Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Μαρτίου 2019

Αντίστροφη μέτρηση

Έχω από μέρες κατά νου ένα θεματάκι, για το οποίο θέλω από προχτές να γράψω δυο αράδες. Όμως, η φούρια που πέφτει στην δουλειά στα τέλη κάθε μήνα, δεν μου το επέτρεψε. Και σήμερα, που είναι και Παρασκευή και πρωτομηνιά, ποιός έχει διάθεση για μουρμούρα ή για βαθυστόχαστες αναλύσεις; Λέω, λοιπόν, σήμερα να το πάμε με πιο χαλαρή διάθεση και να σας διηγηθώ άλλη μια από εκείνες τις μουσικές ιστορίες που όλοι ξέρετε πόσο μου αρέσουν και που ελπίζω ότι αρέσουν και σε σας.

Τούτη την φορά θα σας ταξιδέψω εκτός Ελλάδος. Θα γυρίσουμε τα ρολόγια μας σαράντα χρόνια πίσω και θα τραβήξουμε βόρεια, ίσαμε την Σουηδία, να πούμε. Κι εκεί, κάπου στην Στοκχόλμη, λίγο μακρύτερα από το κέντρο όπου χαζεύουν οι τουρίστες, στο γραφικό προάστειο Ούπλαντς Βάσμπυ, θα συναντήσουμε έναν ανήσυχο δεκαεξάχρονο, ο οποίος ακούει στο όνομα Γιόακιμ Λάρσσον.

Όπως όλοι οι έφηβοι, ο Γιόακιμ ονειρεύεται μεγαλεία. Παίζει ποδόσφαιρο και χόκεϋ στον πάγο, με σκοπό να γίνει διάσημος είτε στο ένα σπορ είτε στο άλλο, αδιάφορο σε ποιο. Παράλληλα κάνει και καρτ, μιας και δεν θα ήταν άσχημο αν γινόταν πρωταθλητής σε αγώνες ράλλυ. Κι επειδή τα μεγάλα όνειρα είναι επιρρεπή στις μεγάλες απογοητεύσεις, ο Γιόακιμ εγκαταλείπει το όνειρο να γίνει ραλλίστας όταν παίρνει μέρος στο εφηβικό πρωτάθλημα καρτ και τερματίζει μόλις τέταρτος. Ευτυχώς, έχει πού να στρέψει τα ενδιαφέροντά του. Έχει την μουσική.

Ο νεαρός έχει κάνει μαθήματα πιάνου και κλασσικής κιθάρας αλλά η μεγάλη του αγάπη είναι το ροκ. Έχει κόλλημα με τους Thin Lizzy και τους Led Zeppelin και πολύ θα ήθελε να γίνει ο νέος Jimi Hentrix. Τα πρώτα του βήματα είναι τα γνωστά, αυτά που λέμε "της προσκολλήσεως": πλησιάζει τα γκρουπάκια της περιοχής και τα συνοδεύει στις παραστάσεις τους με την κιθάρα ή το μπάσσο του. Γιατί, όμως, το δικό του ταλέντο να προσδίδει φήμη στους κάθε τυχαίους Jet, Blazer ή Roxanne και όχι σε ένα δικό του γκρουπ;

Κάπως έτσι σκεπτόμενος, το 1979 ο δεκαεξάχρονος Λάρσσον στήνει μαζί με τρία φιλαράκια του το γκρουπ Force, κρατώντας για τον εαυτό του την ληντ κιθάρα και τους ρόλους του αρχηγού, του τραγουδιστή και του συνθέτη των κομματιών. Κι επειδή κανείς δεν κάνει μεγάλη καρριέρα με το τόσο κοινό σουηδικό όνομα Γιόακιμ Λάρσσον, το άλλαξε σε Joey Tempest, που θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως "Γλυκειά Θύελλα". Σε μικρό χρονικό διάστημα, ο Joey και η παρέα του έγιναν γνωστοί στην ροκ σκηνή τής Στοκχόλμης. Με μακριές και φουντωτές χαίτες, χαλκάδες στα αφτιά, άφθονη τρέλα και παίζοντας κάτι ανάμεσα σε χέβυ μέταλ και γκλαμ ροκ, απέκτησαν φανατικούς οπαδούς, οι οποίοι γέμιζαν πάντα τους χώρους όπου έπαιζαν.


Κάπου εκεί, η "ψωνάρα" του Joey έγινε αφορμή για μια απρόσμενη επιτυχία. Ήταν αρχές του 1981, όταν ο αρχηγός των Force σκέφτηκε να συνθέσει ένα τζιγκλάκι, ένα σύντομης διάρκειας κομμάτι, το οποίο θα ακουγόταν ηχογραφημένο στην αρχή κάθε παράστασής τους και θα προανάγγελε στους θεατές την είσοδο του γκρουπ στην σκηνή. Έτσι, χρησιμοποιώντας ως πηγή έμπνευσης το "Space Oddity" του Μπάουι, ο Joey έγραψε ένα κομμάτι που θα έκανε την "αντίστροφη μέτρηση" για την επί σκηνής εμφάνιση των Force. Όμως, αυτό το κομμάτι χρησιμοποιήθηκε μόνο για λίγο. Σύντομα αποσύρθηκε, επειδή δεν ταίριαζε με τον μεταλλικό ήχο του γκρουπ.

Την επόμενη χρονιά, το συγκρότημα πήρε μέρος σε ροκ διαγωνισμό της Σουηδίας. Εν όψει αυτού του διαγωνισμού, ο Joey αποφάσισε να αλλάξει το όνομα του γκρουπ από Force σε Europe. Οι Europe νίκησαν στον διαγωνισμό και ως έπαθλο κέρδισαν ένα συμβόλαιο με εταιρεία δίσκων. Αυτό φάνηκε να γίνεται το εφαλτήριο για την επιτυχία που περίμενε ο Joey αλλά η μεγάλη και παγκόσμια φήμη που ονειρευόταν, εξακολουθούσε να μη φαίνεται ούτε με κυάλια.

Πέρασαν άλλα τρία χρόνια απογοήτευσης για τον φιλόδοξο νεαρό. Έχει φτάσει πια το 1985, όταν αποφασίζει να ξαναβγάλει από το συρτάρι του εκείνο το παλιό τζινγκλάκι και να δουλέψει λίγο τους στίχους κάνοντάς το τραγούδι κανονικό. Το αποτέλεσμα δίχασε τα μέλη του γκρουπ, με άλλους να πιστεύουν ότι δεν είναι άσχημο και τους υπόλοιπους να επιμένουν ότι είναι απαράδεκτο. Τελικά, όλοι συμβιβάστηκαν με την ιδέα να το κρατήσουν α λα παλαιά, δηλαδή ως εισαγωγή στις ζωντανές τους εμφανίσεις.

Και τότε ήρθε η μεγάλη έκπληξη, δηλαδή μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην σύγχρονη ιστορία της μουσικής. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, το "Final countdown" έγινε το σήμα κατατεθέν των Europe, σπρώχνοντας την φήμη τού συγκροτήματος στα ύψη και κάνοντάς το γνωστό σε όλον τον κόσμο. Το κομμάτι έγινε Νο 1 όχι μόνο στην Σουηδία αλλά και στην Μεγάλη Βρεττανία και σε 25 χώρες ακόμη, ενώ στις "δύσκολες" στα ευρωπαϊκά ακούσματα ΗΠΑ έφτασε στο Νο 8 των τσαρτ. Στην Γαλλία, το σινγκλ πούλησε πάνω από 900.000 αντίτυπα. Όσο για την Ελλάδα, ποιός από τους κάπως μεγαλύτερους δεν θυμάται ότι αυτό το κομμάτι έγινε ο επίσημος ύμνος τής εθνικής μας ομάδας μπάσκετ στην πορεία της προς την κατάκτηση του Eurobasket του 1987;

Την επόμενη χρονιά, το "Final countdown" κυριάρχησε και στους Ολυμπιακούς της Σεούλ. Και δώδεκα χρόνια αργότερα, ενώ ο πλανήτης υποδεχόταν το millenium, ήταν αυτό το κομμάτι που ακουγόταν σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, για να μετρηθεί αντίστροφα ο ερχομός τής νέας χιλιετίας...

22 Φεβρουαρίου 2019

Κάποτε... στο Πήλιο, στην Αργαλαστή...

Μάλλον έχετε μάθει ότι απόψε ο πολυδισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης τής Virgin Ρίτσαρντ Μπράνσον διοργανώνει "ανθρωπιστική συναυλία" συμπαράστασης στον βενεζουελάνικο λαό, ο οποίος "υποφέρει από την ουτοπία τής σημερινής και της προηγούμενης κυβέρνησης". Η συναυλία γίνεται στην Κουκούτα της Κολομβίας, λίγα χιλιόμετρα από την μεθόριο με την Βενεζουέλα, όπου συγκεντρώνεται η "ανθρωπιστική βοήθεια" που στέλνουν ο Τραμπ και οι ΗΠΑ στον "δημοκράτη" αυτοανακηρυγμένο "πρόεδρο" Χουάν Γκουαϊδό. Ο Μπράνσον λέει ότι περιμένει 300.000 θεατές, για να μαζευτούν λεφτά που θα δοθούν ως βοήθεια στον Γκουαϊδό αλλά μάλλον ο αριθμός αυτός είναι άπιαστος με τους δευτερότριτους καλλιτέχνες που θα συμμετέχουν.

Τις προάλλες, καθώς περιπλανιόμουν στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σ' ένα βιντεάκι που ανέβασε στην σελίδα του στο Twitter ένα ιστορικό μέλος και ιδρυτής τού τεράστιου ροκ συγκροτήματος Pink Floyd, ο μπασίστας του Ρότζερ Γουώτερς. Στο βιντεάκι αυτό ο Γουώτερς κατακεραυνώνει και τον Μπράνσον και την "ανθρωπιστική συναυλία" του. Δείτε το! Κι αν έχετε πρόβλημα με τα αγγλικά σας, δείτε το εδώ με ελληνικούς υπότιτλους. Α! Για όσους δεν το ξέρουν, ας σημειώσω ότι όλες μα όλες οι συναυλίες που έδωσαν οι Pink Floyd, ήταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Ό,τι διαβάσατε ως εδώ δεν είναι παρά ο πρόλογος αυτού που πραγματικά θέλω να σας διηγηθώ σήμερα. Καθώς παρακολουθούσα το παραπάνω βιντεάκι, θυμήθηκα κάτι που μου είχε στείλει πριν έξι μήνες ("για το αρχείο σου", όπως έλεγε) μια από τις παλιές και καλές φίλες τού ιστολογίου. Ήταν μια ιστοριούλα η οποία διαδραματίστηκε πολλά χρόνια πριν, κάπου στο Νότιο Πήλιο, στις ανατολικές ακτές τού Παγασητικού. Μιας και σήμερα είναι Παρασκευή και σκέφτηκα να το πάμε χαλαρά, έψαξα, βρήκα εκείνη την ιστοριούλα και σας την παραθέτω όπως μου την έστειλε η φίλη (με μερικές μικρές επεμβάσεις, κυρίως στην διαμόρφωση του κειμένου). Η ιστορία άρχιζε με μια φωτογραφία-κουίζ: ποιό είναι το αγόρι αριστερά;


4 Ιανουαρίου 1973, Μηλίνα Πηλίου. Σε πάρτυ γενεθλίων νεαρού ή νεαρής της εποχής έχει προσκληθεί ο Τήλμαν Φριτς, γερμανός που έχει μετοικήσει στην περιοχή με την οικογένειά του από το 1968. Εκείνες τις μέρες, φιλοξενεί στο σπίτι του νεαρό βρεττανό, ο οποίος συστήνεται ως μουσικός. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που φίλοι και γνωστοί φιλοξενούνται στο σπίτι του εκκεντρικού αυτού ξένου με τις ακατανόητες για το ντόπιο πληθυσμό δραστηριότητές του.

