To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

28 Ιουνίου 2010

Kέυνς & Μαρξ: μια συμφωνία

Κάθε φορά που αποπειρώμαι να ρωτήσω τους γύρω μου τι είναι αυτό που φταίει για τα εξοντωτικά μέτρα που επιβάλλονται σε εργαζομένους, συνταξιούχους και ασφαλισμένους, διαπιστώνω ότι όλοι έχουν πλέον πεισθεί πως ο κύριος φταίχτης είναι "το σπάταλο κράτος με τα χρέη του και τα ελλείμματά του". Είναι όμως έτσι; Ή, μήπως, μια τέτοια αντίληψη είναι λανθασμένη και οφείλεται στην μανιώδη πλύση εγκεφάλου που υφίσταται ο αδαής λαός από τα εξωνημένα Μ(έσα) Μ(αζικής) Ε(ξαπάτησης);

Σάμπως βλέπω τον αναγνώστη να γουρλώνει τα μάτια. "Μα, τις προάλλες, στη σύνοδο κορυφής, οι ηγέτες της Ευρώπης εξέτασαν το θέμα της ενιαίας οικονομικής διακυβέρνησης, υπό το πρίσμα του χρέους και των ελλειμμάτων", θα αντιτείνει. "Ε, και;" θα απαντήσω.

Σιγά μην είναι εκεί το πρόβλημα! Καλέ, ο καπιταλισμός (αν δεν χτυπάει καλά η λέξη στ' αφτιά, πείτε "η δυτική οικονομία" και θα συνεννοηθούμε) από τα γεννοφάσκια του είναι συνυφασμένος με ελλείμματα και χρέη. Έτσι τρέφεται, έτσι πορεύεται. Πότε ο καπιταλισμός νοιάστηκε για την μειωσή τους; Ίσα-ίσα, σύμφωνα με όσα διδαχτήκαμε στο πανεπιστήμιο, οι μονεταριστικές επιλογές δημιουργούν ελλείμματα και οι μονοπωλιακές πρακτικές χρέη. Τι θα κάνουμε τώρα; Θα σκίσουμε τα βιβλία; Ε, όχι! Καλύτερα, να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

Εν αρχή, λοιπόν, είναι η ελεύθερη αγορά (για καπιταλισμό μιλάμε, μη ξεχνιόμαστε). Μόνο που η ελεύθερη αγορά δίχως πραγματική δημοκρατία, γίνεται ο παράδεισος των μονοπωλίων ή -πιο σωστά- των ολιγοπωλίων (παρ' ότι τα ολιγοπώλια, μέσα από τραστ και καρτέλ, συμπεριφέρονται συχνά ως μονοπώλια). Τα βασικά χαρακτηριστικά των ολιγοπωλίων είναι δύο: το πρώτο (σύμφωνα με την κεϋνσιανή ανάλυση) είναι η δρομολόγηση της παραγωγής στις πλέον κερδοφόρες δραστηριότητες και το δεύτερο (σύμφωνα με την μαρξική ανάλυση) η διόγκωση της υπεραξίας της εργασίας. Αξίζει να εξετάσουμε καλύτερα αυτά τα δυο χαρακτηριστικά

Τι σημαίνει "υπεραξία της εργασίας"; Ας θυμηθούμε πρώτα, ότι οι βασικοί συντελεστές κόστους είναι τρεις: πρώτες ύλες, κεφάλαια και εργασία. Υποθέτουμε, τώρα, ότι μια επιχείρηση παράγει προϊόν αξίας 100 ευρώ, με 30 ευρώ κόστος πρώτης ύλης, 20 ευρώ κόστος κεφαλαίων και 50 ευρώ κόστος εργασίας. Η επιχείρηση πουλάει το προϊόν της 140 ευρώ και ισχυρίζεται ότι "βγάζει" 40%. Για να ακριβολογήσουμε, βγάζει 40% από την πρώτη ύλη που χρησιμοποίησε, 40% από τα κεφάλαια που διέθεσε και 40% από τα μεροκάματα που πλήρωσε. Με άλλα λόγια, από την δραστηριότητά της όχι μόνο δεν ζημιώθηκε πληρώνοντας τους εργαζομένους αλλά έβγαλε κι ένα 40% απ' αυτή την εργασία. Να το πάω ανάποδα; Από τα 40 ευρώ κέρδη της επιχείρησης, τα 20 προέρχονται από την "πώληση" της εργασίας του προσωπικού της. Νόμιμον. Ηθικόν; Τέλος πάντων.

