Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαρτίου 2019

Χιούμορ και ευφυΐα

Στο παλιό διώροφο της οδού Τσαμαδού, όπου στεγάζεται η εφημερίδα "Ημέρα των Πατρών", το κλίμα είναι βαρύ από πολύ νωρίς το πρωί. Έτσι, όταν η αγριοφωνάρα τού εκδότη αντηχεί στο κτήριο, κανείς δεν αιφνιδιάζεται: "Κώστας! Αντρέας! Στο γραφείο μου τώρα!"

Καθώς βαδίζουν προς το γραφείο τού αφεντικού, ο αρχισυντάκτης κοιτάζει τον λινοτύπη με ανησυχία. "Αντρέα, έγινε η έκρηξη". Εκείνος χαμογελάει. "Σιγά, ρε Κώστα, που έγινε η Πάτρα Βεζούβιος και δεν το μάθαμε". Ο εκδότης τούς υποδέχεται μισοξαπλωμένος στην καρέκλα του, με ένα δηλητηριώδες χαμόγελο στα χείλη. Χωρίς να ανασηκωθεί, δείχνει τις δυο καρέκλες μπροστά στο τραπέζι του. "Παρακαλώ, κύριοι, καθήστε".

Κάθονται. Μπροστά στον καθένα τους βρίσκεται ανοιγμένο από ένα φύλλο τής έκδοσης εκείνης της ημέρας. Το ένα στην σελίδα τρία, το άλλο στην σελίδα πέντε. Οι δυο σελίδες είναι πανομοιότυπες, με μόνη διαφορά τον αριθμό τους.

"Κύριοι", συνεχίζει με μελιστάλαχτο ύφος ο εκδότης, "μπορείτε, σας παρακαλώ πολύ, να μου εξηγήσετε γιατί σήμερα τυπώσαμε τα ίδια θέματα και στην σελίδα τρία και στην σελίδα πέντε;" Ο αρχισυντάκτης, ετοιμάζεται να ψιθυρίσει κάποια δικαιολογία της στιγμής αλλά ο Αντρέας τον προλαβαίνει:

"Αφεντικό, δημοκρατική εφημερίδα είμαστε. Κακό είναι που σήμερα είπαμε να φιλοξενήσουμε και μια δεύτερη γνώμη πάνω σε κάποια θέματα;"

Η εκτόνωση είναι άμεση. Η κατσάδα πνίγεται στα γέλια ή, μάλλον, τα γέλια πνίγουν την κατσάδα. "Πηγαίνετε από δω, να μη σας βλέπω, που θα μου κάνετε και πνεύμα". Οι δυο αποχωρούν αλώβητοι. Καθώς βγαίνουν από το γραφείο, ακούγεται μια φωνή: "Συγγνώμη, κύριε, να ρωτήσω κάτι;" Από την ανοιχτή εξώπορτα, τους κοιτάζει μια κυρία, απ' αυτές που συνοδεύουν τα βλαστάρια τους στο φροντιστήριο, το οποίο βρίσκεται στο διπλανό κτήριο. Ο Αντρέας πλησιάζει. "Παρακαλώ!"

"Συγγνώμη", επαναλαμβάνει η κυρία, δείχνοντας μια γλάστρα στον διάδρομο, "επειδή είδα αυτό το φυτό και το ζήλεψα, μπορείτε να μου κόψετε ένα βλαστάρι να το φυτέψω;" Ο Αντρέας γυρίζει το κεφάλι, κοιτάζει την γλάστρα και την δείχνει με το δάχτυλο ξανακοιτάζοντας την κυρία.

"Αυτό το φυτό εννοείτε;"
"Μάλιστα, κύριε. Είναι πολύ ωραίο."
"Ευχαρίστως να σας δώσω, κυρία μου αλλά, απ' όσο ξέρω, αυτά τα βλαστάρια δεν πιάνουν εύκολα."
"Μην ανησυχείτε, κύριε. Δώστε μου εσείς και ξέρω εγώ."
"Αμέσως. Επιτρέψτε μου όμως να επιμείνω ότι δεν θα σας πιάσει εύκολα."

Καθώς ο Αντρέας μπαίνει στο διπλανό γραφείο για να πάρει ένα ψαλίδι, ο Κώστας πάει να πει κάτι αλλά εκείνος τον καθησυχάζει με το βλέμμα. Παίρνει το ψαλίδι, κόβει ένα βλαστάρι και το προσφέρει στην ευγενέστατη κυρία χαμογελώντας.

"Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε", λέει εκείνη με ακόμη πλατύτερο χαμόγελο. Μόνο που το χαμόγελό της παγώνει μόλις πιάνει το βλαστάρι το χέρι της.

"Μα αυτό είναι πλαστικό!", κάνει με γουρλωμένα μάτια.

Και ο Αντρέας ψύχραιμος: "Σας το είπα, αυτά τα βλαστάρια δεν πιάνουν εύκολα..."

-----------------------------------------------------------------


Το παραπάνω στιγμιότυπο έχει ηλικία τριάντα-και ετών και είναι απολύτως πραγματικό. Η αφήγησή του είναι ο τρόπος με τον οποίο σκέφτηκα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου προς όλους εκείνους που εκδήλωσαν την συμπαράστασή τους στην πρόσφατη απώλεια του αδελφού μου. Δεν ξέρω αν έκανα καλά. Ξέρω, όμως, ότι έτσι θα τον θυμάμαι πάντα: ως έναν άνθρωπο με εντυπωσιακή αίσθηση του χιούμορ και ως ένα από τα πιο κοφτερά μυαλά που έχω γνωρίσει στην ζωή μου.

Δίπλα: Μεταμφίεση της στιγμής, για τις ανάγκες της παρέας. Η μοναδική προσωπική φωτογραφία που ανέβασε ποτέ στο διαδίκτυο ο μικρός...

17 Μαρτίου 2019

Για τον Αντρέα (7/9/1963 - 17/3/2019)

"Μπαμπά, πες μου ένα παραμύθι για να κοιμηθώ", επέμενε ο μικρός.

Κι εκείνος, που ποτέ δεν χαλούσε χατήρι σε άνθρωπο (πόσο μάλλον στα παιδιά του), έξυνε με αμηχανία τα γένια του και άρχιζε την διήγηση. Μια διήγηση που πάντοτε γινόταν με την δική του μοναδική οπτική.

"... και τότε ο κακός ο λύκος, μόλις είδε το αχυρένιο σπίτι, έβαλε τα γέλια. Ύστερα πήρε μια πολύυυυ βαθειά ανάσα και φύσηξε με όοοοολη του την δύναμη. Το αχυρένιο σπίτι σωριάστηκε με μιας και το τρομαγμένο γουρουνάκι το έβαλε στα πόδια για να γλιτώσει. Μα δεν πρόλαβε να τρέξει παρά μόνο λίγα μέτρα. Ο κακός ο λύκος το πρόλαβε και το έκανε μια χαψιά..."

"Αντρέα!", πετάχτηκε η γυναίκα του από δίπλα, "τι είναι αυτά που λες στο παιδί;"

"Τί του λέω;", ρώτησε με αθώο ύφος αυτός. "Θες να πω στο παιδί ψέματα, ότι το γουρουνάκι τρέχει πιο γρήγορα από τον λύκο; Με τέτοιες ανοησίες θες να μεγαλώσουν τα παιδιά μας;".


Δεν είχαν άδικο όσοι τον χαρακτήριζαν ως "αγαθό γίγαντα". Ένας μονίμως χαμογελαστός όγκος εκατόν ογδόντα οκτώ εκατοστών και εκατόν εξήντα κιλών, που μπορεί να τον πατούσες και να τον ξενύχιαζες αλλά ήταν εκείνος που πρώτος ζητούσε συγγνώμη επειδή έβαλε το πόδι του κάτω από το δικό σου. Πάντοτε έτοιμος για πλάκες και για καλαμπούρια και πάντοτε ετοιμόλογος, με ατάκες που έσπαζαν κόκκαλα.

"Ρε Αντρέα", τόλμησε κάποτε να παρατηρήσει κάποιος στην παρέα, "πρέπει να χάσεις κανένα κιλό".

"Θα τους πληρώσω τους κερατάδες", απάντησε ψύχραιμα εκείνος, "αλλά θα τους βγάλω το λάδι. Έξι θα χρειαστούν για να με σηκώσουν. Και θα βάλουν και διπλό πάτο στην κάσα, για να μη σπάσει και τους πέσω στον δρόμο".


Δεν χρειάστηκαν έξι τελικά. Από τα εκατόν εξήντα κιλά, είχαν απομείνει καμμιά εξηνταριά σήμερα το πρωί....

Είπαμε να κάνεις πλάκες, ρε αδερφέ μου, αλλά με τούτη την τελευταία σου δεν γέλασε κανένας. Να ξέρεις ότι δεν θα σου συγχωρήσω ποτέ το ότι έφυγες και μ' άφησες πίσω...


Κοίτα να βρεις τον πατέρα εκεί που πας.
Καλό κατευόδιο!
Και καλή αντάμωση!

22 Φεβρουαρίου 2019

Κάποτε... στο Πήλιο, στην Αργαλαστή...

Μάλλον έχετε μάθει ότι απόψε ο πολυδισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης τής Virgin Ρίτσαρντ Μπράνσον διοργανώνει "ανθρωπιστική συναυλία" συμπαράστασης στον βενεζουελάνικο λαό, ο οποίος "υποφέρει από την ουτοπία τής σημερινής και της προηγούμενης κυβέρνησης". Η συναυλία γίνεται στην Κουκούτα της Κολομβίας, λίγα χιλιόμετρα από την μεθόριο με την Βενεζουέλα, όπου συγκεντρώνεται η "ανθρωπιστική βοήθεια" που στέλνουν ο Τραμπ και οι ΗΠΑ στον "δημοκράτη" αυτοανακηρυγμένο "πρόεδρο" Χουάν Γκουαϊδό. Ο Μπράνσον λέει ότι περιμένει 300.000 θεατές, για να μαζευτούν λεφτά που θα δοθούν ως βοήθεια στον Γκουαϊδό αλλά μάλλον ο αριθμός αυτός είναι άπιαστος με τους δευτερότριτους καλλιτέχνες που θα συμμετέχουν.

Τις προάλλες, καθώς περιπλανιόμουν στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σ' ένα βιντεάκι που ανέβασε στην σελίδα του στο Twitter ένα ιστορικό μέλος και ιδρυτής τού τεράστιου ροκ συγκροτήματος Pink Floyd, ο μπασίστας του Ρότζερ Γουώτερς. Στο βιντεάκι αυτό ο Γουώτερς κατακεραυνώνει και τον Μπράνσον και την "ανθρωπιστική συναυλία" του. Δείτε το! Κι αν έχετε πρόβλημα με τα αγγλικά σας, δείτε το εδώ με ελληνικούς υπότιτλους. Α! Για όσους δεν το ξέρουν, ας σημειώσω ότι όλες μα όλες οι συναυλίες που έδωσαν οι Pink Floyd, ήταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Ό,τι διαβάσατε ως εδώ δεν είναι παρά ο πρόλογος αυτού που πραγματικά θέλω να σας διηγηθώ σήμερα. Καθώς παρακολουθούσα το παραπάνω βιντεάκι, θυμήθηκα κάτι που μου είχε στείλει πριν έξι μήνες ("για το αρχείο σου", όπως έλεγε) μια από τις παλιές και καλές φίλες τού ιστολογίου. Ήταν μια ιστοριούλα η οποία διαδραματίστηκε πολλά χρόνια πριν, κάπου στο Νότιο Πήλιο, στις ανατολικές ακτές τού Παγασητικού. Μιας και σήμερα είναι Παρασκευή και σκέφτηκα να το πάμε χαλαρά, έψαξα, βρήκα εκείνη την ιστοριούλα και σας την παραθέτω όπως μου την έστειλε η φίλη (με μερικές μικρές επεμβάσεις, κυρίως στην διαμόρφωση του κειμένου). Η ιστορία άρχιζε με μια φωτογραφία-κουίζ: ποιό είναι το αγόρι αριστερά;


4 Ιανουαρίου 1973, Μηλίνα Πηλίου. Σε πάρτυ γενεθλίων νεαρού ή νεαρής της εποχής έχει προσκληθεί ο Τήλμαν Φριτς, γερμανός που έχει μετοικήσει στην περιοχή με την οικογένειά του από το 1968. Εκείνες τις μέρες, φιλοξενεί στο σπίτι του νεαρό βρεττανό, ο οποίος συστήνεται ως μουσικός. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που φίλοι και γνωστοί φιλοξενούνται στο σπίτι του εκκεντρικού αυτού ξένου με τις ακατανόητες για το ντόπιο πληθυσμό δραστηριότητές του.

Ο Τήλμαν γνώρισε πρώτη φορά τον νεαρό το προηγούμενο καλοκαίρι, στο καφενείο τού "Αριστειδάκου", στο Χόρτο. Ήταν ένα ήσυχο καλοκαιρινό πρωϊνό και ένα ζευγάρι ξένων κάθησαν κάτω απ’ το κιόσκι με τα φοινικόφυλλα, μπροστά στη μικρή σκάλα, απολαμβάνοντας τον καφέ. Ο Τήλμαν έτυχε κι αυτός εκεί και, καθ' όσον ήταν ο μόνος που γνώριζε αγγλικά, έγινε η γνωριμία. "Ρότζερ", συστήθηκε ο νεαρός. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, αλλά ήταν η πρώτη του στην περιοχή. Προχωρώντας η συζήτηση, ο Ρότζερ εμπιστεύθηκε στον Τήλμαν ότι είχε μαγευτεί με το μέρος και θα ήθελε να αγοράσει ένα σπίτι κάπου ήσυχα, κοντά στη θάλασσα.
- "Έχεις λεφτά;" ρώτησε ο Τήλμαν.
- "Κάτι έχω", απάντησε αυτός.
- "Τι δουλειά κάνεις;"
- "Παίζω κιθάρα σ' ένα συγκρότημα".
- "Και βγάζεις λεφτά απ' αυτό;" παραξενεύτηκε ο Τήλμαν.

Ο Τήλμαν, γνώριμος ήδη στους ντόπιους και γνώστης της περιοχής, τον πήρε με τη βάρκα του και πήγαν μέχρι τον Κάλαμο [σημ.: το επίνειο της Αργαλαστής], όπου του έδειξε ένα πέτρινο σπίτι πάνω στην παραλία. Είχε σχεδόν πέσει ο ήλιος απέναντι και η παραλία ρουφούσε το φως του δειλινού. Η συμφωνία έκλεισε αμέσως και τις επόμενες μέρες ο Τήλμαν τον βοήθησε και έγιναν τα συμβόλαια. Τότε μαθεύτηκε και το επώνυμό του: Γουώτερς. Όχι ότι έκανε και κάποια ιδιαίτερη εντύπωση πάντως.

Τις επόμενες γιορτές των Χριστουγέννων, λοιπόν, ο Γουώτερς επέστρεψε για να διευθετήσει θέματα διαδικαστικά και, για να ευχαριστήσει τον φίλο του, έφερε μία κασετίνα με διάφορες κασέτες ροκ μουσικής της εποχής. Από μετριοφροσύνη, δεν είχε καμμία με το συγκρότημά του. Μη έχοντας και τίποτα καλύτερο να κάνουν στις 4 Ιανουαρίου του '73 στη Μηλίνα, ο Τήλμαν τον πήρε μαζί του στο πάρτυ, στο σπίτι της Ελένης Αναγνώστου.

Κοιτάζω την φωτογραφία. Ανάμεσά τους, στον τοίχο διακρίνονται τα γράμματα PY BΙ απ’ το HAPPY BIRTHDAY. Σερπαντίνες κρέμονται ανάκατα. Ακριβώς από πάνω τους, το εικονοστάσι με την εικόνα της Παναγίας, σαν να επιπλήττει με γλυκύτητα και αυστηρότητα μαζί κάποιον που είναι δηλωμένος άθεος. Κι οι δυό με βαριά ρούχα ντυμένοι (η θέρμανση θα ήταν το πολύ μια ξυλόσομπα σε κάποιο χώρο), κοιτάνε το φακό με μια αμήχανη χειρονομία, σαν να υποδεικνύουν ποιος έπρεπε να φωτογραφηθεί. Ο Τήλμαν κρατά ένα ποτήρι, ο Γουώτερς μόλις άναψε τσιγάρο. Αναμφισβήτητα το punctum της φωτογραφίας (όπως θα έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ) είναι η κορδέλα στο κεφάλι του Τήλμαν. Σύμβολο-κατάλοιπο της εποχής των χίππις, που έφτασε μέσω του δαιμόνιου κοσμοπολίτη και στην Μηλίνα. Αναρωτιέμαι τι μουσική θα έπαιζε στο κασσετόφωνο. Μάλλον κάποια ιταλικά ποπ της εποχής, ελληνικό ροκ του '60 και, ίσως, το "A casa d’ Ιrene", αργότερα, για τα μπλουζ.

Τον ίδιο τον Γουώτερς και το συγκρότημά του ελάχιστοι θα γνώριζαν τότε στην Ελλάδα, παρ' ότι τον Ιούνιο του 1972 οι Pink Floyd μόλις είχαν κυκλοφορήσει το "Obscured by Clouds", τον έβδομο στην σειρά δίσκο τους και, λογικά, αρχές του '73 ετοιμαζόταν το "The Dark Side of the Moon", ο δίσκος που τους εκτόξευσε και τους καθιέρωσε παγκοσμίως.

Αναρωτιέμαι πώς να κύλησε η βραδιά. Να ήπιανε ουίσκι, κρασί ή ούζο; Με άλλα λόγια, πώς ήταν ένα πάρτυ στην Μηλίνα το 1973, πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου, πριν ο Πετρίδης αρχίσει το "Ποπ Κλαμπ" στο ραδιόφωνο; Άραγε, ποιοί άλλοι να ήταν τότε στο πάρτυ εκείνο;

Οι δύο άντρες, συνέχισαν έκτοτε να βρίσκονται και ανακάλυψαν ότι τους συνέδεαν πολλά "μοιραία" γεγονότα, ώσπου η σχέση τους διακόπηκε μάλλον άδοξα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...

Ο Γουώτερς έχει αγαπήσει την Ελλάδα κι έρχεται στον Κάλαμο, αν και όχι συχνά πλέον. Ο Τήλμαν, δυσθεώρητος κι αυτός, μοιράζει τη ζωή του μεταξύ Γερμανίας και "Πετράκη" πίσω από τον Αλατά. Τυχερός όποιος γνωρίσει από κοντά τον γοητευτικό τύπο με το θυμοσοφικό πνεύμα και συζητήσει μαζί του για τα νοήματα της ζωής.

Γ. Κονιόρδος 15/11/2013

Υ.Γ.: Κάποια από τα γεγονότα γίναν έτσι, κάποια άλλα κάπως έτσι και κάποια θα μπορούσαν να είχαν γίνει έτσι.

Αριστερά, ο Ρότζερ Γουώτερς στην Μάντισον Σκουέαρ, στις 12/12/2012 - Δεξιά, το σπίτι του στον Κάλαμο

Υστερόγραφο ιστολογίου:
Ο Γουώτερς προσπαθεί να μη τραβάει τα βλέμματα. Όμως, όπως λέει χαμογελαστά, κάποιοι ξέρουν το σπίτι του στον Κάλαμο και πάνε για να ρίξουν μια ματιά από την μάντρα. Σε όποιον τον ρωτήσει, απαντάει: "Ο κύριος Γουώτερς λείπει, εγώ είμαι ο κηπουρός".

16 Μαρτίου 2018

Δεν μ' αρέσουν οι Δευτέρες

Στις 3 Απριλίου 1962, στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, ο Γουάλλας και η Σούζαν Σπένσερ αποκτούν την μοναχοκόρη τους, την Μπρέντα. Καθώς μεγαλώνει, η Μπρέντα γίνεται μια μικροκαμωμένη αλλά πανέξυπνη και με έντονη καλλιτεχνική φλέβα κοκκινομάλλα, η οποία ενδιαφέρεται κυρίως για την φωτογραφία και διακρίνεται σε όλους τους σχετικούς διαγωνισμούς στους οποίους συμμετέχει. Δυστυχώς, η ανατροπή στην ζωή της έρχεται πολύ νωρίς, όταν έκλεινε τα δέκα μόλις χρόνια της...

Το 1972, οι γονείς της χωρίζουν και η Μπρέντα μένει με τον πατέρα της. Παρ' ότι ο Γουάλλας Σπένσερ δεν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, πατέρας και κόρη ζουν σε συνθήκες ένδειας, σε ένα παραμελημένο σπίτι που βρίσκεται απέναντι από το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, ένα δημοτικό που φέρει το όνομα του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Στήβεν Γκρόβερ Κλήβελαντ. Η μικρή Μπρέντα μεγαλώνει με μεγάλες στερήσεις. Στο σπίτι δεν υπάρχουν ούτε τα απαραίτητα έπιπλα, οπότε η Μπρέντα όχι απλώς δεν έχει δικό της δωμάτιο αλλά υποχρεώνεται να κοιμάται μαζί με τον πατέρα της σε ένα διπλό στρώμα ριγμένο στο πάτωμα του -υποτιθέμενου- σαλονιού.

Η στιγμή που η Μπρέντα Σπένσερ αφήνει το όπλο στο έδαφος και παραδίνεται.

Μοιραία, η κοπέλλα κλείνεται στον εαυτό της και γίνεται αντικοινωνική. Χάνει κάθε ενδιαφέρον για το σχολείο, σε σημείο που οι δάσκαλοί της πιστεύουν ότι κοιμάται μέσα στην τάξη. Λόγω των πολλών και αδικαιολόγητων απουσιών της και με βάση ισχύοντα νόμο, η Μπρέντα στέλνεται σε ειδικό σχολείο για προβληματικά παιδιά. Στις αρχές του 1978, η διεύθυνση του ειδικού σχολείου ενημερώνει τον πατέρα της ότι η Μπρέντα παρουσιάζει αυτοκτονικές τάσεις. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συλλαμβάνεται επειδή πυροβολεί πουλιά έξω από το σπίτι της, μπροστά στο δημοτικό σχολείο Κλήβελαντ.

Όλοι βλέπουν ότι κάτι δεν πάει καλά με την Μπρέντα. Όλοι, εκτός από τον πατέρα της. Τον Δεκέμβριο του 1978, ο δικαστικός επιτηρητής τής Μπρέντας ζητάει την ψυχιατρική εξέτασή της, η οποία καταλήγει σε σύσταση εγκλεισμού της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Μεταγενέστερες εξετάσεις θα δείξουν ότι η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά τής Μπρέντας οφείλεται μάλλον σε ένα χτύπημα στο κεφάλι λόγω πτώσης της από το ποδήλατο. Εν πάση περιπτώσει, ο Γουάλλας όχι μόνο δεν δίνει την συγκατάθεσή του για τον εγκλεισμό τής κόρης του αλλά τα Χριστούγεννα παίρνει μια μοιραία απόφαση: ενώ η Μπρέντα έχει ζητήσει ως δώρο ένα ραδιόφωνο, εκείνος της χαρίζει ένα ημιαυτόματο τουφέκι Ρούγκερ, με τηλεσκοπικό κλείστρο και 500 σφαίρες. Η αντίστροφη μέτρηση ως το μακελειό θα κρατούσε μόλις έναν μήνα.

Πρωί Δευτέρας 29 Ιανουαρίου 1979. Η Μπρέντα γεμίζει το τουφέκι της και στήνεται στο παράθυρο. Απέναντι, δεκάδες παιδιά μαζεμένα, περιμένουν τον διευθυντή τού δημοτικού Μπάρτον Ραγκ να ξεκλειδώσει την εξώπορτα για να μπουν στο σχολείο τους. Η Μπρέντα τον σημαδεύει με το όπλο και πυροβολεί, σκοτώνοντάς τον. Καθώς επικρατεί πανικός και τα παιδιά ουρλιάζουν, η Μπρέντα συνεχίζει να πυροβολεί στα τυφλά. Ο σχολικός φύλακας Μάικ Σούκαρ τρεχει να βοηθήσει. Η Μπρέντα σημαδεύει, σκοτώνει κι αυτόν και συνεχίζει τα τυφλά χτυπήματα. Σε βοήθεια σπεύδει ο αστυνομικός Ρόμπερτ Ρομπ. Η Μπρέντα ξανασημαδεύει και τον πετυχαίνει στον λαιμό, ευτυχώς χωρίς να τον σκοτώσει. Ο καταιγισμός πυροβολισμών συνεχίζεται και είναι σχεδόν θαύμα ότι κοστίζει τελικά μόνο 2 νεκρούς και 9 τραυματίες.

Όταν τελειώνουν οι σφαίρες, η Μπρέντα παραμένει ήσυχη στο σπίτι, το οποίο περικυκλώνεται από αστυνομικούς που της ζητούν να παραδοθεί. Τους απαντάει ότι μέχρι τώρα έρριχνε σε εύκολους στόχους αλλά τώρα σκέφτεται να βγει έξω πυροβολώντας. Τελικά, θα βγει από το σπίτι γύρω στις 3.30' το απόγευμα κρατώντας το όπλο με τα χέρια ψηλά, θα το ακουμπήσει ήσυχα στο έδαφος και θα παραδοθεί. Παρ' ότι το πάτωμα του σπιτιού βρέθηκε γεμάτο με αδειανά μπουκάλια μπύρας και ουίσκυ, η εξέταση θα δείξει ότι η Μπρέντα δεν είχε καταναλώσει σταγόνα.

Με βάση τον νόμο περί νεανικής εγκληματικότητας, που είχε ψηφιστεί την προηγούμενη χρονιά, η Μπρέντα Σπένσερ θα δικαστεί ως ενήλικας και θα καταδικαστεί σε απροσδιόριστη ποινή κατ' ελάχιστον 25 ετών. Αυτό σημαίνει ότι θα έμενε 25 χρόνια στην φυλακή και μετά θα εξεταζόταν ανά διαστήματα η περίπτωση να αφεθεί ελεύθερη ή να παραταθεί η φυλάκισή της. Σήμερα, η Μπρέντα είναι 56 ετών και παραμένει έγκλειστη, με την επόμενη επανεξέταση της ποινής της να έχει οριστεί για το 2019. Το δημοτικό σχολείο Κλήβελαντ έχει κλείσει εδώ και πολλά χρόνια, λόγω έλλειψης μαθητών.


Ας επιστρέψουμε, όμως, σ' εκείνο το μοιραίο πρωινό. Όσο η Μπρέντα βρίσκεται περικυκλωμένη στο σπίτι της, δέχεται ένα τηλεφώνημα από κάποιον δημοσιογράφο τής εφημερίδας The San Diego Union Tribune, ο οποίος την ρωτά τον λόγο για τον οποίο έκανε ό,τι έκανε. Η απάντηση της δεκαεξάχρονης κοπέλλας θα μείνει ιστορική: "I don't like Mondays, this livens up the day" (δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες, αυτό ζωντανεύει την ημέρα).

Εκείνη την περίοδο, το βρεττανικό γκρουπ The Boomtown Rats βρίσκεται στην Ατλάντα για μια σειρά συναυλιών. Την ώρα του μακελειού, ο τραγουδιστής τού συγκροτήματος Μπομπ Γκέλντοφ δίνει ραδιοφωνική συνέντευξη. Ενώ μιλάει, στο τέλεξ δίπλα του έρχεται η σχετική είδηση. Ο Γκέλντοφ την διαβάζει αμέσως και συγκλονίζεται. Κατά την επιστροφή του στο ξενοδοχείο του, ένας στίχος σχηματίζεται στο μυαλό του: "Silicon chip inside her head had switched to overload" (Ένα τσιπάκι μέσα στο κεφάλι της υπερφορτώθηκε). Σε ελάχιστο χρόνο ο έντονα επηρεασμένος από την φρίκη τού φονικού Γκέλντοφ γράφει όλους τους στίχους τού τραγουδιού και συνθέτει και την μουσική.

Παρά τις επιφυλάξεις τού δημιουργού του, ο οποίος το θεωρούσε ως κακό κομμάτι επειδή δεν ήταν πολύ δουλεμένο, η Mercury αποφάσισε να το κυκλοφορήσει σε σινγκλ. Ευτυχώς! Το μνημειώδες "I don't like Mondays" πήγε αμέσως στο Νο 1 του βρεττανικού τσαρτ ενώ σύντομα έγινε μεγάλη επιτυχία και στα τσαρτ τριάντα μιας χωρών ακόμη. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες των γονιών της να το εμποδίσουν, το δισκάκι κυκλοφόρησε και στις ΗΠΑ αλλά δεν κατάφερε να σκαρφαλώσει στην πρώτη θέση.

12 Μαρτίου 2018

Οι νάνοι του Άουσβιτς

"Σώθηκα με την ευλογία του διαβόλου, ο θεός θα δώσει στον Μένγκελε την αμοιβή του", μας λέει η επιζήσασα του Ολοκαυτώματος Πέρλα Όβιτς. Ξανά και ξανά αφηγείται με λεπτομέρειες πώς αυτή και η οικογένειά της οδηγήθηκαν στον θάλαμο αερίων και διατάχθηκαν να γδυθούν. Άνοιξε μια βαρειά πόρτα και σπρώχτηκαν μέσα. "Ήταν σχεδόν σκοτάδι και στεκόμασταν σε κάτι που έμοιαζε με μεγάλο λουτρό, περιμένοντας κάτι να συμβεί. Κοιτάξαμε το ταβάνι, να δούμε γιατί δεν ερχόταν το νερό. Ξαφνικά μυρίσαμε αέριο. Ανασαίναμε με δυσκολία, κάποιοι από μας λιποθύμησαν. Με την τελευταία μας αναπνοή ουρλιάξαμε. Πέρασαν μερικά λεπτά, ίσως μόνο λίγα δευτερόλεπτα, όταν ακούσαμε μια θυμωμένη φωνή απ' έξω: 'Πού είναι η οικογένεια των νάνων μου;'. Η πόρτα άνοιξε και είδαμε τον δόκτορα Μένγκελε να στέκεται εκεί. Μας διέταξε να βγούμε έξω και μας έρριξαν κρύο νερό για να μας συνεφέρουν".

Η οικογένεια Όβιτς, από το χωριό Ροζαβλέα τής Τρανσυλβανίας, είναι η μεγαλύτερη οικογένεια νάνων που έχει καταγραφεί: ένας νάνος πατέρας με δέκα παιδιά, εφτά των οποίων νάνοι. Η Πέρλα, γεννημένη το 1921, ήταν το νεώτερο. Η μητέρα τους, ανήσυχη για το μέλλον των παιδιών της, τα μύησε σε ένα επάγγελμα με το οποίο θα μπορούσαν να ζήσουν όλοι μαζί, δίχως να αισθάνονται απομονωμένοι ή εξοστρακισμένοι. Καθώς τα πέντε κορίτσια και δυο από τα αγόρια ήσαν ευπαρουσίαστα και είχαν και ταλέντο στην μουσική, η σκηνή έμοιαζε ως η τέλεια επιλογή. Πού αλλού θα μπορούσε να τους χειροκροτήσουν, να τους φλερτάρουν ή να τους εκτιμήσουν; Έτσι, οι Όβιτς έφτιαξαν ένα μουσικό σύνολο που το ονόμασαν "Λιλιπούτειος Θίασος" και επί 15 χρόνια έκαναν μια σημαντική καρριέρα στην Ευρώπη.

Οι επτά νάνοι του "Λιλιπούτειου Θίασου" των Όβιτς

Όταν οι ναζί ήρθαν στην εξουσία, οι Όβιτς ήσαν διπλά καταδικασμένοι. Ως νάνοι ήσαν στόχος τού προγράμματος ευθανασίας "Aktion T-4", με το οποίο οι γερμανοί σκόπευαν να εξοντώσουν όσους ήσαν σωματικά ή νοητικά ανάπηροι. Και ως εβραίοι αποτελούσαν στόχο τής "Τελικής Λύσης". Έτσι, στις 19 Μαΐου 1944 μεταφέρθηκαν, ως εβραίοι, στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου αλλά, από μια παραξενιά της τύχης, σώθηκαν λόγω της αναπηρίας τους. Ήταν σπάνιο να επιζήσει κάποιος σ' αυτό το στρατόπεδο, πόσο μάλλον δύο μέλη από την ίδια οικογένεια, αλλά από την οικογένεια Όβιτς σώθηκαν και τα δώδεκα μέλη της, από το νεώτερο (ένα μωρό 18 μηνών) μέχρι το μεγαλύτερο (μια 58χρονη θεία).

Όταν οι Όβιτς έφτασαν στο Άουσβιτς, αμέσως ξεχώρισαν από τους υπόλοιπους. Εκείνη την ώρα ο Μένγκελε κοιμόταν αλλά όλοι οι στρατιωτικοί γνώριζαν την εμμονή του να διαλέγει άτομα με κάποια ιδιαιτερότητα για να κάνει τα πειράματά του: δίδυμους, ερμαφρόδιτους, γίγαντες, νάνους, παχύσαρκους, καμπούρηδες κλπ. Έτσι, για να κερδίσουν την εύνοιά του, φρόντιζαν να του βρίσκουν συνεχώς καινούργια αποκτήματα για την συλλογή του. Και μια ολόκληρη οικογένεια νάνων έμοιαζε πολύ καλός λόγος για να τον ξυπνήσουν μέσα στην νύχτα. Πράγματι, όταν ο Μένγκελε είδε τους Όβιτς, έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση, λέγοντας: "τώρα έχω δουλειά για είκοσι χρόνια".

Ο Μένγκελε είχε εκατοντάδες δίδυμα στην διάθεσή του αλλά μόνο μία οικογένεια νάνων. Έτσι, φρόντισε να μη βάλει σε κίνδυνο τα "ινδικά χοιρίδιά" του. Τους παραχώρησε ιδιαίτερο χώρο για να μένουν, οι μερίδες τού φαγητού τους ήσαν μεγαλύτερες, δεν τους έκοψε τα μαλλιά ώστε να μπορεί να κάνει πειράματα και με αυτά ενώ τους επέτρεψε να φορούν τα δικά τους ρούχα αφού δεν υπήρχαν στολές κρατουμένων στα μέτρα τους.

Οι Όβιτς περιγράφουν λεπτομερώς τις οδυνηρές αιμοδοσίες στις οποίες υποχρεώνονταν. Συχνά λιποθυμούσαν και δέχονταν καταιωνισμό με κρύο νερό για να συνέλθουν ώστε να συνεχιστεί η μετάγγιση. Οι αιμοληψίες επαναλαμβάνονταν σε τακτική εβδομαδιαία βάση, μαζί με δεκάδες ακτινογραφιών. "Η ποσότητα αίματος που μας έπαιρναν ήταν τεράστια και, καθώς ήμασταν αδύναμοι από την πείνα, λιποθυμούσαμε συχνά", θυμάται η Πέρλα. "Αυτό δεν σταματούσε τον Μένγκελε. Μας κρατούσε ξαπλωμένους και όταν συνερχόμασταν, συνέχιζε την μετάγγιση. Μας τρυπούσαν απρόσεχτα και το αίμα πεταγόταν. Συχνά αισθανόμασταν ναυτία και πολλές φορές κάναμε εμετό. Όταν επιστρέφαμε στο στρατόπεδο, σωριαζόμασταν στις ξύλινες κουκέτες αλλά πριν βρούμε τον χρόνο να συνέλθουμε, μας καλούσαν για έναν νέο κύκλο...".

Η ιατρική επιστήμη εκείνης της εποχής είχε εμμονή με το αίμα και τα συστατικά του και, γενικά, θεωρούσε ότι το πλάσμα περιέχει όλα τα γενετικά χαρακτηριστικά. Τα ιατρικά αρχεία πιστοποιούν τι έψαχνε ο Μένγκελε: προβλήματα σε νεφρά και συκώτι, τύφο, σύφιλη κλπ. Οι σημειώσεις των γιατρών ρίχνουν φως στις ατέλειωτες ανθρωπολογικές μετρήσεις και συγκρίσεις που έκανε ο Μένγκελε ανάμεσα στους Όβιτς και τους γείτονές τους, τους οποίους ο Μένγκελε εξέλαβε κατά λάθος ως μέλη της ίδιας οικογένειας: οι γιατροί πήραν μυελό των οστών, έβγαλαν υγιή δόντια, ξερρίζωσαν μαλλιά και βλεφαρίδες και πραγματοποίησαν ψυχολογικά και γυναικολογικά τεστ σε όλους.

Από μια άποψη, οι Όβιτς ήσαν τυχεροί, που δεν είχαν την ίδια μοίρα με δυο άλλους νάνους (έναν καμπούρη και τον γυιο του), οι οποίοι έφτασαν στο στρατόπεδο τρεις μήνες μετά απ' αυτούς. Έχοντας αποφασίσει να στείλει τους σκελετούς τους σε ένα μουσείο του Βερολίνου, ο Μένγκελε διέταξε να τους βράσουν μέχρι η σάρκα να πέσει από τα κόκκαλα. Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, σκότωσε άλλον έναν νάνο για τον σκελετό του. Αυτή την φορά ο άτυχος άνδρας ρίχτηκε σε μια μπανιέρα με οξύ.

Οι τέσσερις παντρεμένες νάνοι υποβλήθηκαν σε εξαντλητικές γυναικολογικές εξετάσεις. Στην επόμενη φάση του πειράματος, ο Μένγκελε θα ζευγάρωνε τους ανύπαντρους θηλυκούς νάνους με τα αρσενικά αδέλφια τους, κάνοντας τις μήτρες τους εργαστήρια για να μελετήσει τους απογόνους που θα προέκυπταν. Είναι γνωστό ότι ο Μένγκελε αρεσκόταν σε τέτοια πειράματα...

Μάιος 1945: Οι Όβιτς αποχωρούν από το στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου

Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από δημοσιεύματα του Guardian "The dwarves of Auschwitz" και της Daily Mail "How the seven dwarfs of Auschwitz fell under the spell of Dr Death: The hideous experiments carried out by Nazi Josef Mengele on seven trusting brothers and sisters" (23/3/2013 και 15/2/2013) και συνιστούν μια από τις αμέτρητες απαντήσεις προς όσους διατείνονται ακόμη και σήμερα πως ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος αν ο Χίτλερ δεν είχε ηττηθεί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκείνο που δεν αναφέρεται στα παραπάνω δημοσιεύματα είναι ότι στα πειράματά του ο Μένγκελε χρησιμοποιούσε φάρμακα της Bayer, τα οποία βρίσκονταν ακόμη σε πειραματικό στάδιο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην εταιρεία να τα δοκιμάσει στην πράξη. Επίσης, δεν αναφέρεται ότι δεν ήταν μόνο ο Μένγκελε που έκανε τέτοια πειράματα αλλά σωρεία γιατρών, πολλοί από τους οποίους έπιασαν δουλειά μετά τον πόλεμο είτε στις ΗΠΑ είτε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είτε σε άλλες δυτικές χώρες. Αλλά γι' αυτό θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

Κλείνοντας, ας σημειώσουμε ότι, μετά την απελευθέρωσή τους από το Άουσβιτς, οι Όβιτς γύρισαν για λίγο στον τόπο τους και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Ισραήλ. Η Πέρλα πέθανε στα 80 της χρόνια, το 2001, η αδελφή της η Φραντσίσκα έφτασε τα 91 και η Ροζίκα, η πρωτότοκη, τα 98. Ο Μένγκελε δεν πρόλαβε να αποδείξει ότι ο νανισμός δεν μικραίνει την ζωή...

------------------------------

- Οι φωτογραφίες του κείμενου προέρχονται από τα αναφερόμενα δημοσιεύματα. 
- Συρραφή αποσπασμάτων και απόδοση στα ελληνικά: Cogito ergo sum.

7 Μαρτίου 2018

Για τον κυρ-Βασίλη

Είναι μοιραίο να σου έρχεται μια συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό κάθε φορά που αναθυμιέσαι κάποιον από εκείνους που έφυγαν.

Τον κυρ-Βασίλη θα τον βλέπω πάντα έτσι όπως τον είδα εκείνο το κυριακάτικο πρωί, στις 3 Απρίλη 2016, στην πλατεία Γεωργίου. Ετοιμαζόμασταν να ξεκινήσουμε την μεγάλη πορεία - διαμαρτυρία κατά της ανεργίας, την πορεία των οκτώ ημερών από την Πάτρα στην Αθήνα. Στα ογδόντα του χρόνια, με το πάρκινσον να τον κατατρώει, ήταν κι αυτός εκεί. Με το κασκέτο στο κεφάλι, το σακκίδιο στην πλάτη και το μπαστούνι στο χέρι.

"Κυρ-Βασίλη, πάμε για Αθήνα;", τον ρώτησα χαμογελώντας.

"Φυσικά", μου απάντησε μονολεκτικά, απόλυτα σοβαρός.

Τότε δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο φυσικά ξεστομίστηκε εκείνο το "φυσικά". Το κατάλαβα τις επόμενες μέρες. Δεν ξέρω εν τέλει πόσα μέτρα περπάτησε πραγματικά αλλά ο κυρ-Βασίλης ήταν εκεί. Όπως ήταν πάντοτε εκεί, σε όλη του την ζωή. Μέχρι το τέλος.

Σήμερα, θα είμαστε εμείς εκεί, για να ξεπροβοδίσουμε τον κυρ-Βασίλη τον Πεσματζόγλου στο στερνό του ταξίδι. Θα είμαστε εκεί, με την ελπίδα ότι θα κληρονομήσουμε λίγη από την αστείρευτη δύναμη και την ακατάβλητη διάθεση για αγώνα και προσφορά που είχε ως το τέλος.

16 Φεβρουαρίου 2018

Η Σκάλα του Μιλάνου

Μάιος 1919. Κάπου στο κέντρο του Βόλου, στην πλατεία Αγίου Νικολάου και, συγκεκριμένα, στο νούμερο 174 της οδού Ερμού (αργότερα θα αλλάξει η αρίθμηση και το 174 θα γίνει 186), ο 27χρονος Στέφανος Μιλάνος ανοίγει ένα καπηλειό. Καπηλειό παναπεί ότι το μαγαζί βάζει το κρασί και ο πελάτης φέρνει μαζί του τον μεζέ που γουστάρει, από ντομάτα, φέτα κι ελιές μέχρι λακέρδα και σκουράντζο.

Ο Στέφανος κάνει το κέφι του. Όχι πως με την δουλειά δεν τρέφει την οικογένειά του αλλά έχει και την άνεση να κάθεται σε μια γωνιά και να γρατζουνάει το μπουζουκάκι του. Με τον καιρό, έβαλε το χεράκι της κι η γυναίκα του, η Σουλτάνα με το όνομα και το καπηλειό εξελίχθηκε σε ταβερνάκι. Ένα μικρό ταβερνάκι, που σιγά-σιγά έγινε στέκι των εργατών κι όσων δούλευαν πιο κάτω, στο λιμάνι. Στέκι όχι μόνο για τα φαΐ και το πιοτί μα, κυρίως, για το μπουζούκι τού Στέφανου. Ώσπου άρχισαν οι θαμώνες να ξεθαρρεύουν και κάποιοι απ' αυτούς να κουβάλανε τα βράδυα τα δικά τους οργανάκια και το ταβερνάκι να γίνεται μουσικός παράδεισος.

Σαν ήρθε η μεταξική δικτατορία, βρήκε φιρμάνι να κρεμάσουν όλα τα μαγαζιά απ' έξω μια ταμπέλα που να λέει τι είδους μαγαζί ήταν αυτό και ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης. Έτσι, λοιπόν, στα 1936 το μαγαζί του Στέφανου βαφτίστηκε κι έγινε "Σκάλα", επειδή όποιος πέρναγε απ' αυτό μια φορά, κόλλαγε, "σκάλωνε" και ξαναρχόταν. Αυτό ήταν. Ο Βόλος είχε αποκτήσει πλέον την δική του "Σκάλα του Μιλάνου".

Η "Σκάλα του Μιλάνου" επί της οδού Ερμού. Στην πόρτα ο Νίκος Μιλάνος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα. Και με την απελευθέρωση έγιναν δυσκολώτερα, λόγω της κομμουνιστικής ιδεολογίας τόσο του Μιλάνου όσο και των περισσότερων πελατών του. Το μαγαζί δέχτηκε επανειλημμένες επιδρομές ταγματασφαλιτών αλλά ο Στέφανος δεν τους έκανε την χάρη να τον πιάσουν. Έφυγε και κρυβόταν για καιρό στο Πήλιο, ώσπου να ηρεμήσουν κάπως τα πράγματα.

Όταν τέλειωσε ο εμφύλιος, τα πράγματα πήραν την σειρά τους. Στο μαγαζί άρχισαν να μπαίνουν σιγά-σιγά τα παιδιά τού Στέφανου, ο Κάρολος κι ο Νίκος (και κάπου-κάπου κι ο Στάθης, ο μικρότερος), που είχανε μάθει το μπουζούκι στα μικράτα τους από τον πατέρα τους. Όλη την ημέρα οι Μιλάνοι σερβίριζαν τους πελάτες με το χαμόγελο και την καλή τους την κουβέντα. Μα σαν έφτανε εννιά το βράδυ, τα πιάτα μαζεύονταν κι απάνω στα τραπέζια απόμεναν μόνο τα κανάτια με το κρασί, τα ποτήρια και τα τασάκια. Ήταν η ώρα που στη μέση άνοιγε χώρος, μπαίναν τρεις καρέκλες, ο Στέφανος κι οι γιοι του πιάναν τα μπουζούκια τους κι έπαιζαν ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς. Δίχως παρτιτούρες και δίχως φιοριτούρες.

Από την "Σκάλα" πέρασαν πολλοί, είτε για να ακούσουν τους Μιλάνους είτε για να παίξουν μαζί τους. Ανάμεσά τους ο Βαμβακάρης, ο Γαβαλάς, ο Ζαγοραίος, ο Καλδάρας, ο Λεμονόπουλος, ο Μπιθικώτσης, ο Παγιουμτζής, ο Παπαϊωάννου, ο Τσιτσάνης... Ο τελευταίος, μιλώντας σε τοπικό δημοσιογράφο, δεν δίστασε να δηλώσει ότι "έρχομαι εδώ, στην Σκάλα του Μιλάνου, για ν' ακούσω πόσο όμορφα παίζονται τα λαϊκά τραγούδια". Ο Τσιτσάνης είχε δίκιο γιατί οι Μιλάνοι παίζανε με την ψυχή τους, το όργανο γινόταν η προέκταση του χεριού τους κι ο ήχος του συνταίριαζε με την ανάσα τους, σάμπως το μπουζούκι να ήταν συστατικό τής ύπαρξής τους.

Αξίζει τον κόπο να κάνουμε εδώ μια παρένθεση. Ο Στάθης βαφτίστηκε το 1947, σε ηλικία έξι ετών. Βαφτίστηκε μεγάλος, μιας κι ως τότε ο νονός του βρισκόταν πρώτα στο βουνό και μετά στις εξορίες. Στα βαφτίσια του διασκέδασε τους καλεσμένους παίζοντας μπουζούκι ο ίδιος. Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε.

Εδώ, πριν τον πόλεμο, ήρθε κι ένας δεκαπεντάχρονος πιτσιρικάς για να μάθει μπουζούκι, ένα προσφυγόπουλο από την Πόλη, ο Γιώργος, ο γιος του Στέφανου του Μητσάκη, του ψαρά από την Άφυσσο. Σαν ήρθε ο καιρός, ο Μιλάνος έδωσε του μικρού Μητσάκη 150 δραχμές για να αγοράσει το δικό του μπουζούκι. Ο Γιωργάκης δίστασε. "Δανεικά στα δίνω, μικρέ", είπε σοβαρά ο ταβερνιάρης. Και για να δείξει στον μικρό ότι εννοούσε αυτό που έλεγε, πήγε στον μαυροπίνακα που είχε στον τοίχο για να γράφει τα χρωστούμενα των πελατών, πήρε την κιμωλία κι έγραψε καθαρά "Γιώργος Μητσάκης 150". Εννοείται ότι μετά τό 'σβησε.

Ο μικρός πήρε το μπουζούκι και λίγο αργότερα την κοπάνησε για Θεσσαλονίκη, κρυφά από τον πατέρα του που ήθελε να τον κάνει ψαρά. Έγινε μεγάλος και τρανός μα ούτε ξαναπάτησε το πόδι του στην "Σκάλα" ούτε μίλησε ποτέ γι' αυτή. Ο Μιλάνος καπρίτσωσε. Πήγε στον μαυροπίνακα, έγραψε με την κιμωλία πάνω-πάνω "Αχάριστος κόσμος" κι από κάτω "Γιωρ. Μητσάκης, μπουζουκτσής Αθηνών: 150". Το όνομα του κακοπληρωτή Γιώργου Μητσάκη θα έμενε στον μαυροπίνακα ίσαμε το 1965. Θα έμενε για πάντα εκεί αλλά τότε σε μια συνέντευξή του ο Μητσάκης έσωσε και δήλωσε ότι "μπουζούκι μού έμαθε ο γερο-Στέφανος Μιλάνος στον Βόλο", οπότε ο Μιλάνος  είπε χαλάλι, του έδωσε άφεση και τον έσβησε.

Οι Μιλάνοι δεν είχαν καλή σχέση με τα λεφτά. Δεν τα λιμπίστηκαν ποτέ. Γι' αυτό και ποτέ δεν πήγαν σε άλλο μέρος για να παίξουν, εκτός από τον Κάρολο, που στο φανταρηλίκι του έπαιξε σε κάποια μαγαζιά της Λάρισας και της Καρδίτσας. Το παίξιμό τους έγινε θρυλικό επειδή έπαιζαν τα πάντα από μνήμης, πράγμα που τους οδηγούσε αναπόφευκτα σε εντυπωσιακούς αυτοσχεδιασμούς και ανεπανάληπτα σολαρίσματα.

Σκάλα του Μιλάνου, 22/12/1959. Ο Στέφανος Μιλάνος με τους τρεις γιους του. Με το καπέλλο, ο ηθοποιός
Πέτρος Γιαννακός (Κοκοβιός). Πίσω, ο μαυροπίνακας με το όνομα του Μητσάκη πρώτο-πρώτο.

Το 1970, ο Στέφανος Μιλάνος φεύγει από την ζωή σε ηλικία 78 ετών. Η "Σκάλα" μένει στα χέρια τού Κάρολου και του Νίκου. Στις 29 Νοεμβρίου 1978, το ταβερνάκι μετακομίζει σε έναν κάπως μεγαλύτερο χώρο, στην οδό Ιωλκού αριθμός 83, κρατώντας πιστά την ίδια σειρά: κάθε βράδυ στις εννιά, ο Κάρολος με τον Νίκο και τον Στέφανο τζούνιορ έπιαναν τα μπουζούκια τους. Σκέτα, όπως πάντα, δίχως ενισχυτές και μεγάφωνα.

Στις 4 Ιουνίου 2004, οι φίλοι των Μιλάνων διοργανώνουν προς τιμή τους μια συναυλία στον Βόλο. Την παρουσιάζει ο Πάνος Γεραμάνης και συμμετέχουν οι Kώστας Καλαφάτης, Δημήτρης Κοντογιάννης, Χρήστος Μητρέντζης, Γιώργος Ξηντάρης, Νίκος Παπάζογλου, Τόλης Χάρμας κ.α. Δυο χρόνια μετά, στις 20 Απριλίου 2006 (ημέρες Πασχαλιάς), ο Νίκος φεύγει για να συναντήσει τον πατέρα του. Το φευγιό του σημαίνει και το τέλος τής "Σκάλας", μετά από 87 χρόνια ζωής. Την επόμενη χρονιά, στις 4 Μαΐου 2007 (πάλι ημέρες Πασχαλιάς), θα φύγει και ο Κάρολος, κλείνοντας οριστικά μια από τις πολλές όμορφες σελίδες της λαϊκής μουσικής μας ιστορίας.

2 Φεβρουαρίου 2018

Ζωρζ Μπατέ, πτυχιούχος Παρισίων

Έχω εκφράσει κατ' επανάληψη την εκτίμησή μου για το επίπεδο των αναγνωστών αυτού του ιστολογίου. Παραδέχομαι ότι ώρες-ώρες με βραχυκυκλώνετε τόσο με τις τοποθετήσεις σας όσο και με τις απορίες ή τα θέματα που βάζετε για συζήτηση. Τις προάλλες κάποιος ζήτησε να μιλήσουμε για την σκανδιναβική κρίση τής δεκατείας του '90, προχτές κάποιος άλλος έβαλε θέμα τα ψηφιακά νομίσματα, χτες ένας τρίτος θυμήθηκε τον Κοντράτιεφ... Δεν λέω, καλά όλα αυτά αλλά σιγά μη σας κάνω τέτοια χατήρια παρασκευιάτικα. Άλλα έχω σήμερα στο μυαλό μου.

Πρώτα-πρώτα, ανοίξτε τα ηχεία σας και ακούστε το "How dry I am" με προσοχή. Βέβαια, εδώ το ακούτε σε διασκευή για ορχήστρα αλλά πρέπει να σας πω ότι πρόκειται για λαϊκό πολιτειακό τραγουδάκι του 19ου αιώνα, βασισμένο σε κάποιο γκόσπελ (ευαγγελικός ύμνος). Μη μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει κάτι! Ίσως να σας φέρνει στο μυαλό τον Σαρλώ, μιας και το έχει χρησιμοποιήσει ο Τσάρλυ Τσάπλιν για να ντύσει μουσικά κάποιες από τις βουβές του ταινίες. Σίγουρα, όμως, πρέπει να σας θυμίζει τον περίφημο "Μπουφετζή", του Γιώργου Μπάτη:
Θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες,
νά 'ρχονται οι χανούμισσες, να πίνουν αργιλέδες...
Λένε πως ο Μπάτης άκουσε το κομμάτι βλέποντας Σαρλώ και το αντέγραψε αλλά το πιθανώτερο είναι ότι άρπαξε την μελωδία από κάποιους πολιτειακούς ναύτες που το τραγουδούσαν στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτό έγινε το 1935. Το 1947, ο Σπύρος Περιστέρης "πείραξε" την μουσική, ο Μίνως Μάτσας άλλαξε τους στίχους (υπογράφοντάς τους ως Πιπίτσα Οικονόμου, το όνομα της γραμματέως του) και η Έλλη Σωφρονίου τραγούδησε την "Αρχόντισσα":
Ήθελα νά 'μουν πλούσιος, Ροκφέλερ αν μπορούσα,
να σ' έκανα αρχόντισσα, με βίλες και με λούσα...
"Καφενείον: Η Οδός Απελπισίας (Διαταγή Δημάρχου) - Ζορζ Α. Βατέ"
Πίσω, ο Μπάτης. Δεξιά, με το μπαγλαμαδάκι ο αδικοχαμένος Μήτσος Καρυδάκιας

Ναι, σήμερα μου θυμήθηκε να μιλήσω για τον Γιώργο Μπάτη ή Αμπάτη, του οποίου το πραγματικό επώνυμο ήταν Τσώρος ή Τσορός, γεννήθηκε στα Παλιά Λουτρά Μεθάνων ή στον Πειραιά, μάλλον το 1890 αλλά μπορεί και το 1885 ή το 1886 και απέκτησε το παρανόμι του είτε από κάποιον ταγματάρχη ονόματι Ιωσήφ Αμπάτη είτε επειδή ο πατέρας του σκόρπαγε τα λεφτά του κι έλεγε πως τα έπαιρνε ο μπάτης. Όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς σοβαρά για αυτή την προσωπικότητα, που θεωρείται από τους πατριάρχες του ρεμπέτικου παρ' ότι γραμμοφώνησε μόνο 17 τραγούδια. Πάντα ντυμένος στην πέννα, με το καβουράκι του, την γραββάτα ή το παπιγιόν του, το ψηλοτάκουνο και μυτερό στιβάλι του και το μπαστουνάκι του, δεν καταγράφηκε άδικα ως ο μεγαλύτερος λαϊκός αριστοκράτης του υποκόσμου.

Ο Μπάτης πήγε φαντάρος το 1908 ή το 1909 και απολύθηκε το 1920. Κάτι οι απανωτοί πόλεμοι της εποχής και κάτι οι συνεχείς λιποταξίες του, έμεινε στον στρατό δώδεκα χρόνια, αρκετά για να μάθει το μπουζούκι από την καλή κι από την ανάποδη. Σαν απολύθηκε, βγήκε για μεροκάματο και σχεδόν δεν υπάρχει δουλειά που δεν έκανε, από κομπογιαννίτης (είχε "πατεντάρει" δική του σκόνη για τον πονόδοντο και δική του αλοιφή για τους κάλους) μέχρι πλανόδιος οδοντίατρος (!) κι από πλασιέ μέχρι σαράφης (ενεχυροδανειστής).

Κάπου εκεί στις αρχές τής δεκαετίας του 1920, άνοιξε στο ισόγειο του σπιτιού του στην Λεύκα του Πειραιά το χοροδιδασκαλείο "Κάρμεν", στο οποίο αναφερθήκαμε πρόσφατα ("Πίνοντας τσίπουρο στον Πειραιά...", "Μάγκας από μικράκι"). Η "Κάρμεν", εκτός από χοροδιδασκαλείο ήταν και ένας πρώτης τάξεως χασισοποτείο. Εκεί που χόρευε ο κόσμος, έδινε ο Μπάτης το παράγγελμα "μεσιέ, σανζέ λα νταμ πουρ αργιλέ" και όλοι περνούσαν στο πίσω δωμάτιο για να φουμάρουν.

"Καφενείον: Το Γλυκό Όνηρον - Πτυχιούχος Παρισίων"

Εκτός από την "Κάρμεν", ο Μπάτης άνοιγε και καφενέδες. Καφενέδες με μπουζούκια και με χασισάκι, βέβαια. Κι όταν λέμε άνοιγε, εννοούμε πώς έναν έκλεινε κι έναν άνοιγε κάθε τρεις και λίγο. Και με τι ονομασίες! "Οδός απελπισίας", "Το γλυκό όνηρον", "Τα τέσσερα βάσανα - οι έξι πόνοι"... Ο πιο ονομαστός απ' αυτούς τους καφενέδες βρισκόταν στα Λεμονάδικα, στην Ακτή Τζελέπη, λεγόταν "Καφενείον Ζωρζ Μπατέ" και λειτούργησε από το 1931 ως το 1937, όταν μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε όλο το οικοδομικό τετράγωνο.

Κάπου εκεί στις αρχές τής δεκαετίας του 1930, ο μέγας πλακατζής Μπάτης σκέφτηκε να φτιάξει ένα μουσικό κουαρτέτο, μια ορχήστρα να πούμε, με καλλιτέχνες που δεν τους ήξερε κανείς και να την ονομάσει "Η τετράς η ξακουστή". Τό έψαξε κάμποσο και διάλεξε για συντρόφους του έναν εργάτη του λιμανιού ονόματι Στράτος Παγιουμτζής, έναν εκδοροσφαγέα ονόματι Μάρκος Βαμβακάρης και ένα άνεργο ρεμάλι ονόματι Ανέστης Δέλλιος (ο κατοπινός Ανέστος Δελιάς ή Αρτέμης). Ήταν η πρώτη ορχήστρα με κιθάρα, μπαγλαμά και δυο διαφορετικά χορδισμένα μπουζούκια, σχήμα που από τότε έγινε πρότυπο μιας ρεμπέτικης ορχήστρας.

Το 1933, η "τετράς" μπαίνει στο στούντιο για να γραμμοφωνήσει το "Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα" και το "Μάγκες καραβοτσακισμένοι". Πριν αρχίσει η ηχογράφηση, ο Μπάτης βγήκε έξω να κάνει μια τζούρα για να στρώσει η φωνή του. Μα σαν γύρισε, είχε μαστουριάσει τόσο, ώστε ήταν αδύνατο να τραγουδήσει. Για να μη ματαιωθεί η γραμμοφώνηση και πάνε στράφι τόσα έξοδα, ανέλαβε ο Παγιουμτζής να τραγουδήσει, που ήταν λιγώτερο "πιωμένος". Αυτή έμελλε να είναι η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Στράτου Παγιουμτζή.

Τόσο για την "ξακουστή τετράδα" όσο και για τον ίδιο τον Μπάτη θα μπορούσαμε να μιλάμε με τις ώρες. Όμως, για να μη ξοδεύω τον χρόνο σας με πράγματα που ήδη γνωρίζετε ή που μπορεί εύκολα να βρείτε, προτιμώ να ολοκληρώσω για σήμερα με μια εν πολλοίς άγνωστη ιστορία, η οποία δείχνει την αίσθηση του χιούμορ που είχε ο Μπάτης, την έφεσή του για πλάκες αλλά και το ήθος του.

Η ξακουστή τετράς: Στράτος Παγιουμτζής, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης, Ανέστος Δελιάς

Το 1935, η "τετράς η ξακουστή" βρέθηκε στο Ηράκλειο για λίγες εμφανίσεις, με τον Μπαγιαντέρα να αντικαθιστά τον Παγιουμτζή που αρρώστησε ξαφνικά. Στο μαγαζί που παίζανε, πήγαινε κάθε βράδυ ένα κρητίκαρος, ο οποίος όμως ούτε τραγούδαγε ούτε χόρευε αλλά ήταν μονίμως σκεφτικός. Με τα πολλά, ο Μπάτης τον πλησίασε και ενδιαφέρθηκε να μάθει τι τον απασχολούσε. Όσο κι αν είναι αστείο, το πρόβλημα του κρητικού ήταν ότι είχε ένα πουλάρι τόσο ατίθασο ώστε κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει. Ο Μπάτης έβαλε τα γέλια. "Σιγά καημένε", έκανε στον κρητικό, "αύριο το μεσημέρι, πριν πάρουμε το καράβι για Πειραιά, θα έρθω στον σταύλο σου, θα το καβαλλήσω και θα πάω βόλτα". Ο κρητικός πέταξε από την χαρά του. "Αν μου το μερέψεις, έχεις ένα χιλιάρικο για λόγου σου"!