Ο Τήλμαν γνώρισε πρώτη φορά τον νεαρό το προηγούμενο καλοκαίρι, στο καφενείο τού "Αριστειδάκου", στο Χόρτο. Ήταν ένα ήσυχο καλοκαιρινό πρωϊνό και ένα ζευγάρι ξένων κάθησαν κάτω απ’ το κιόσκι με τα φοινικόφυλλα, μπροστά στη μικρή σκάλα, απολαμβάνοντας τον καφέ. Ο Τήλμαν έτυχε κι αυτός εκεί και, καθ' όσον ήταν ο μόνος που γνώριζε αγγλικά, έγινε η γνωριμία. "Ρότζερ", συστήθηκε ο νεαρός. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, αλλά ήταν η πρώτη του στην περιοχή. Προχωρώντας η συζήτηση, ο Ρότζερ εμπιστεύθηκε στον Τήλμαν ότι είχε μαγευτεί με το μέρος και θα ήθελε να αγοράσει ένα σπίτι κάπου ήσυχα, κοντά στη θάλασσα.
- "Έχεις λεφτά;" ρώτησε ο Τήλμαν.
- "Κάτι έχω", απάντησε αυτός.
- "Τι δουλειά κάνεις;"
- "Παίζω κιθάρα σ' ένα συγκρότημα".
- "Και βγάζεις λεφτά απ' αυτό;" παραξενεύτηκε ο Τήλμαν.

Ο Τήλμαν, γνώριμος ήδη στους ντόπιους και γνώστης της περιοχής, τον πήρε με τη βάρκα του και πήγαν μέχρι τον Κάλαμο [σημ.: το επίνειο της Αργαλαστής], όπου του έδειξε ένα πέτρινο σπίτι πάνω στην παραλία. Είχε σχεδόν πέσει ο ήλιος απέναντι και η παραλία ρουφούσε το φως του δειλινού. Η συμφωνία έκλεισε αμέσως και τις επόμενες μέρες ο Τήλμαν τον βοήθησε και έγιναν τα συμβόλαια. Τότε μαθεύτηκε και το επώνυμό του: Γουώτερς. Όχι ότι έκανε και κάποια ιδιαίτερη εντύπωση πάντως.

Τις επόμενες γιορτές των Χριστουγέννων, λοιπόν, ο Γουώτερς επέστρεψε για να διευθετήσει θέματα διαδικαστικά και, για να ευχαριστήσει τον φίλο του, έφερε μία κασετίνα με διάφορες κασέτες ροκ μουσικής της εποχής. Από μετριοφροσύνη, δεν είχε καμμία με το συγκρότημά του. Μη έχοντας και τίποτα καλύτερο να κάνουν στις 4 Ιανουαρίου του '73 στη Μηλίνα, ο Τήλμαν τον πήρε μαζί του στο πάρτυ, στο σπίτι της Ελένης Αναγνώστου.

Κοιτάζω την φωτογραφία. Ανάμεσά τους, στον τοίχο διακρίνονται τα γράμματα PY BΙ απ’ το HAPPY BIRTHDAY. Σερπαντίνες κρέμονται ανάκατα. Ακριβώς από πάνω τους, το εικονοστάσι με την εικόνα της Παναγίας, σαν να επιπλήττει με γλυκύτητα και αυστηρότητα μαζί κάποιον που είναι δηλωμένος άθεος. Κι οι δυό με βαριά ρούχα ντυμένοι (η θέρμανση θα ήταν το πολύ μια ξυλόσομπα σε κάποιο χώρο), κοιτάνε το φακό με μια αμήχανη χειρονομία, σαν να υποδεικνύουν ποιος έπρεπε να φωτογραφηθεί. Ο Τήλμαν κρατά ένα ποτήρι, ο Γουώτερς μόλις άναψε τσιγάρο. Αναμφισβήτητα το punctum της φωτογραφίας (όπως θα έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ) είναι η κορδέλα στο κεφάλι του Τήλμαν. Σύμβολο-κατάλοιπο της εποχής των χίππις, που έφτασε μέσω του δαιμόνιου κοσμοπολίτη και στην Μηλίνα. Αναρωτιέμαι τι μουσική θα έπαιζε στο κασσετόφωνο. Μάλλον κάποια ιταλικά ποπ της εποχής, ελληνικό ροκ του '60 και, ίσως, το "A casa d’ Ιrene", αργότερα, για τα μπλουζ.

Τον ίδιο τον Γουώτερς και το συγκρότημά του ελάχιστοι θα γνώριζαν τότε στην Ελλάδα, παρ' ότι τον Ιούνιο του 1972 οι Pink Floyd μόλις είχαν κυκλοφορήσει το "Obscured by Clouds", τον έβδομο στην σειρά δίσκο τους και, λογικά, αρχές του '73 ετοιμαζόταν το "The Dark Side of the Moon", ο δίσκος που τους εκτόξευσε και τους καθιέρωσε παγκοσμίως.

Αναρωτιέμαι πώς να κύλησε η βραδιά. Να ήπιανε ουίσκι, κρασί ή ούζο; Με άλλα λόγια, πώς ήταν ένα πάρτυ στην Μηλίνα το 1973, πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πριν ο Πετρίδης αρχίσει το "Ποπ Κλαμπ" στο ραδιόφωνο; Άραγε, ποιοί άλλοι να ήταν τότε στο πάρτυ εκείνο;

Οι δύο άντρες, συνέχισαν έκτοτε να βρίσκονται και ανακάλυψαν ότι τους συνέδεαν πολλά "μοιραία" γεγονότα, ώσπου η σχέση τους διακόπηκε μάλλον άδοξα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...

Ο Γουώτερς έχει αγαπήσει την Ελλάδα κι έρχεται στον Κάλαμο, αν και όχι συχνά πλέον. Ο Τήλμαν, δυσθεώρητος κι αυτός, μοιράζει τη ζωή του μεταξύ Γερμανίας και "Πετράκη" πίσω από τον Αλατά. Τυχερός όποιος γνωρίσει από κοντά τον γοητευτικό τύπο με το θυμοσοφικό πνεύμα και συζητήσει μαζί του για τα νοήματα της ζωής.

Γ. Κονιόρδος 15/11/2013

Υ.Γ.: Κάποια από τα γεγονότα γίναν έτσι, κάποια άλλα κάπως έτσι και κάποια θα μπορούσαν να είχαν γίνει έτσι.

Αριστερά, ο Ρότζερ Γουώτερς στην Μάντισον Σκουέαρ, στις 12/12/2012 - Δεξιά, το σπίτι του στον Κάλαμο

Υστερόγραφο ιστολογίου:
Ο Γουώτερς προσπαθεί να μη τραβάει τα βλέμματα. Όμως, όπως λέει χαμογελαστά, κάποιοι ξέρουν το σπίτι του στον Κάλαμο και πάνε για να ρίξουν μια ματιά από την μάντρα. Σε όποιον τον ρωτήσει, απαντάει: "Ο κύριος Γουώτερς λείπει, εγώ είμαι ο κηπουρός".

18 Μαΐου 2018

Άμστερνταμ

Παρασκευή σήμερα. Καθώς άλλη μια δύσκολη και βαρυφορτωμένη εργάσιμη βδομάδα φτάνει στο τέλος της, δεν έχω καμμιά διάθεση να συνεχίσω στο μοτίβο των προηγούμενων ημερών. Μετά την έκθεση της Ε.Ε. για τις συντάξεις και την έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική οικονομία, είχα κατά νου να σας παρουσιάσω μια άλλη έκθεση της Ε.Ε. σχετικά με την απασχόληση. Όμως, από την μια η κούραση των προηγούμενων ημερών κι από την άλλη οι ζοχάδες που με πιάνουν όποτε βλέπω την λέξη "απασχόληση" να αντικαθιστά την λέξη "εργασία" (αλήθεια, πόσο μακρυά νομίζετε πως είναι η μέρα που η λέξη "εργαζόμενος" θα αντικατασταθεί πλήρως από την λέξη "απασχολήσιμος";), θα αφήσω αυτή την παρουσίαση για την άλλη βδομάδα.

Σήμερα, λοιπόν, λέω να το πάμε χαλαρά και να μιλήσουμε για ένα τραγούδι που έχει μια απρόσμενη ιδιαιτερότητα: έγινε παγκόσμια επιτυχία παρ' ότι δεν ηχογραφήθηκε ποτέ σε οποιοδήποτε στούντιο! Το τραγούδι είναι γραμμένο στα γαλλικά αλλά έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Στα αγγλικά το έχουν πει ο David Bowie, ο John Denver, ο Marc Almond και άλλοι. Στην Γερμανία ξεχωρίζει η ερμηνεία τής "κουρτβαϊλικής" Ute Lemper, στην Φινλανδία το έκανε επιτυχία ο Hector και στην Ελλάδα το έχουν ερμηνεύσει ο Γιώργος Αραπάκης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Μάνος Ξυδούς (όλοι σε μετάφραση του πρώτου). Και για να τελειώνουμε με τους γρίφους, σήμερα μιλάμε για το θρυλικό "Amsterdam" του μεγάλου Jacques Brel.

Ζωρζ Μπρασσένς και Ζακ Μπρελ (1959)

Ο γαλλόφωνος βέλγος Ζακ Μπρελ ήταν ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης, ο οποίος δυστυχώς μας άφησε μόλις στα 49 του χρόνια, το 1978. Ευρύτερα γνωστός είναι ως τραγουδοποιός και τραγουδιστής αλλά υπήρξε και ηθοποιός και σκηνοθέτης και συγγραφέας. Κατά την δεκαετία τού '50 έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στις γαλλόφωνες χώρες και στις αρχές τής επόμενης δεκαετίας η φήμη του είχε απλωθεί και στον υπόλοιπο κόσμο, χάρη στις μεταφρασμένες στα αγγλικά εκτελέσεις των κομματιών του.

Την άνοιξη του 1963, ο Μπρελ αποσύρεται σε ένα ψαροχώρι της Κυανής Ακτής, το Ροκμπρύν Καπ-Μαρτέν, μαζί με την τότε σύντροφό του Συλβί Ριβέ. Ο Μπρελ έχει πάθος με την θάλασσα και η ήσυχη αυτή περιοχή τον εμπνέει. Τα πρωινά, πριν καλά-καλά χαράξει, παίρνει τα χαρτιά του και τα μολύβια του και κάθεται σε ένα βραχάκι στην παραλία, όπου γράφει, σβήνει, ξαναγράφει, σχεδιάζει, δημιουργεί, ονειροπολεί...