Τι σημαίνει, τώρα, "δρομολόγηση της παραγωγής στις πλέον κερδοφόρες δραστηριότητες"; Κατ' αρχήν, άλλο πράγμα το ωφέλιμο και άλλο το κερδοφόρο. Κι αφού εγώ ενδιαφέρομαι για το δεύτερο, δυο πράγματα πρέπει να κάνω: να παραβλέψω το ωφέλιμο και να δημιουργήσω τεχνητή ανάγκη για το κερδοφόρο. Επειδή, όμως, όλοι όσοι μου μοιάζουν κάνουν το ίδιο, δημιουργούμε όλοι μαζί μια υπερπαραγωγή, η οποία είναι αδύνατον να καταναλωθεί. Ο βασικός λόγος αυτής της αδυναμίας είναι ότι από τους καταναλωτές λείπει το κονδύλι που αναφέραμε πρωτύτερα: η υπεραξία της εργασίας τους.

Τι κάνουμε, τώρα, όλοι εμείς που, προσβλέποντας στην υψηλή κερδοφορία, δημιουργήσαμε κρίση υπερπαραγωγής; Τι νόημα έχει να συνεχίσουμε την παραγωγή εφ' όσον δεν υπάρχει αντίστοιχη κατανάλωση; Κι αν δεν συνεχίσουμε την παραγωγή, τι τα κάνουμε τόσα κεφάλαια που έχουμε συσσωρεύσει;

Αυτό το δίλημμα οδηγεί στο επόμενο σκαλί της σκάλας του κακού. Τα συσσωρευμένα κεφάλαια έχουν ανάγκη κίνησης. Κι αφού δεν υπάρχει δυνατότητα πραγματικής κίνησης, αρχίζουν οι τεχνητές κινήσεις: χρηματιστηριακός τζόγος, δομημένα ομόλογα, τοξικά ομόλογα, παράλληλη αγορά (τι όρος, θεέ μου!), συνδυασμένες επενδύσεις κι ένα σωρό άλλα τερτίπια που δεν έχουν καμμιά σχέση με την οικονομία αλλά θυμίζουν μόνο καζίνο και πράσινη τσόχα.

Αυτή η εξέλιξη οδηγεί νομοτελειακά στην σύγκρουση των κεφαλαιοκρατών και την επίπλαστη ομόνοιά τους διαδέχονται τα μαχαίρια. Οι ισορροπίες ανατρέπονται και "όπου πέφτουν καρχαρίες, βγαίνει αίμα στον αφρό" (Μπρεχτ). Το κακό είναι ότι η έλλειψη πραγματικής δημοκρατίας έχει δημιουργήσει άρρηκτους δεσμούς μεταξύ πολιτικών και κεφαλαιοκρατών. Έτσι, τώρα που οι δεύτεροι κινδυνεύουν, οι πρώτοι σπεύδουν αρωγοί και παίρνουν μέτρα στήριξης. Στήριξης του κεφαλαίου, βέβαια, ώστε να αντιμετωπίσει την κρίση ΤΟΥ με τις μικρότερες δυνατές απώλειες.

Ελπίζω ότι η απλουστευμένη ανάλυση που επιχείρησα, έγινε κατανοητή. Είδατε να κάνω πουθενά λόγο για "δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη"; Όχι. Ούτε ο Κέυνς έκανε λόγο γι' αυτά ούτε ο Μαρξ. Σ' αυτό συμφωνούν.

Τελικά, δεν πρέπει να μας στενοχωρεί μια δημοκρατία με έλλειμμα αλλά ένα έλλειμμα δημοκρατίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: