, προβληματισμένος από το σχόλιο του Χριστιανόπουλου, θα κρατήσει το τραγούδι στο συρτάρι του και θα το δουλέψει για δυο ολόκληρα χρόνια. Τελικά, το κομμάτι θα βγει στο φως μέσα από το άλμπουμ "Χαράτσι", το οποίο κυκλοφόρησε το 1984. Χαλάλι η πολύχρονη αναμονή, μιας και ο "Αύγουστος" έμελλε να γίνει η ιδανική μουσική έκφραση των ανεκπλήρωτων ερώτων:
Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό;
Με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε.
Φυλάξου για το τέλος, θα μου πεις

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος.
Λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος.
"Κουράγιο, θα περάσει", θα μου πεις.

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά,
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου, χιλιάδες φιλιά,
διαμάντια, που απλόχερα μου χάριζε;
Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε;
Από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως,
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που τό 'χει δει;

Μεσ' στο βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει, συννεφιάζει, αναδιπλώνεται.
Μα, σαν πέφτει η νύχτα, πλημμυρίζει με φως,
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή.

30 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των ποιητών - 4. Οι σκωπτικοί

Χριστούγεννα (Γεώργιος Σουρής)
Γεώργιος Σουρής

Το σπήλαιο, Χριστέ, κοιτώ
και γονατίζω και ρωτώ:
Γιατί και πριν στη φάτνη σου
να γεννηθείς ακόμα,
κι ανθρώπου λάβεις σώμα,
όσοι φανήκαν άνθρωποι
γεννήθηκαν σ’ αχούρια
και σε παλάτια λαμπερά
τα ξέστρωτα γαϊδούρια;

Γιατί να κρύβεται, Χριστέ,
στου κόσμου τα φιλιά
φαρμακωμένος πόλεμος
και κιτρινιάρης φθόνος;
Γιατί και του προδρόμου σου
Σωκράτη τη σπηλιά
οι σήμερον σωκρατικοί
εκόπρισαν αφθόνως;

Γιατί, Χριστέ, στον κόσμο σου,
και πάντοτε και τώρα,
ίσα να μη μοιράζονται
των αγαθών τα δώρα,
κι άλλοι να τρώνε κάπονες
πεντέμισυ λιτρών,
κι άλλοι να βλέπουν χάσκοντες
εκείνους που τους τρων;

Κι άλλα πολλά ρωτήματα
ποθώ, Χριστέ, να κάνω,
μα κι εκ της γης καμιά φωνή,
αλλ’ ούτε κι από πάνω.
Και τραγουδώ μ’ ελιάς κλαδί,
στο βογγητό του πόνου:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα,
πρώτη γιορτή του χρόνου!

Εις των αλόγων άλλοτε
την φάτνην εγεννήθη
Μεσσίας λογικότατος,
τυφλά φωτίσας πλήθη,
στη φάτνη δε των λογικών,
που λέγεται Βουλή,
Μεσσίαι δίχως λογικά
γεννήθηκαν πολλοί.



Χριστούγεννα (Μικέλης Άβλιχος)
Μικέλης Άβλιχος

Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
χωρίς της Επιστήμης συνδρομή·
η θεία Φύσις κάνει για μαμμή
κι ο δράκος, σαν αρνί, θεός κοιμάται.

Αύριον, άντρας, σα ληστής κρεμάται -
νέα του κόσμου θέλει οικοδομή.
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή -
πλην άγιο φως στον τάφο του πλανάται.

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικός σας
αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
που εκήρυξε για νόμο του τη χάρη.

Εσάς τιμή σας μόνη το στιχάρι.
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
κι είν’ ο Θεός σας, σαν κι εσάς, μιαρός!

---------------------------------------------------------------
Σημειώσεις:

(α) Στην κεντρική φωτογραφία (στύλοι Ολυμπίου Διός, 1888), ο περίφημος "Κύκλος της Εστίας". Όρθιοι από αριστερά: Ιωάννης Ψυχάρης, Δημήτριος Κακλαμάνος, Γεώργιος Κασδόνης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Γρηγόριος Ξενόπουλος. Καθήμενοι από αριστερά: Θεόδωρος Βελλιανίτης,, Νικόλαος Πολίτης, Στέφανος Στεφάνου, Μίκιος Λάμπρου, Γεώργιος Σουρής, Εμμανουήλ Ροΐδης, Εμμανουήλ Λυκούδης. Το ποίημα του Σουρή αντέγραψα από την τετράτομη έκδοση "Γεώργιος Σουρής: Άπαντα" (Συλλεκτικές Εκδόσεις Σύμπαν, 2009)

(β) Ο ληξουριώτης σατιρικός ποιητής Μικέλης Άβλιχος (1844-1917) υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη την διάρκεια της ζωής του τις αναρχικές και αθεϊστικές του ιδέες. Αν και εκτός Κεφαλλονιάς η αξία του αναγνωρίστηκε, η τοπική κοινωνία τον απομόνωσε επειδή τα καυστικά του σονέτα ενοχλούσαν την εκκλησία και τους πλουσίους . Το ποίημα το οποίο δημοσιεύω εδώ, το βρήκα στον ιστότοπο του Γιώργου Σαραντάκου
.