Ένα πρωί, ο Φερνάντ, ο τύπος που έχει την ταβέρνα τού χωριού, κατεβαίνει για ψάρεμα. Ψάχνει για σκορπίνες και μουγκριά, απαραίτητα συστατικά μιας σωστής μπουγιαμπέσας. Ο Μπρελ τον βλέπει, τον καλημερίζει και τον καλεί κοντά του. Θέλει να του διαβάσει μερικούς στίχους για να ακούσει την γνώμη του. Ο Φερνάντ ακούει με προσοχή και συγκινείται τόσο ώστε, όταν η ανάγνωση τελειώνει, βάζει τα κλάματα. Ο Μπρελ δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Η συναισθηματική έκρηξη ενός άξεστου χωρικού τον πείθει ότι έχει γράψει κάτι καλό:
Στο λιμάνι τής Άντβερπ υπάρχουν ναυτικοί που τραγουδούν
τα όνειρα που τους κατατρέχουν στ' ανοιχτά
τής Άντβερπ.
Στο λιμάνι
τής Άντβερπ υπάρχουν ναυτικοί που κοιμούνται
σαν λάβαρα στις σκυθρωπές όχθες ποταμών.
Στο λιμάνι
τής Άντβερπ υπάρχουν ναυτικοί που πεθαίνουν
βουτηγμένοι σε μπύρα και σε δράματα στο πρώτο φως της αυγής.
Αλλά στο λιμάνι
τής Άντβερπ υπάρχουν και ναυτικοί που γεννιούνται
μες στην πηχτή ζέστη της αποχαύνωσης των ωκεανών.
.....................................
Στο λιμάνι
τής Άντβερπ υπάρχουν ναυτικοί που πίνουν,
που πίνουν και ξαναπίνουν και πάλι ξαναπίνουν.
Πίνουν στην υγειά των πορνών
τής Άντβερπ,
του Αμβούργου ή όπου αλλού. Τελικά πίνουν
στην υγειά των κυριών που τους δίνουν το όμορφο κορμί τους,
που τους δίνουν την τιμή τους για ένα χρυσό νόμισμα
και, όταν έχουν πιει για τα καλά, στυλώνονται με ψηλά το κεφάλι
φυσάνε τη μύτη τους στ' αστέρια και κατουράνε
όπως εγώ κλαίω πάνω στις άπιστες γυναίκες.
Καθώς ο Μπρελ μελοποιεί το κομμάτι του, διαπιστώνει ότι η φράση "στο λιμάνι τής Άντβερπ" του χαλάει το μέτρο. Λείπει μια συλλαβή. Έτσι, οι ναυτικοί του εγκαταλείπουν το βελγικό λιμάνι της Αμβέρσας και μετακομίζουν βορειότερα, στο ολλανδικό Άμστερνταμ. Βέβαια, το Άμστερνταμ δεν είναι μεγάλο λιμάνι και οι ναυτικοί εκεί δεν θαλασσοπνίγονται όσο εκείνοι της Αμβέρσας αλλά αυτό δεν έχει καθοριστική σημασία μπροστά στην τελειοποίηση της μελωδίας.

Λίγες βδομάδες αργότερα, ο Μπρελ δίνει συναυλία στο θέατρο Ολυμπιά του Παρισιού (η δεύτερή του), όπου παρουσιάζει το νέο του τραγούδι. Το "Amsterdam" γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από το κοινό αλλά η ερμηνεία αυτή δεν καταγράφηκε ποτέ, αφού η συναυλία δεν ηχογραφήθηκε (σε αντίθεση με την πρώτη του 1961). Παρά ταύτα, ο τραγουδοποιός δεν μπαίνει στο στούντιο να το ηχογραφήσει. Περιμένει να μαζέψει υλικό για να εκδώσει ολόκληρο άλμπουμ.

Τζόννυ Χαλλυνταίυ και Ζακ Μπρελ (Κάννες, 1972)

Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μοίρα κάνει τα δικά της παιχνίδια. Την επόμενη χρονιά, στις 16 Οκτωβρίου 1964, ο Μπρελ επιστρέφει στο Ολυμπιά για τρίτη φορά. Ερμηνεύει και πάλι το "Amsterdam", με εντυπωσιακό πάθος και με ένα διαρκώς εντεινόμενο κρεσέντο, το οποίο στο τέλος απογειώνεται και πνίγεται στα ενθουσιώδη χειροκροτήματα ενός παραληρούντος ακροατηρίου. Τούτη την φορά, η συναυλία ηχογραφείται και λίγο αργότερα κυκλοφορεί σε άλμπουμ με τον τίτλο "Enregistrement Public à l'Olympia 1964". Εδώ, σε τούτο το λάιβ άλμπουμ, βρίσκεται η μοναδική ηχογραφημένη εκτέλεση του "Amsterdam" από τον Ζακ Μπρελ. Μοναδική και ανεπανάληπτη. Τόσο ώστε ο Μπρελ να την θεωρήσει αξεπέραστη και να μη θελήσει ποτέ να κυκλοφορήσει το κομμάτι του σε κανονική ηχογράφηση στούντιο.

20 Απριλίου 2018

Λούι Λούι

Σήμερα είναι Παρασκευή και δεν έχουμε βαθυστόχαστα κείμενα. Αντίθετα, λέω να χαλαρώσουμε και να διηγηθούμε την ιστορία ενός διάσημου τραγουδιού, το οποίο οφείλει εν πολλοίς την διασημότητά του στο... FBI! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Λος Άντζελες, 1955. Ο εικοσάχρονος Ρίτσαρντ Μπέρρυ είναι ένας από τους πολλούς άσημους μαύρους μουσικούς, οι οποίοι βγάζουν το ψωμί τους συμμετέχοντας σε κάποιο άσημο γκρουπ που παίζει σε κάποιο άσημο κλαμπ της πόλης. Έχοντας μάθει μουσική με μια φυσαρμόνικα στο σχολείο και με πρώτο όργανό του το γιουκαλίλι, ο Μπέρρυ είναι καταδικασμένος να βρίσκεται στην σκιά, μακρυά από τους προβολείς. Εκείνη την εποχή, συμμετέχει στο συγκρότημα Rick Rillera and the Rhythm Rockers, οι οποίοι παίζουν λάτιν και R&B.


Ανάμεσα στα κομμάτια που παίζει το γκρουπ, βρίσκεται και μια διασκευή τού "El loco cha cha", μιας επιτυχίας τού Ρενέ Τουζέ. Ουσιαστικά, πρόκειται για διασκευή τής διασκευής, αφού ο Τουζέ είχε πάρει το "Amarren al loco" (Δέστε τον τρελό) του κουβανού Ροσέντο Ρουίζ Κεβέδο και του είχε κολλήσει ένα ριφάκι με δέκα νότες. Ο Μπέρρυ έχει φάει κόλλημα με τον ρυθμό και πιάνει μια μουσική ιδέα για ένα καινούργιο κομμάτι πάνω σ' αυτό το ριφ αλλά με αμέτρητους συνειρμούς να κόβουν βόλτα στο μυαλό του. Οι στίχοι που σκέφτεται, θα μιλάνε για έναν τζαμαϊκανό ναύτη, ο οποίος επιστρέφει στο νησί του για να βρει την αγαπημένη του, σαφώς επηρεασμένοι από το "Havana Moon" τού μεγάλου Μπέρρυ, του Τσακ, όπου ένας κουβανός ναύτης πασχίζει να γυρίσει στην Κούβα. Μόνο που στο δικό του κομμάτι η αφήγηση θα γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, όπως ακριβώς κάνει ο Φρανκ Σινάτρα στο "One for my baby (and one more for the road)", ζητώντας από τον μπάρμαν να βάλει "Ένα για το μωρό μου (και άλλο ένα για τον δρόμο)". Κι αφού ο μπάρμαν στο μπαρ όπου συχνάζει ο Μπέρρυ λέγεται Λούι, έτσι θα λέγεται και ο τζαμαϊκανός ναύτης. Και κάπως έτσι γεννιέται το "Louie Louie" (*).

Ο Ρίτσαρντ Μπέρρυ θα περιμένει δυο χρόνια για να ηχογραφήσει το κομμάτι του. Τελικά, το 1957 καταφέρνει να βγάλει ένα σινγκλ στην Flip Records, με συνοδεία ένα φωνητικό γκρουπάκι, τους Pharaohs. Το "Louie Louie" θα μπει στην δεύτερη πλευρά αφού, για να πουλήσει το δισκάκι, μπαίνει μπροστα μια διασκευή του πασίγνωστου "You are my sunshine". Ο Μπέρρυ πάλεψε να προωθήσει το κομμάτι του, κάνοντας περιοδεία με τους Pharaohs σε όλη την δυτική ακτή και επανεκδίδοντας το δισκάκι με το "Louie Louie" μπροστά αλλά οι συνολικές πωλήσεις δεν ξεπέρασαν τα 40 χιλιάδες αντίτυπα. Τελικά, το 1959 ο απογοητευμένος Μπέρρυ θα πουλήσει στην Flip τα δικαιώματα του τραγουδιού του για 750 δολλάρια, προκειμένου να καλύψει τα έξοδα του γάμου του.

Το 1963, ένα συγκρότημα από το Πόρτλαντ, οι Kingsmen, θέλουν να ηχογραφήσουν το κομμάτι τους "Haunted castle". Όπως έκανε και ο Μπέρρυ, μπροστά θα βάλουν ένα κομμάτι-κράχτη και το δικό τους θα μπει στην β' πλευρά. Για τον Ρίτσαρντ Μπέρρυ είναι η στιγμή που η ιστορία θα του κλείσει το μάτι: οι Kingsmen διαλέγουν για κράχτη το "Louie Louie".

Ο Ρίτσαρντ Μπέρρυ δεν έχει ιδέα για όλα αυτά αλλά, ευτυχώς γι' αυτόν (όπως θα αποδειχτεί), όλα πάνε... άσχημα! Η ηχογράφηση γίνεται σε ένα φτηνιάρικο στούντιο με κόστος ένα πενηντάρικο, αφού τα πέντε μέλη τού γκρουπ δεν έχουν να βάλουν παρά μόνο 10 δολλάρια ο καθένας. Για πέντε όργανα υπάρχουν δυο μικρόφωνα ενώ το μικρόφωνο του τραγουδιστή κρέμεται από το ταβάνι, με συνέπεια τα λόγια να μην ακούγονται καθαρά. "Περισσότερο φώναζα παρά τραγουδούσα", θα πει ο ίδιος ο Τζακ Ελάυ, "καθώς προσπαθούσα να ακουστώ πάνω από τα όργανα". Και σαν να μην έφταναν αυτά, λίγο μετά την μέση του κομματιού ο Ελάυ κάνει λάθος και μπαίνει πριν την ώρα του αλλά καταλαβαίνει την πατάτα και σταματάει, αιφνιδιάζοντας τον κιθαρίστα που ψιλοκολλάει. Ευτυχώς, ο ντράμμερ κάνει ένα γύρισμα-αυτοσχεδιασμό της στιγμής και η κατάσταση σώζεται. Φυσικά, ούτε συζήτηση να ξαναγίνει η ηχογράφηση, αφού το πενηντάρικο φτάνει ίσα για να γραφτούν και τα δυο κομμάτια μια κι έξω.

Το αισχρά γραμμένο σινγκλάκι κυκλοφορεί αλλά είναι τόσο κακογραμμένο ώστε κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι λένε οι στίχοι. Όμως, έτσι ξεκινάει μια συνωμοσιακή παραφιλολογία για δήθεν προστυχόλογα και βρισιές που περιέχουν τα λόγια, κάτι που απογειώνει τις πωλήσεις τού δίσκου. Ως και αντίγραφα με τους -υποτιθέμενους- "βρόμικους" στίχους πουλάνε κάποιοι επιτήδειοι στους δρόμους. Πολλοί σταθμοί αρνούνται να παίξουν το κομμάτι λόγω των στίχων, μολονότι κανείς δεν ξέρει τι λένε. Τα πράγματα αγριεύουν όταν τον Φεβρουάριο του 1964 ένας "αγαναχτισμένος γονιός" έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στον Ρόμπερτ Κέννεντυ και στον Γενικό Εισαγγελέα των ΗΠΑ, ζητώντας την επέμβασή τους. Φυσικά, η υπόθεση ανατέθηκε στο FBI. Επί τέσσερις μήνες το ειδικό εργαστήριο του FBI ανέλυε το δισκάκι των Kingsmen παίζοντάς το σε όλες τις ταχύτητες, κανονικά κι ανάποδα, χωρίς να βρει το παραμικρό ψεγάδι. Για να εκδοθεί το τελικό αθωωτικό πόρισμα, οι ομοσπονδιακοί πράκτορες θα χρειαστούν πάνω από δυόμισυ χρόνια. Όλη αυτή η παραφιλολογία, όμως, εκτίναξε τις πωλήσεις του δίσκου, ανεβάζοντάς τον στην δεύτερη θέση των τσαρτ!

Στο μεταξύ, ο φουκαράς Ρίτσαρντ Μπέρρυ, έχοντας μεταβιβάσει τα δικαιώματα του τραγουδιού του, δεν έχει πάρει δεκάρα. Η δεκαετία του '80 τον βρίσκει πάμπτωχο, να ζη με την μητέρα του σε ένα δωμάτιο της Πρόνοιας. Εκεί τον βρίσκει ένας δικηγόρος, που θέλει να χρησιμοποιήσει το "Louie Louie" σε μια διαφήμιση και πάθαίνει πλάκα όταν ακούει ότι ο Μπέρρυ δεν έχει τα δικαιώματα. Ο δικηγόρος πείθει τον δημιουργό τού κομματιού να καταφύγει στα δικαστήρια. Φοβούμενη τα χειρότερα, η εταιρεία δέχεται εξωδικαστικό συμβιβασμό, ο οποίος καθιστά τον Ρίτσαρντ Μπέρρυ εκατομμυριούχο μέσα σε μια μέρα.


Επίλογος. Ο Ρίτσαρντ Μπέρρυ έφυγε πρόωρα το 1997, στα 62 του χρόνια. Το "Louie Louie" θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα ροκ τραγούδια, το οποίο έχει γνωρίσει ως σήμερα πάνω από 1.600 διασκευές, ανάμεσα στις οποίες και εκείνες των Grateful Dead, Kinks, Blondie, Joan Baez, Fat Boys, Clash, Jim Capaldi, Cult, Crumps, Doors, Bob Dylan, Tom Petty, REM, Sisters of Mercy, Ike & Tina Turner, Barry White, Iggy Pop, Eric Burdon, Robert Plant, Pretenders, Motorhead, Otis Redding, Patti Smith κλπ. Το τραγούδι έχει επιλεγεί ως "επίσημο τραγούδι τής πολιτείας Ουάσινγκτον". Το περιοδικό Rolling Stone το έχει κατατάξει στην πέμπτη θέση τής λίστας με τα "40 τραγούδια που άλλαξαν τον κόσμο". Η δε 11η Απριλίου (ημέρα γέννησης του Ρίτσαρντ Μπέρρυ) έχει οριστεί ως "Διεθνής ημέρα Louie Louie".

Κι ένα κερασάκι για επιδόρπιο. Όταν τελείωσε η ιστορία με το FBI, ο ντράμμερ των Kingsmen εξομολογήθηκε ότι στο 54ο δευτερόλεπτο του τραγουδιού ακούγεται ένα "fuck". Το είχε ξεστομίσει ο ίδιος επειδή του έπεσε η μια μπακέτα από το χέρι. Ακούστε εδώ εκείνη την άθλια ηχογράφηση και προσέξτε το λάθος μπάσιμο του Ελάυ στο 1'58", καθώς τελειώνει το σόλο της κιθάρας.

--------------------------------------------
(*) Όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος ο δημιουργός τού τραγουδιού, στον τίτλο δεν υπάρχει κόμμα ανάμεσα στα δυο Louie: "Louie Louie".

13 Απριλίου 2018

Τί είπα;

Δεκέμβριος 1958. Στο Μπράουνσβιλ της Πεννσυλβανίας, ο Ray Charles δίνει ένα ακόμη κοντσέρτο με την μπάντα του. Φυσικά, μαζί τους είναι και οι Raelettes, το γυναικείο γκρουπ που, όπως λέει και το όνομά του, φτιάχτηκε για να κάνει βοηθητικά φωνητικά στον Ray Charles. Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, οι Raelettes "έζησαν" πάνω από μισό αιώνα (1950-2003), με μεταβαλλόμενη σύνθεση βέβαια, αφού απ' αυτό το γκρουπάκι πέρασαν κατά περιόδους συνολικά 69 κορίτσια!

Η συμφωνία που έχει κάνει ο Charles με τον επιχειρηματία, είναι για ένα τυπικό κοντσέρτο διαρκείας τεσσάρων ωρών (με μισή ώρα διάλειμμα ανάμεσα), το οποίο έπρεπε να τελειώσει γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα. Συνήθως, οι καλλιτέχνες παρουσιάζουν μέσα από τις συναυλίες τους και καινούργια κομμάτια τους, τα οποία είτε έχουν μόλις κυκλοφορήσει είτε πρόκειται να κυκλοφορήσουν σύντομα. Όλοι εκτός του Ray Charles. Ο Charles ποτέ δεν παρουσιάζει δημοσίως τα τραγούδια του πριν τα ηχογραφήσει. Όμως, εκείνο το βράδυ θα γινόταν μια αναγκαστική εξαίρεση σ' αυτόν τον κανόνα...

Ο Ray Charles και οι Raelettes του

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, κάτι δεν πήγε καλά με το πρόγραμμα που είχε σχεδιάσει ο Charles. Μάλλον το ακροατήριο επηρέασε την μπάντα, σπρώχνοντάς την σε πιο γρήγορους ρυθμούς. Έτσι, κάποια στιγμή ο Charles διαπιστώνει με τρόμο ότι έχει ολοκληρώσει το ρεπερτόριό του αλλά απομένουν δώδεκα ολόκληρα λεπτά για να ολοκληρωθεί το συμφωνημένο τετράωρο. Δεν χρειάστηκε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα για να αποφασίσει τι να κάνει.

Πρώτα στρέφεται στην ορχήστρα του και ψιθυρίζει: "Ακούστε, θα αρχίσω να αυτοσχεδιάζω κι εσείς απλώς ακολουθήστε με". Ύστερα πιάνει το ηλεκτρικό πιάνο, όπου εκτελεί μια σειρά από απλά ριφ και, τελικά, κάθεται σε ένα κανονικό πιάνο για να παίξει μερικούς αυτοσχεδιασμούς, ενώ η μπάντα του τον συνοδεύει με έναν απλό λάτιν ρυθμό στα κρουστά. Απλά, παιδικά πράγματα, θα έλεγε κανείς. Ώσπου ο Charles έχει την έμπνευση να αρχίσει να τραγουδάει. Τί μπορεί όμως να τραγουδήσει κανείς σε έναν αυτοσχεδιασμό; Μα, στιχάκια τής στιγμής! Ο Charles δεν κωλώνει:
Hey mama, don't you treat me wrong  /  Έι, μαμά, μη με κακομεταχειρίζεσαι
Come and love your daddy all night long  /  Έλα κι αγάπα τον μπαμπά σου όλη την νύχτα
All right now, hey hey, all right  /  Εντάξει τώρα, έι έι, εντάξει

See the girl with the diamond ring  /  Κοιτάτε το κορίτσι με το διαμαντένιο δαχτυλίδι
She knows how to shake that thing  /  Ξέρει πώς να το κουνάει αυτό το πράγμα
All right now now now, hey hey, hey hey  /  Εντάξει τώρα τώρα τώρα, έι έι έι

Tell your mama, tell your pa  /  Πες στην μαμά σου, πες στον μπαμπά σου
I'm gonna send you back to Arkansas  /  Θα σε στείλω πίσω στο Αρκάνσας
Oh yes, ma'am, you don't do right  /  Ω ναι, κυρία, δεν το κάνεις σωστά

Don't do right. Αw, play it boy  /  Μη το κάνεις σωστά. Ω, παίξ' το αγόρι
Ο "Αρχιερέας της σόουλ" Ray Charles
αγκαλιάζει τον "Νονό" της James Brown
Χαζομάρες για να περνάει η ώρα, είπατε; Προφανώς έχετε δίκιο, ειδικά ως προς το "για να περνάει η ώρα". Μόνο που το κοινό, παρασυρμένο από τον ρυθμό, αρχίζει να συμμετέχει χορεύοντας. Κάπου εκεί ο Charles αποφασίζει να βάλει στο παιχνίδι και τις Raelettes. Έτσι, μετά από κάθε ξεκάρφωτο στιχάκι που ξεστομίζει, γυρίζει και τις ρωτάει "What 'd I say? (Τί είπα;)". Εκείνες επαναλαμβάνουν. Και πάλι... και πάλι... Το κομμάτι εξελίσσεται σε παιχνιδιάρικο λεκτικό πινγκ-πονγκ ανάμεσα στον Ray και τις Raylettes. Το κοινό εκστασιάζεται και η αίθουσα αρχίζει να σείεται. Στο παιχνίδι μπαίνει και η ορχήστρα, η οποία απαντά στις Raylettes με τα κόρνα αλλά και με κραυγές. Ο Charles πιάνει τον παλμό τού κόσμου και συνεχίζει. Δεν σταματάει ούτε όταν του τελειώνουν τα στιχάκια. Απλώς αντικαθιστά τις λέξεις με ήχους, όπως "ummm", "uhhnnmmm" κλπ αλλά πάντα ρωτάει τις Raelettes "What 'd I say?" κι εκείνες επαναλαμβάνουν.

Παρένθεση. Η ιδέα τού Charles γι' αυτό το "παιχνίδι" με τις Raelettes γεννήθηκε ξαφνικά στο μυαλό τού μεγάλου αυτού καλλιτέχνη ως καρπός τής εκκλησιαστικής μουσικής (gospel), με την οποία είχε μεγαλώσει. Θυμίζει απόλυτα τους παπάδες που απαγγέλλουν έναν στίχο από κάποιον ύμνο ή ψαλμό και το κοινό τον επαναλαμβάνει. Κλείνει η παρένθεση.

Η παράσταση ολοκληρώνεται μέσα σε πανζουρλισμό. Το ακροατήριο πέφτει πάνω στον Charles και ζητάει να μάθει σε ποιον δίσκο είναι αυτό το κομμάτι. Φυσικά, δεν είναι πουθενά. Όμως, ο Charles δεν θα αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί το κομμάτι, όμως ανακύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα: η ηχογράφηση κρατάει επτάμισυ λεπτά αλλά τα σινγκλάκια χωράνε κάπου δυόμισυ, άντε τρία λεπτά με το ζόρι. Για να βρεθεί λύση, κόβονται μερικοί "προκλητικοί" στίχοι και το υπόλοιπο κομμάτι μοιράζεται στις δυο πλευρές τού σινγκλ ως "What 'd I Say Part I" και "What 'd I Say Part II".