29 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των ποιητών - 3. Τάσος Λειβαδίτης

Παραμονή Χριστουγέννων
ΑηΣτράτης, 1951
Με την γυναίκα του και την κόρη του
Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ' εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ' τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας - ένας
ακούει τ' όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ' τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ' άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει -- αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ' ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ' αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ' ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ' ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ' το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.


Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ' άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα - όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.

Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
- Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ' το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ' άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ' ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ' το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ' άστρα πίσω απ' την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
- Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ' η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.
[από την συλλογή "Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο", 1956]

ΑηΣτράτης, 1951: Με το βιβλίο στο χέρι και τον Γιάννη Ρίτσο δίπλα του

----------------------------------------------------
Σημείωση: Ο ποιητής Τάσος (Αναστάσιος-Παντελεήμων) Λειβαδίτης (1922-1988) είναι αδελφός του ηθοποιού Αλέκου Λειβαδίτη. Η έντονη πολιτική δράση που ανέπτυξε στον χώρο της αριστεράς, του κόστισε μια τετραετία (1947-1951) στις εξορίες και στις φυλακές. Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε το 1950, στην Μακρόνησο. Η αντιγραφή έγινε από την τρίτομη συλλογή όλων των ποιημάτων του "Τάσος Λειβαδίτης: Ποίηση", η οποία κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις "Κέδρος" και έχει εξαντληθεί (ευτυχώς για τους εραστές τής ποίησης, ξανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Μετρονόμος").

28 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των ποιητών - 2. Ζωή Καρέλλη

Το ταξίδι των μάγων
Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.
Η Ζωή Καρέλλη με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο (Θεσσαλονίκη, 1959)
Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

[από την συλλογή "Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα", 1955]

Αίθουσα "Παρνασσός" - Απονομή κρατικών λογοτεχνικών βραβείων 1955-1956. Από αριστερά: Γιώργος Θεοτοκάς,
Κλέων Παράσχος, Πέτρος Χάρης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ζωή Καρέλλη, Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος (υπ. παιδείας),
Τατιάνα Μιλλιέξ, Νικηφόρος Βρεττάκος, Τάσος Αθανασιάδης, Χρυσός Ευελπίδης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος.
--------------------------------------------
Σημείωση: Η θεσσαλονικιά ποιήτρια, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια και θεατρική συγγραφέας Ζωή Καρέλλη (1901-1998 - λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Χρυσούλας Αργυριάδου) ήταν αδελφή τού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Για το έργο της τιμήθηκε κατ' επανάληψη τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το 1982 έγινε η πρώτη γυναίκα αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών ενώ το 1995 ο πρόεδρος της δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος της απένειμε το "Μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας". Για την συλλογή από την οποία προέρχεται το παραπάνω ποίημα, το υπουργείο παιδείας της Γαλλίας της έδωσε την διάκριση "Palmes Académiques" το 1956. Εδώ, η αντιγραφή έγινε από το δίτομο έργο "Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη", Οι εκδόσεις των φίλων, 2000 (τρίτη έκδοση).

27 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των ποιητών - 1. Μίλτος Σαχτούρης

[Τούτες τις μέρες, της ραστώνης και των γιορτών, το ιστολόγιο αφήνει για λίγο στην άκρη την συνηθισμένη θεματολογία του και δίνει τον λόγο στην ποίηση. Ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η χρονιά. Ίσως...]


Μίλτος Σαχτούρης, 1943
Χριστούγεννα 1943
Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της.

(από την συλλογή "Η λησμονημένη", 1945)


Χριστούγεννα 1948
Μίλτος Σαχτούρης - Δελφοί, 1957
Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου.
(από την συλλογή "Με το πρόσωπο στον τοίχο", 1952)


Μίλτος Σαχτούρης - Επαμεινώνδας Γονατάς, 1965
Ο νεκρός στις γιορτές
Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χιόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιει τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει (ο νεκρός)
όταν έρθει ο χρόνος
κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα

θα γυρίζουν πάλι. 
(από την συλλογή "Εκτοπλάσματα", 1986)


Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών
Μίλτος Σαχτούρης, 1970 (περ.)
Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.
(από την συλλογή "Καταβύθιση", 1990) 


--------------------------------------------------
[Σημείωση: Όλα τα ποιήματα αντιγράφτηκαν από το "Μίλτος Σαχτούρης: Ποιήματα (1945-1998)", εκδόσεις Κέδρος, 2014]