Ο Ray Charles με την Aretha Franklin

Το δισκάκι κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1959, γνωρίζει τεράστια επιτυχία και γίνεται ο πρώτος χρυσός δίσκος τού Ray Charles, ο οποίος καθιερώνεται έτσι στην μουσική σκηνή των ΗΠΑ. Το "What 'd I say?" θεωρείται σταθμός στην ιστορία τού ροκ και του rhythm 'n' blues ενώ αυτό το πάντρεμα της γκόσπελ με τα μπλουζ θεωρείται ως η απαρχή τής σόουλ, ο δε δημιουργός του ως ο "Αρχιερέας της σόουλ".

Υστερόγραφο. Πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στις ΗΠΑ αρνήθηκαν να παίξουν αυτό κομμάτι, λόγω της έντονης κριτικής που δέχτηκε από κάποιους "θεοσεβούμενους". Όπως σημείωνε κάποιος απ' αυτούς, "ο διάλογος ανάμεσα στον τραγουδιστή και τις τραγουδίστριές του μπορεί να αρχίζει στην εκκλησία αλλά ολοκληρώνεται στην κρεββατοκάμαρα"...

30 Μαρτίου 2018

Παράξενος καρπός

Ιανουάριος 2017, Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους νεοεκλεγμένους προέδρους τής χώρας, ο Ντόναλντ Τραμπ, ετοιμάζεται για την λαμπερή τελετή τής ορκωμοσίας του, ενώ οι διαμαρτυρίες για την εκλογή του συνεχίζονται αμείωτες. Το επιτελείο του αναζητεί απεγνωσμένα κάποιον διάσημο καλλιτέχνη, που θα δεχτεί να τραγουδήσει στην εν λόγω τελετή, προσδίδοντάς της επί πλέον λαμπρότητα. Δυστυχώς, όμως, οι άνθρωποι του Τραμπ πέφτουν συνεχώς πάνω σε κλειστές πόρτες. Κανένα μεγάλο όνομα δεν δέχεται να συνδεθεί με τον πρόεδρο, του οποίου οι ρατσιστικές, εθνικιστικές, σεξιστικές και εν γένει αλλοπρόσαλλες κατά καιρούς τοποθετήσεις και δηλώσεις τον καθιστούν αντιπαθή.

Πονηρά σκεπτόμενοι, οι άνθρωποι του προέδρου καταφεύγουν σε άλλη λύση. Αντί για κάποιο μεγάλο και καταξιωμένο όνομα, θα καλέσουν ένα από τα φυντάνια των τηλεδιαγωνισμών ταλέντων, τα οποία έχουν υψηλή αποδοχή από την νεολαία αλλά και εκτυφλωτική λάμψη, έστω και εφήμερη. Έτσι, απευθύνονται στην Ρεβέκκα Φέργκιουσον, η οποία είχε γίνει γνωστή τερματίζοντας δεύτερη στο βρεττανικό X-Factor το 2010 και είχε ξεκινήσει μια συμπαθητική καρριέρα ως τραγουδίστρια και ως ηθοποιός. Η Φέργκιουσον δεν αρνείται ευθέως αλλά η απάντησή της κόβει σαν ξυράφι:
Αν μου επιτρέπετε να τραγουδήσω το "Strange fruit", ένα τραγούδι που έχει τεράστια ιστορική σημασία, ένα τραγούδι που ήταν στην μαύρη λίστα των ΗΠΑ επειδή είναι πολύ αμφιλεγόμενο, ένα τραγούδι που μιλάει σε όλους τους μαύρους οι οποίοι στις ΗΠΑ αγνοούνται και καταπιέζονται, ένα τραγούδι που θυμίζει πως η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που θα επικρατήσει όλου του μίσους σ' αυτόν τον κόσμο, τότε θα αποδεχθώ ευχαρίστως την πρόσκλησή σας και θα σας δω στην Ουάσιγκτον.
Η περίφημη φωτογραφία τού Λώρενς Μπάιτλερ από το λυντσάρισμα των Τόμας Σιπ και Άβραμ Σμιθ.

Αύγουστος 1930, Ιντιάνα, ΗΠΑ. Στην πόλη Μάριον συλλαμβάνονται τρεις μαύροι, ο Τόμας Σιπ, ο Άβραμ Σμιθ και ο δεκαεξάχρονος Τζέιμς Κάμερον. Κατηγορούνται για τον φόνο τού λευκού εργάτη Κλωντ Ντήτερ και τον βιασμό τής λευκής κοπέλλας του Μαίρης Μπωλ. Οδηγούνται στην φυλακή προκειμένου να δικαστούν αλλά το ίδιο βράδυ ένα αφιονισμένο πλήθος χυμάει στο κτήριο, το διαλύει και αρπάζει τους τρεις κρατούμενους για να τους λυντσάρει. Χάρη στην παρέμβαση κάποιας γυναίκας, ο πιτσιρικάς Κάμερον αφήνεται ελεύθερος αλλά το πλήθος κακοποιεί βάναυσα τους άλλους δυο και τελικά τους κρεμάει σε ένα δέντρο. Ο τοπικός φωτογράφος Λώρενς Μπάιτλερ έβγαλε και φωτογραφία τα δυο κρεμασμένα κορμιά.

Χρόνια αργότερα, η φωτογραφία τού Μπάιτλερ θα δημοσιευθεί σε κάποιο περιοδικό, όπου θα την δει ο Άβελ Μεέροπολ, ένας εβραίος καθηγητής στην Νέα Υόρκη, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος των ΗΠΑ. Εξοργισμένος από τον ρατσισμό που οργιάζει στην χώρα και συγκλονισμένος από την ωμότητα της φωτογραφίας, ο Μεέροπολ γράφει ένα ποίημα με τίτλο Bitter fruit (πικρός καρπός), το οποίο δημοσιεύει στο περιοδικό τού σωματείου των καθηγητών υπό το ψευδώνυμο Λιούις Άλλαν. Λίγο αργότερα, δουλεύει κάποιους από τους στίχους τού ποιήματος, μελοποιεί το αποτέλεσμα και φτιάχνει ένα τραγούδι, το οποίο ονομάζει Strange fruit (παράξενος καρπός):

    Southern trees bear strange fruit  /  Τα δέντρα του Νότου βγάζουν παράξενο καρπό
    Blood on the leaves and blood at the root  /  Αίμα στα φύλλα και αίμα στις ρίζες
    Black bodies swinging in the southern breeze  /  Μαύρα κορμιά λικνίζονται στον νοτιά
    Strange fruit hanging from the poplar trees  /  Παράξενος καρπός κρεμασμένος από τις λεύκες

    Pastoral scene of the gallant south  /  Βουκολική σκηνή τού γοητευτικού νότου
    The bulging eyes and the twisted mouth  /  Τα γουρλωμένα μάτια και το στριμμένο στόμα
    Scent of magnolias, sweet and fresh  /  Άρωμα από μανόλιες, γλυκό και φρέσκο
    Then the sudden smell of burning flesh  /  Ύστερα η αναπάντεχη μυρωδιά καμμένης σάρκας

    Here is fruit for the crows to pluck  /  Εδώ είναι καρπός για να μαζέψει τα κοράκια
    For the rain to gather, for the wind to suck  /  Για να μαζέψει την βροχή, για να πιεί τον άνεμο
    For the sun to rot, for the trees to drop  /  Για να ηρεμήσει τον ήλιο, για να τον ρίξουν τα δέντρα
    Here is a strange and bitter crop  /  Εδώ είναι ένας παράξενος και πικρός καρπός


Η Billie Holiday στο στούντιο της Commodore ηχογραφεί το Strange fruit  (1939)
Ο Μεέροπολ τραγουδάει το κομμάτι στις διάφορες συγκεντρώσεις των συναδέλφων του, ώσπου το 1939 το ακούει η Billie Holiday. Η Holiday εντάσσει το τραγούδι στο πρόγραμμά της και με την ερμηνεία της το απογειώνει. Όλες οι παραστάσεις της κλείνουν πλέον με αυτό. Στα μαγαζιά όπου τραγουδάει, σταματάει το σερβίρισμα, σβήνουν όλα τα φώτα εκτός από ένα που φωτίζει το πρόσωπό της και, όταν τελειώνει, φεύγει και δεν επιστρέφει στην σκηνή, αφήνοντας το ακροατήριο να γευτεί την πίκρα τού κομματιού. Η ίδια εξομολογείται:
Την πρώτη φορά που το τραγούδησα νόμισα ότι κάναμε μεγάλο λάθος. Είχα τελειώσει και επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ξαφνικά κάποιος άρχισε να χειροκροτεί και με μιας όλοι άρχισαν να χειροκροτούν και να ζητωκραυγάζουν.
Η Columbia, η εταιρεία της Holiday, δεν τολμά να βγάλει το τραγούδι σε δίσκο. Έτσι, η Holiday ζητάει την άδεια να το ηχογραφήσει στην Commodore, μια μικρή εταιρεία που ανήκει στον φίλο της Μιλτ Γκάμπλερ. Το τραγούδι ηχογραφείται αλλά οι περισσότεροι σταθμοί αρνούνται να το παίξουν, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί διστάζουν να το εντάξουν στο πρόγραμμά τους, οι διοργανωτές των συναυλιών δεν επιτρέπουν στην Holiday να το τραγουδήσει και οι περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ απαγορεύουν την κυκλοφορία του. Κι όμως, το σινγκλάκι πουλάει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα και γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τής Holiday.

Το American Nocturne του Ντέιβιντ Πάουερς, πριν αποκαθηλωθεί το 2016.

Ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί τι έγινε πραγματικά στο Μάριον εκείνον τον Αύγουστο του 1930. Λίγο μετά το λυντσάρισμα, η Μαίρη Μπωλ ομολογεί ότι ουδείς την είχε βιάσει. Το 1931, ο Κάμερον συλλαμβάνεται πάλι και καταδικάζεται σε πολυετή φυλάκιση ως συνεργός στον φόνο. Το 1988, ο ίδιος ιδρύει στο Ουισκόνσιν το America's Black Holocaust Museum (Μνημείο Ολοκαυτώματος των μαύρων των ΗΠΑ).

Στο έβγα τού προηγούμενου αιώνα, 31 Δεκεμβρίου 1999, το περιοδικό Time αναδεικνύει το Strange fruit ως το καλύτερο τραγούδι τού εικοστού αιώνα.

Το 2007, ο καλλιτέχνης Ντέιβιντ Πάουερς φτιάχνει στο Έλγιν τού Ιλλινόι μια τοιχογραφία, όμοια με το κάτω μισό τής φωτογραφίας τού Μπάιτλερ. Την ονομάζει "American Nocturne" και την προορίζει ως κραυγή κατά του ρατσισμού στις ΗΠΑ. Το 2016 κάποιος διαπιστώνει την ομοιότητά της με την επίμαχη φωτογραφία και ξεσπούν διαμαρτυρίες. Τελικά, το δημοτικό συμβούλιο αποφασίζει, με υπόδειξη της Επιτροπής Πολιτισμού, την μεταφορά τού έργου σε χώρο μη προσπελάσιμο στο κοινό.

Τον Ιανουάριο του 2017, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επιτρέπει να ακουστεί το Strange fruit κατά την τελετή ορκωμοσίας του.

23 Μαρτίου 2018

Καπνός πάνω στο νερό

Πολύ μ' αρέσει η συνήθεια που απέκτησα τελευταία, κάθε Παρασκευή να αφήνω παράμερα τις βαρύγδουπες κουβέντες και να σκαλίζω παλιές ιστορίες που κρύβονται μέσα στα τραγούδια ή πίσω από αυτά. Και καθώς σήμερα ξαναχειμώνιασε και το κρύο επέστρεψε δριμύτερο, ας πεταχτούμε, ως γνήσιοι ευρωπαίοι, μέχρι την Ελβετία, γυρνώντας παράλληλα πίσω στον χρόνο, όχι για να κάνουμε σκι αλλά για να ακούσουμε μουσική.

Δεκέμβριος 1971. Στις 4 του μηνός φτάνουν στο Μοντραί της Ελβετίας οι βρεττανοί Deep Purple, έχοντας κατά νου να μείνουν ως τις 21. Έχουν μια ενδιαφέρουσα ιδέα για τον καινούργιο τους δίσκο: δεν θα τον ηχογραφήσουν σε στούντιο αλλά σε συνθήκες live, χωρίς όμως ακροατήριο. Θέλουν, δηλαδή, να περάσουν την ατμόσφαιρα της ζωντανής εκτέλεσης αλλά δίχως τα προβλήματα που δημιουργεί η παρουσία κοινού. Για να υλοποιήσουν την ιδέα τους, έχουν δανειστεί το κινητό στούντιο των Rolling Stones (ολόκληρο φορτηγό με μηχανήματα, "the Rolling truck Stones thing") και έχουν κλείσει ως χώρο για την ηχογράφηση το καζίνο του Μοντραί, δίπλα στην λίμνη της πόλης.

Deep Purple, 1970 - Από αριστερά: Jon Lord, Roger Glover, Ian Paice, Ian Gillan, Ritchie Blackmore

Μόλις φτάνουν, τους περιμένει μια έκπληξη. Το ίδιο βράδυ, στον ίδιο χώρο, έχει προγραμματιστεί συναυλία τού Frank Zappa και του συγκροτήματός του, των Mothers of Invention. Βέβαια, οι Deep Purple δεν χρειάζεται να σκεφτούν για το αν θα παρακολουθήσουν την συναυλία του Zappa αλλά έχουν ένα μικρό δίλημμα: να ξεφορτώσουν τα μηχανήματά τους ή όχι; Τελικά, για καλή τους τύχη, αποφασίζουν να περιμένουν ένα εικοσιτετράωρο για το ξεφόρτωμα, προκειμένου να μη μπερδευτεί ο εξοπλισμός με εκείνον του Zappa (και μετά ποιος θα άκουγε τον Jagger).

Η συναυλία τού Zappa και των Mothers του πήγαινε μια χαρά, ώσπου κάποιος ανεγκέφαλος θεατής ήρθε στο τσακίρ κέφι και έρριξε μια φωτοβολίδα μέσα στην αίθουσα. Η καλυμμένη με μπαμπού οροφή πήρε αμέσως φωτιά. Ο χώρος εκκενώθηκε αμέσως και, παρά τον πανικό, δεν υπήρξαν τραυματισμοί αλλά η προγραμματισμένη για τις ηχογραφήσεις αίθουσα είχε πλέον καταστραφεί.

Οι Deep Purple επέστρεψαν στο ξενοδοχείο τους, το Pavillion, που βρισκόταν απέναντι από το καζίνο και έμειναν να χαζεύουν την φωτιά, η οποία κατέτρωγε το καζίνο επί επτά ολόκληρες ώρες. "Πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχα δει ως τότε και που πιθανώς θα έβλεπα σ' ολόκληρη την ζωή μου", θα έλεγε αργότερα ο μπασσίστας τού συγκροτήματος Roger Glover. Ο Glover εντυπωσιάστηκε τόσο από την φωτιά, ώστε πήρε μια χαρτοπετσέτα κι άρχισε να σκαρώνει στίχους που την περιέγραφαν. Σύντομα τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι, βλέποντας με καλό μάτι την περίπτωση να φτιάξουν ένα τραγούδι γι' αυτή την πυρκαγιά.

Πριν ξημερώσει, το κομμάτι ήταν έτοιμο και το συγκρότημα βάλθηκε να το ηχογραφήσει. Εννοείται ότι κανείς από τους ενοίκους δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει τον ύπνο του για χατήρι των Deep Purple, οπότε σύντομα κατέφθασε η αστυνομία. Το συγκρότημα τελείωσε όπως-όπως την πρώτη ηχογράφηση και την ονόμασε "title #1", μιας και δεν είχαν βρει ακόμη τίτλο. Τον τίτλο τον εμπνεύσθηκε ο Glover, όταν ξημέρωσε ο θεός την ημέρα και είδε τα αποκαΐδια να έχουν καλύψει τα νερά της λίμνης. "Smoke on the water!", φώναξε περιχαρής στον Ian Gillan. "Μπα, μαλακία είναι", απάντησε εκείνος, "άσε να το σκεφτούμε".

Με το καζίνο κατεστραμμένο, οι πέντε φίλοι αποδύθηκαν σε τιτάνια προσπάθεια να βρουν άλλον κατάλληλο χώρο όσο το δυνατόν γρηγορώτερα, μιας και οι άδειες παραμονής τους θα έληγαν και η δουλειά θα έμενε μισή. Ευτυχώς, βρέθηκε έξω από την πόλη το θερινό ξενοδοχείο Grand Hotel, με κατάλληλους χώρους και η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε δίχως άλλα προβλήματα. Το άλμπουμ ονομάστηκε "Machine Head" και συμπεριλάμβανε το κομμάτι για την πυρκαγιά στο καζίνο με τον τίτλο που είχε σκαρφιστεί ο Glover, αν και το τραγούδι δεν άρεσε σε κανένα από τα υπόλοιπα μέλη τού συγκροτήματος. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το "Smoke on the water" μπήκε στο άλμπουμ για να γίνει το χατήρι τού Glover.

Το καζίνο τού Μοντραί μετά την πυρκαγιά του 1971

To "Machine Head" κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1972 Για την προώθησή του, οι Deep Purple έβγαλαν σε σινγκλ τον Μάρτιο το κομμάτι "Never before" και τον Ιούλιο τα "Highway Star" και "Lazy". Χρειάστηκε η επιμονή τής εταιρείας για να καμφθούν οι αντιρρήσεις τού Gillan και να κυκλοφορήσει με πολύμηνη καθυστέρηση, τον Ιανουάριο του 1973 και το "Smoke on the water". Η αποδοχή που είχε το τραγούδι, άφησε τα μέλη του συγκροτήματος με ανοιχτό το στόμα. Στις ΗΠΑ, το σινγκλ έφτασε μέχρι το Νο 4 του τσαρτ και έγινε χρυσό, πουλώντας ένα εκατομμύριο αντίτυπα και σπρώχνοντας παράλληλα τις πωλήσεις τού άλμπουμ. Χάρη κυρίως στο "Smoke on the water", το "Machine Head" θα έμενε στα πολιτειακά τσαρτ επί 118 εβδομάδες και θα γινόταν δυο φορές πλατινένιο.

Μέχρι σήμερα, το άλμπουμ έχει πουλήσει πάνω από επτά εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο. Όσο για το "Smoke on the water", δεν επρόκειτο να λείψει από καμμιά συναυλία των Deep Purple ενώ δεν πρέπει να υπάρχει επίδοξος ροκ κιθαρίστας που δεν το έχει παίξει, προσπαθώντας να μιμηθεί τον Ritchie Blackmore. Προσωπικά, δεν χορταίνω την live εκτέλεση που περιλαμβάνεται στο "Made in Japan" αλλά αυτά είναι απολύτως υποκειμενικές επιλογές. Κάποιοι μπορεί αν προτιμούν την διασκευή που έκαναν το 1983 οι Black Sabbath (όταν τα φωνητικά στο συγκρότημα έκανε ο... Ian Gillan), κάποιοι την εκτέλεση των Iron Μaiden και κάποιοι εκείνη του Carlos Santana ή ακόμη και την άλλη με τα μηδέν λιπαρά του Pat Boone (ήμαρτον!). Θέμα γούστου.

16 Μαρτίου 2018

Δεν μ' αρέσουν οι Δευτέρες

Στις 3 Απριλίου 1962, στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, ο Γουάλλας και η Σούζαν Σπένσερ αποκτούν την μοναχοκόρη τους, την Μπρέντα. Καθώς μεγαλώνει, η Μπρέντα γίνεται μια μικροκαμωμένη αλλά πανέξυπνη και με έντονη καλλιτεχνική φλέβα κοκκινομάλλα, η οποία ενδιαφέρεται κυρίως για την φωτογραφία και διακρίνεται σε όλους τους σχετικούς διαγωνισμούς στους οποίους συμμετέχει. Δυστυχώς, η ανατροπή στην ζωή της έρχεται πολύ νωρίς, όταν έκλεινε τα δέκα μόλις χρόνια της...

Το 1972, οι γονείς της χωρίζουν και η Μπρέντα μένει με τον πατέρα της. Παρ' ότι ο Γουάλλας Σπένσερ δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, πατέρας και κόρη ζουν σε συνθήκες ένδειας, σε ένα παραμελημένο σπίτι που βρίσκεται απέναντι από το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, ένα δημοτικό που φέρει το όνομα του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Στήβεν Γκρόβερ Κλήβελαντ. Η μικρή Μπρέντα μεγαλώνει με μεγάλες στερήσεις. Στο σπίτι δεν υπάρχουν ούτε τα απαραίτητα έπιπλα, οπότε η Μπρέντα όχι απλώς δεν έχει δικό της δωμάτιο αλλά υποχρεώνεται να κοιμάται μαζί με τον πατέρα της σε ένα διπλό στρώμα ριγμένο στο πάτωμα του -υποτιθέμενου- σαλονιού.

Η στιγμή που η Μπρέντα Σπένσερ αφήνει το όπλο στο έδαφος και παραδίνεται.

Μοιραία, η κοπέλλα κλείνεται στον εαυτό της και γίνεται αντικοινωνική. Χάνει κάθε ενδιαφέρον για το σχολείο, σε σημείο που οι δάσκαλοί της πιστεύουν ότι κοιμάται μέσα στην τάξη. Λόγω των πολλών και αδικαιολόγητων απουσιών της και με βάση ισχύοντα νόμο, η Μπρέντα στέλνεται σε ειδικό σχολείο για προβληματικά παιδιά. Στις αρχές του 1978, η διεύθυνση του ειδικού σχολείου ενημερώνει τον πατέρα της ότι η Μπρέντα παρουσιάζει αυτοκτονικές τάσεις. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συλλαμβάνεται επειδή πυροβολεί πουλιά έξω από το σπίτι της, μπροστά στο δημοτικό σχολείο Κλήβελαντ.

Όλοι βλέπουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την Μπρέντα. Όλοι, εκτός από τον πατέρα της. Τον Δεκέμβριο του 1978, ο δικαστικός επιτηρητής τής Μπρέντας ζητάει την ψυχιατρική εξέτασή της, η οποία καταλήγει σε σύσταση εγκλεισμού της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Μεταγενέστερες εξετάσεις θα δείξουν ότι η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά τής Μπρέντας οφείλεται μάλλον σε ένα χτύπημα στο κεφάλι λόγω πτώσης της από το ποδήλατο. Εν πάση περιπτώσει, ο Γουάλλας όχι μόνο δεν δίνει την συγκατάθεσή του για τον εγκλεισμό τής κόρης του αλλά τα Χριστούγεννα παίρνει μια μοιραία απόφαση: ενώ η Μπρέντα έχει ζητήσει ως δώρο ένα ραδιόφωνο, εκείνος της χαρίζει ένα ημιαυτόματο τουφέκι Ρούγκερ, με τηλεσκοπικό κλείστρο και 500 σφαίρες. Η αντίστροφη μέτρηση ως το μακελειό θα κρατούσε μόλις έναν μήνα.

Πρωί Δευτέρας 29 Ιανουαρίου 1979. Η Μπρέντα γεμίζει το τουφέκι της και στήνεται στο παράθυρο. Απέναντι, δεκάδες παιδιά μαζεμένα, περιμένουν τον διευθυντή τού δημοτικού Μπάρτον Ραγκ να ξεκλειδώσει την εξώπορτα για να μπουν στο σχολείο τους. Η Μπρέντα τον σημαδεύει με το όπλο και πυροβολεί, σκοτώνοντάς τον. Καθώς επικρατεί πανικός και τα παιδιά ουρλιάζουν, η Μπρέντα συνεχίζει να πυροβολεί στα τυφλά. Ο σχολικός φύλακας Μάικ Σούκαρ τρεχει να βοηθήσει. Η Μπρέντα σημαδεύει, σκοτώνει κι αυτόν και συνεχίζει τα τυφλά χτυπήματα. Σε βοήθεια σπεύδει ο αστυνομικός Ρόμπερτ Ρομπ. Η Μπρέντα ξανασημαδεύει και τον πετυχαίνει στον λαιμό, ευτυχώς χωρίς να τον σκοτώσει. Ο καταιγισμός πυροβολισμών συνεχίζεται και είναι σχεδόν θαύμα ότι κοστίζει τελικά μόνο 2 νεκρούς και 9 τραυματίες.

Όταν τελειώνουν οι σφαίρες, η Μπρέντα παραμένει ήσυχη στο σπίτι, το οποίο περικυκλώνεται από αστυνομικούς που της ζητούν να παραδοθεί. Τους απαντάει ότι μέχρι τώρα έρριχνε σε εύκολους στόχους αλλά τώρα σκέφτεται να βγει έξω πυροβολώντας. Τελικά, θα βγει από το σπίτι γύρω στις 3.30' το απόγευμα κρατώντας το όπλο με τα χέρια ψηλά, θα το ακουμπήσει ήσυχα στο έδαφος και θα παραδοθεί. Παρ' ότι το πάτωμα του σπιτιού βρέθηκε γεμάτο με αδειανά μπουκάλια μπύρας και ουίσκυ, η εξέταση θα δείξει ότι η Μπρέντα δεν είχε καταναλώσει σταγόνα.

Με βάση τον νόμο περί νεανικής εγκληματικότητας, που είχε ψηφιστεί την προηγούμενη χρονιά, η Μπρέντα Σπένσερ θα δικαστεί ως ενήλικας και θα καταδικαστεί σε απροσδιόριστη ποινή κατ' ελάχιστον 25 ετών. Αυτό σημαίνει ότι θα έμενε 25 χρόνια στην φυλακή και μετά θα εξεταζόταν ανά διαστήματα η περίπτωση να αφεθεί ελεύθερη ή να παραταθεί η φυλάκισή της. Σήμερα, η Μπρέντα είναι 56 ετών και παραμένει έγκλειστη, με την επόμενη επανεξέταση της ποινής της να έχει οριστεί για το 2019. Το δημοτικό σχολείο Κλήβελαντ έχει κλείσει εδώ και πολλά χρόνια, λόγω έλλειψης μαθητών.


Ας επιστρέψουμε, όμως, σ' εκείνο το μοιραίο πρωινό. Όσο η Μπρέντα βρίσκεται περικυκλωμένη στο σπίτι της, δέχεται ένα τηλεφώνημα από κάποιον δημοσιογράφο τής εφημερίδας The San Diego Union Tribune, ο οποίος την ρωτά τον λόγο για τον οποίο έκανε ό,τι έκανε. Η απάντηση της δεκαεξάχρονης κοπέλλας θα μείνει ιστορική: "I don't like Mondays, this livens up the day" (δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες, αυτό ζωντανεύει την ημέρα).

Εκείνη την περίοδο, το βρεττανικό γκρουπ The Boomtown Rats βρίσκεται στην Ατλάντα για μια σειρά συναυλιών. Την ώρα του μακελειού, ο τραγουδιστής τού συγκροτήματος Μπομπ Γκέλντοφ δίνει ραδιοφωνική συνέντευξη. Ενώ μιλάει, στο τέλεξ δίπλα του έρχεται η σχετική είδηση. Ο Γκέλντοφ την διαβάζει αμέσως και συγκλονίζεται. Κατά την επιστροφή του στο ξενοδοχείο του, ένας στίχος σχηματίζεται στο μυαλό του: "Silicon chip inside her head had switched to overload" (Ένα τσιπάκι μέσα στο κεφάλι της υπερφορτώθηκε). Σε ελάχιστο χρόνο ο έντονα επηρεασμένος από την φρίκη τού φονικού Γκέλντοφ γράφει όλους τους στίχους τού τραγουδιού και συνθέτει και την μουσική.

Παρά τις επιφυλάξεις τού δημιουργού του, ο οποίος το θεωρούσε ως κακό κομμάτι επειδή δεν ήταν πολύ δουλεμένο, η Mercury αποφάσισε να το κυκλοφορήσει σε σινγκλ. Ευτυχώς! Το μνημειώδες "I don't like Mondays" πήγε αμέσως στο Νο 1 του βρεττανικού τσαρτ ενώ σύντομα έγινε μεγάλη επιτυχία και στα τσαρτ τριάντα μιας χωρών ακόμη. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες των γονιών της να το εμποδίσουν, το δισκάκι κυκλοφόρησε και στις ΗΠΑ αλλά δεν κατάφερε να σκαρφαλώσει στην πρώτη θέση.

9 Μαρτίου 2018

Γούντυ Γκάθρυ: Αυτή η γη είναι η γη σου

Στις 14 Ιουλίου 1912, σε μια πολίχνη τριών χιλιάδων κατοίκων τής Οκλαχόμας, το Όκεμαχ, γεννιέται ένας από τους σημαντικώτερους τραγουδοποιούς στην ιστορία των ΗΠΑ, ο Γούντροου Ουίλσον Γκάθρυ (Woodrow Wilson Guthrie). Ο νεαρός Γούντυ μεγαλώνει σε μια υπερσυντηρητική και μάλλον ρατσιστική οικογένεια (ο πατέρας του ήταν υποστηρικτής της Κου-Κλουξ-Κλαν) αλλά οι συνθήκες τής ζωής θα τον κάνουν να αλλάξει μυαλά πολύ νωρίς.

Στις αρχές τής δεκαετίας του '30, σχεδόν πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν την καταστροφή από το μεγάλο κραχ, οι ΗΠΑ δέχονται ένα ακόμη μεγάλο πλήγμα, καθώς μια μακρά μεγάλη ξηρασία καταστρέφει την αγροτική παραγωγή στις μέσες και μεσοδυτικές περιοχές. Ο λιμός που ενσκήπτει, αναγκάζει εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκων να μεταναστεύσουν προς τις δυτικές πολιτείες. Ο νιόπαντρος Γούντυ αφήνει πίσω την γυναίκα του και φεύγει για την νότια Καλιφόρνια, σε αναζήτηση μεροκάματου. Η εξαθλίωση και η φτώχεια που συναντά, τον συγκλονίζουν. Τα τραγούδια που σκαρώνει με την κιθάρα του, θα έχουν πάντα το ίδιο σημείο αναφοράς: την εργατιά.

Για καλή του τύχη, κάποια από αυτά τα τραγούδια τα ακούει ο Εντ Ρόμπιν, ένας δημοσιογράφος κάποιου τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού, ο οποίος εξασφαλίζει στον Γκάθρυ την δυνατότητα να τα παίξει στον σταθμό. Κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους, ο Ρόμπιν μυεί τον νεαρό στις ιδέες του κομμουνισμού. Ο Γκάθρυ ενθουσιάζεται και το 1936 γίνεται μέλος τού κομμουνιστικού κόμματος. "Το καλύτερο πράγμα που έκανα το 1936, ήταν το ότι υπέγραψα στο κομμουνιστικό κόμμα", θα πει ο ίδιος πολλά χρόνια αργότερα. Το πόσο ενεργό και δραστήριο μέλος ήταν πιστοποιείται και από το γεγονός ότι στην "People's World", την εφημερίδα του κόμματος, κρατούσε την στήλη "Daily Worker", στην οποία δημοσίευσε 174 άρθρα του. Εκείνη την εποχή υιοθέτησε και το σήμα κατατεθέν του: στις κιθάρες με τις οποίες έπαιζε, υπήρχε πάντοτε η επιγραφή "this machine kills fascists (αυτό το μηχάνημα σκοτώνει φασίστες)".


Το 1940, με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σε εξέλιξη, στα ραδιόφωνα των ΗΠΑ κυριαρχεί το τραγούδι "God bless America", του Ίρβινγκ Μπέρλιν. Ο Γκάθρυ εκνευρίζεται τόσο πολύ από τον γλυκανάλατο πατριωτισμό αυτού του τραγουδιού, ώστε στις 23 Φεβρουαρίου 1940 σκαρώνει μια μουσική "απάντηση" με τον τίτλο ελαφρώς αλλαγμένο σε "God blessed America". Αρχικά, κάθε στροφή κλείνει με τον στίχο "God blessed America for me" αλλά εξακολουθεί να τον εκνευρίζει, οπότε τον αλλάζει σε "This land was made for you and me (αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα)". Μοιραία, το τραγούδι αλλάζει τίτλο και γίνεται προσωρινά "This land" και λίγο αργότερα "This land is your land".

Όταν ο Γκάθρυ ολοκληρώνει την σύνθεση, έχει πια ξεχαρμανιάσει και ο εκνευρισμός του έχει περάσει, οπότε πετάει το τραγούδι σε ένα συρτάρι και το ξεχνάει. Θα περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν μπει σε στούντιο για να το ηχογραφήσει και ένας ακόμη χρόνος για να κυκλοφορήσει ο δίσκος. Το άλμπουμ είχε χειρόγραφη εικονογράφηση, περιλάμβανε ένα φύλλο χαρτί με τους στίχους δακτυλογραφημένους και πουλιόταν στην εξευτελιστική τιμή των 25 σεντς. Σύντομα, το "This land is your land" έγινε γνωστό σε κάθε γωνιά των ΗΠΑ και αγαπήθηκε τόσο πολύ από την εργατιά και την φτωχολογιά ώστε ακόμη και σήμερα θεωρείται ο ανεπίσημος εθνικός ύμνος τής χώρας:
This land is your land, this land is my land.    
From California to the New York Island,
from the Redwood Forest to the Gulf Stream waters,
this land was made for you and me.

As I was walking that ribbon of highway,
I saw above me that endless skyway.
I saw below me that golden valley.
This land was made for you and me.

I roamed and I rambled and I followed my footsteps
to the sparkling sands of her diamond deserts,
while all around me a voice was sounding
this land was made for you and me.

When the sun came shining and I was strolling
and the wheat fields waving and the dust clouds rolling,
a voice was chanting as the fog was lifting,
this land was made for you and me.

There was a big high wall there that tried to stop me;
sign was painted, it said "Private Property".
But on the back side it didn't say nothing.
This land was made for you and me.

In the squares of the city, in the shadow of a steeple,
by the relief office, I'd seen my people.
As they stood there hungry, I stood there asking:
Is this land made for you and me?

Nobody living can ever stop me,
as I go walking that freedom highway.
Nobody living can ever make me turn back.
This land was made for you and me.

Ενώ οι τέσσερις πρώτες στροφές δείχνουν ανώδυνες (ήλιος, ουρανός, κοιλάδες, σιτοχώραφα κλπ), οι τρεις τελευταίες πέρασαν από χίλια κύματα. Κόπηκαν, ράφτηκαν, ξανακόπηκαν, λογοκρίθηκαν, τροποποιήθηκαν... Στις αμέτρητες εκτελέσεις, διασκευές και επανεκδόσεις τού τραγουδιού από πολλούς καλλιτέχνες πότε συμπεριλαμβάνονταν και πότε όχι (*). Πολύ λογικό, αφού στις ΗΠΑ τέτοιοι στίχοι δεν είναι καθόλου εύκολοι:
Υπήρχε ένας μεγάλος ψηλός τοίχος εκεί, που προσπάθησε να με σταματήσει,
μια ζωγραφισμένη πινακίδα που έλεγε "Ιδιωτική Περιοχή".
Αλλά στην πίσω πλευρά της δεν έλεγε τίποτε.
Αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα.

Στις πλατείες της πόλης, στην σκιά ενός καμπαναριού,
δίπλα στο γραφείο τής πρόνοιας, είχα δει τον λαό μου.
Καθώς στέκονταν εκεί πεινασμένοι, στάθηκα κι εγώ να ρωτήσω:
Είναι αυτή η γη φτιαγμένη για σένα και για μένα;

Κανένας ζωντανός δεν μπορεί ποτέ να με σταματήσει,
καθώς βαδίζω εκείνη την λεωφόρο της ελευθερίας.
Κανένας ζωντανός δεν μπορεί ποτέ να με κάνει να γυρίσω πίσω.
Αυτή η γη φτιάχτηκε για σένα και για μένα.
Κι αν στις ΗΠΑ το τραγούδι λογοκρίθηκε για να συμπεριληφθεί στα σχολικά βιβλία, σε πολλές χώρες του κόσμου έγινε δεκτό με ενθουσιασμό και προσαρμόστηκε ανάλογα: Αγγλία, Ιρλανδία, Ουαλία, Καναδάς, Αυστραλία, Μεξικό, Βέλγιο, Σουηδία, Τουρκία... Στην Ελλάδα δεν χρειάστηκε να το υιοθετήσουμε, αφού την εποχή που το κυκλοφορούσε ο Γκάθρυ, ο Ρίτσος έγραφε τα ίδια στην "Ρωμηοσύνη" του: αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας...

Woody Guthrie live σε βαγόνι τού νεοϋρκέζικου μετρό

Ο Γούντυ Γκάθρυ και το "This land is your land" έχουν εμπνεύσει αναρίθμητους τραγουδοποιούς. Δεν είναι τυχαίο ότι το δεύτερο τραγούδι που έγραψε ο Μπομπ Ντύλαν είναι το "Song to Woody" ούτε ότι ο Μπρους Σπρίνγκστην μιλάει για "ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ". Παράλληλα, όμως, οι λογοκριμένες εκδόσεις του έχουν παρερμηνευτεί τόσο ώστε το κομμάτι να παρουσιάζεται ως... πατριωτικό. Αν αυτό σας φαίνεται απίστευτο, μάλλον θα αλλάξετε γνώμη όταν μάθετε ότι το έχουν χρησιμοποιήσει ο... Ρόναλντ Ρέηγκαν (στην προεκλογική του εκστρατεία), η... Εθνική Ένωση Υποστηρικτών Οπλοκατοχής και η... Κου-Κλουξ-Κλαν!

----------------------------------------------------
(*) Ακόμη και στον επίσημο ιστότοπο για τον Γούντυ Γκάθρυ, στους στίχους τού τραγουδιού η πινακίδα δεν γράφει "Private Property" (Ιδιωτική Περιοχή) αλλά "No Trespassing" (Απαγορεύεται η διέλευση). Πρόκειται για μια κάθε άλλο παρά αθώα παρέμβαση, η οποία αλλοιώνει σαφώς το μήνυμα του δημιουργού κατά της ιδιοκτησίας.

23 Φεβρουαρίου 2018

Ροκ εντ ρολ: έτσι άρχισαν όλα

Άλλη μια Παρασκευή και, όπως σωστά μαντέψατε, δεν έχω διάθεση να κουβεντιάσω ούτε για πολιτικά ούτε για οικονομικά θέματα. Κι ενώ αναρωτιόμουν για ποιο πράγμα θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε σήμερα, μου ήρθε να σας κάνω μια ερώτηση, μιας και αύριο στα "Σαββατιάτικα" σκέφτομαι να ακούσουμε ένα σημαντικό ροκ άλμπουμ: γνωρίζετε πότε και από ποιον γεννήθηκε το ροκ εντ ρολ;

Υποθέτω ότι οι εννιά στους δέκα θα απαντήσετε ότι το ροκ εντ ρολ γεννήθηκε το 1955 από τον Bill Haley και το πασίγνωστο "Rock around the clock", έτσι δεν είναι; Θα κάνετε λάθος. Ας πιάσουμε, λοιπόν, την ιστορία από την αρχή και είμαι σίγουρος ότι θα την βρείτε ενδιαφέρουσα.

O Wild Bill Moore και το σινγκλ με το οποίο άρχισαν όλα.

Πάμε πίσω, στα 1947, στην απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Ο τριαντάχρονος σαξοφωνίστας της τζαζ William Moore (γνωστός ως Wild Bill Moore), αφήνει το Λος Άντζελες, όπου δούλευε επί 2-3 χρόνια με μεγάλους καλλιτέχνες (Big Joe Turner, Slim Gaillard κλπ) και επιστρέφει στην γενέτειρά του, το Ντητρόιτ, για να φτιάξει την δική του μπάντα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς, ο Wild Bill Moore ηχογραφεί στην Savoy Records ένα τραγούδι με πρωτόγνωρο ήχο και παράξενο τίτλο: "We're Gonna Rock, We're Gonna Roll".

Παρένθεση. Το δισκάκι κάνει απρόσμενα υψηλές πωλήσεις και ο νέος ρυθμός που προτείνει ο Moore ξετρελαίνει την νεολαία, προκαλώντας τις αντιδράσεις του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, που δεν μπορεί να βλέπει τους νέους να χορεύουν σαν δαιμονισμένοι. Ειδικά με ένα δισκάκι που έχει τον αριθμό παραγωγής του τυπωμένο ζωηρά πάνω του: 666. Είναι προφανές ότι αυτή η μουσική είναι του σατανά. Κλείνει η παρένθεση.

Στην μπάντα τού Bill Moore κάνει φωνητικά ο μεγάλος Scatman Crothers, ο οποίος ηχογραφούσε τότε στην Modern Records. Για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία τού Moore, η Modern συμφωνεί με τον δημιουργό να κυκλοφορήσει μια άλλη εκτέλεση του κομματιού με ερμηνευτή τον Crothers. Ο Moore δέχεται και η Modern κυκλοφορεί το δισκάκι με αριθμό 674 και με τον αρχικό μακρύ τίτλο αρκετά συντομευμένο: "Rock and Roll". Στις 12 Ιουλίου 1951, ο μουσικός παραγωγός Alan Freed παρουσιάζει το κομμάτι από την εκπομπή του "Moon Dog House" στο ραδιόφωνο του Κλήβελαντ, συνοδεύοντάς το με το εξής σχόλιο: "Boy, there's a real rockin' thing to get us off and rollin'!". Από λάθος, όμως, ο Freed παίζει το δισκάκι τής Savoy αντί για εκείνο της Modern. "They are both Rock and Roll", δικαιολογήθηκε ο Freed. Αυτό ήταν! Η καινούργια μουσική πρόταση απέκτησε όνομα: Rock and Roll.


Φτάνουμε στα τέλη τού 1952. Ο Max Freedman με τον Games Myers γράφουν ένα τραγουδάκι με τίτλο "Dance around the clock" αλλά σκέφτονται ότι το clock πάει καλύτερα με το rock, οπότε αλλάζουν τον τίτλο σε "Rock around the clock". Ο Bill Haley το ακούει και θέλει να το ερμηνεύσει αλλά η εταιρεία του αρνείται την ηχογράφηση. Έτσι, το κομμάτι καταλήγει στους Sunny Dae and the Knights και περνάει απαρατήρητο από τον κόσμο.

Το 1954, ο Haley αλλάζει εταιρεία και ο Myers του ξαναδίνει το κομμάτι. Η νέα εταιρεία τού κλείνει για τρεις ώρες στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσει το "Thirteen women" με φλιπσάιντ το "Rock around the clock". Οι δυόμισυ ώρες ξοδεύονται για την ηχογράφηση του πρώτου κομματιού. Στο μισάωρο που απομένει, ο Haley και οι Comets του προλαβαίνουν να γράψουν μόνο δυο φορές το φλιπσάιντ. Το δισκάκι κυκλοφορεί αλλά δεν γνωρίζει επιτυχία.

Την επόμενη χρονιά, ο Myers έχει την φαεινή ιδέα να παραχωρήσει το "Rock around the clock" για το μουσικό ντύσιμο της -κλασσικής πλέον- ταινίας "Η ζούγκλα τού μαυροπίνακα", η οποία έχει ως θέμα την παραβατική συμπεριφορά των μαθητών. Αυτό ήταν! Το κομμάτι αγκαλιάζεται από τους νέους, οι οποίοι κατά την προβολή τής ταινίας χορεύουν πάνω στα καθίσματα και προκαλούν ζημιές στους κινηματογράφους. Οι βανδαλισμοί υπό τους ήχους τού κομματιού επεκτείνονται και εκτός των αιθουσών, με αποτέλεσμα η ταινία να λογοκριθεί σε πολλές χώρες ενώ αποβάλλεται και από το φεστιβάλ τής Βενετίας.

Κλήβελαντ, 20/10/1955: Bill Haley και Elvis Presley σε κοινή συναυλία στο Brooklyn High School Auditorium

Παρά τις απαγορεύσεις, η εταιρεία επανακυκλοφορεί το σινγκλάκι, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τον ντόρο. Πράγματι, αυτή την φορά οι πωλήσεις σπάνε ρεκόρ και το κομμάτι πάει στο Νο 1 των ΗΠΑ, όπου μένει για οκτώ βδομάδες. Ήταν απίστευτο αλλά χάρη στο ροκ εντ ρολ ο ήδη τριαντάρης και εμφανισιακά μπούλης Bill Haley κατάφερε να γίνει ο εκφραστής τής επαναστατικότητας μιας νέας γενιάς, η οποία πολύ σύντομα θα ανακάλυπτε τον κορυφαίο ερμηνευτή αυτής της μουσικής. Έναν -άσημο ακόμη- νεαρό από το Τουπέλο τού Μισσισσιπή, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει το πρώτο του σινγκλ, το "My happiness", στις 18/7/1953. Το όνομά του: Elvis Presley.