Το επόμενο μεσημέρι πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι του κρητικού. Ο Μπάτης τους έβαλε όλους σε απόσταση και μπήκε μόνος του στον στάβλο. Αμέσως από τον στάβλο ακούγεται ένας σαματάς, ένα κακό, που κόντεψε να γκρεμιστεί το κτίσμα. Οι άλλοι τρόμαξαν μα ύστερα από λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή και δυο λεπτά αργότερα να σου κι ο Μπάτης να προβάλλει καβάλλα στο πουλάρι, στητός-στητός. Μέχρι και τον κρητικό έβαλε πισωκάπουλα για να τον κάνει μια κοντόβολτα. Χάρηκε ο κρητικός, δίνει το χιλιάρικο στον Μπάτη. Εκείνος κάνει νόημα στους άλλους, χαιρετάνε και φεύγουν γρήγορα-γρήγορα για το λιμάνι.

Πριν καλά-καλά λύσει κάβους το βαπόρι, σκάει μύτη τρέχοντας ο κρητικός καβάλλα σε ένα άλογο, κραδαίνοντας ένα ντουφέκι και ουρλιάζοντας. Οι τρεις κοιτάγανε με απορία μια τον κρητικό και μια τον φίλο τους, οπότε ο Μπάτης αναγκάστηκε να αποκαλύψει το κόλπο του. Μπαίνοντας στον στάβλο, άναψε μια τσίκα χασίσι και την πέταξε στον χώρο που ήταν το πουλάρι, το οποίο τσίνισε στην αρχή αλλά μόλις ντουμάνιασε ο τόπος, μαστούρωσε και ηρέμησε. Το κακό ήταν πως, ώσπου να το ξαναβάλει ο κρητικός στον στάβλο, πέρασε η μαστούρα... Όταν το βαπόρι έπιασε στον Πειραιά, πρώτη δουλειά του Μπάτη ήταν να πάει στο ταχυδρομείο και να επιστρέψει το χιλιάρικο στον κρητικό. Την επόμενη φορά που ο κρητικός ανέβηκε στον Πειραιά, πήγε και βρήκε τον Μπάτη κι έγιναν φιλαράκια.

Ο Γιώργος Μπάτης ως μπαρμπουτιέρης στην ελληνική ταινία "Οι παπατζήδες" (1954)

Είπαμε πολλά και είναι ώρα να σας αφήσω. Αν θέλετε να ακούσετε Μπάτη, βάλτε "Από κάτω απ' το ραδίκι", "Βλέπω τέσσερις παρέα", "Ο Θερμαστής", "Σού 'χει λάχει", "Γυφτοπούλα στο χαμάμ" ή όποιο άλλο σας κάνει κέφι. Αν θέλετε να τον δείτε, ψάξτε την ελληνική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου "Οι παπατζήδες", όπου κάνει τον μπαρμπουτιέρη, μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη, τον Νίκο Ρίζο και τον Πέτρο Γιαννακό.

5 Ιανουαρίου 2018

Μάγκας από μικράκι

Με αφορμή την χτεσινή βόλτα μας στον Πειραιά, είπα πως ίσως κάποτε μιλήσουμε για την μεγάλη απόδραση των Βούρλων. Δεν πρόλαβα να αποσώσω την κουβέντα μου, άρχισαν οι προτροπές των αναγνωστών να το κάνω. Ε, θα το κάνω από βδομάδα. Σήμερα Παρασκευή, είπαμε πως φέρνουμε την αυριανή αργία των Φώτων μια μέρα πιο κοντά, οπότε μη ζητάτε πολλά. Το πολύ-πολύ να πιάσω αφορμή από κάτι που αναφέραμε χτες ξώφαλτσα και να αρχίσω άλλες ιστορίες.

Χτες, λοιπόν, έβαλα μια φωτογραφία τής οδού Αίμου, στην Λεύκα του Πειραιά, σημάδεψα τον αριθμό 8 του δρόμου, όπου το 1920 ο Γιώργος Μπάτης άνοιξε το χοροδιδασκαλείο "Κάρμεν" και σημείωσα ότι απέναντι ακριβώς ήταν το σπίτι του Μιχάλη Γενίτσαρη. Όταν ο Μπάτης άνοιγε το "Κάρμεν", ο Μιχάλης ήταν μόλις τριών χρόνων. Λίγο πιο κάτω, αριστερά στην Παλαμηδίου, στην γωνία με Αδριανουπόλεως, ο πατέρας του είχε ένα μαγαζί πολύ "προχώ", όπως θα το λέγαμε σήμερα. Την ημέρα λειτουργούσε ως λαϊκό μαγερειό (πατσά, βραστούρα, φασολάδα, λαδερό, γιουβέτσι, κανά κοκκινιστό της κατσαρόλας κλπ) αλλά σαν βράδυαζε μετατρεπόταν σε μπυραρία μετά μουσικής, έτσι όπως είδαμε τις μπυραρίες προχτές, που είχαμε πάει ως του Πίκινου.

Μιχάλης Γενίτσαρης, Σωτηρία Μπέλλου (1948)

Άντε τώρα να βρει ο Μιχάλης μυαλό για σχολείο. Έβγαλε την πρώτη δημοτικού με το ζόρι και μετά έπιασε στασίδι στο μαγαζί του πατέρα του, δουλεύοντας κανονικά ως παραγιός. Ε, πολύ ήθελε; Κάτι τα όργανα στο μαγαζί, κάτι που έγινε φιλαράκι με τον Θανάση, τον γιο του Μπάτη, κάτι που τον είχε πάρει ο ίδιος ο Μπάτης από ίσκιο και τον περιμάζευε, κάτι ένας παλιομπαγλαμάς  που βρήκε σε μια κασέλα στο σπίτι του, άρχισε ο Μιχάλης να γρατζουνάει τα τέλια από μικρός. Και σαν ξεπετάχτηκε λίγο και πήγε για μεροκάματο ως καζαντζής (έφτιαχνε καζάνια) στο χυτήριο του μαστρο-Κώστα του Καταγά, ανέλαβε ο ίδιος ο μαστρο-Κώστας να μάθει στον μικρό Μιχάλη τα κόλπα και τα μυστικά τού μπουζουκιού. Στα δεκαπέντε αγόρασε το πρώτο του μπουζούκι.
Τα βράδια συναντιόμουνα με τους φίλους μου. Είχαμε γίνει δεκαπεντάρηδες. Παίζαμε στις γειτονιές, εγώ μπουζούκι και ένας φίλος μου, Τάκης Δημητρίου, κιθάρα. Εν τω μεταξύ, μετά γνώρισα και στου Μπάτη το καφενείο το Δελιά, το Μάρκο, που δεν είχανε ακόμα γραμμοφωνήσει, δεν είχανε ακουστεί. Ερχόντουσαν στου Μπάτη. Ο Μάρκος δούλευε τότε στα σφαγεία. Εγώ τότε έπαιζα μπουζούκι καλούτσικο. 
Αν χτες κάναμε κουβέντα για μάγκες και νταήδες τού προπολεμικού Πειραιά, τί να πούμε για τον Γενίτσαρη; Στα 17 του τα έβαλε με έναν μπάτσο, που του έκανε παρατήρηση και πάνω στον καυγά ο μπάτσος τόλμησε να του κλοτσήσει το μπουζούκι και να το σπάσει. Φυσικά, ο Μιχάλης τον έκανε του αλατιού. Ναι, καλά του ξηγήθηκε και παράσημο στο πέτο οι έξι μήνες που έκατσε στις φυλακές Αβέρωφ "προς αναμόρφωσιν". Κι όταν ξεμπουκάρισε και ξαναγύρισε στο καζαντζιλήκι, είχε κάνει ένα σεβαστό όνομα, παρά "το νεαρόν της ηλικίας του". Εκεί ήταν που έγραψε τον ύμνο "Εγώ μάγκας φαινόμουνα" (*), ένα κομμάτι που ηχογράφησε στην Κολούμπια το 1937, φλιπσάιντ στην "Φαληριώτισσα" του Στράτου Παγιουμτζή.

Το κομμάτι πήγε καλά, ο Μιχάλης άρχισε να γίνεται γνωστός και αποφάσισε ν' αφήσει το χυτήριο και να ανοίξει έναν καφενέ στην από πάνω γωνία του σπιτιού του, Αίμου και Βάσσου, όπου από την πρώτη στιγμή άρχισε να γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Και ποιος δεν πέρασε από κει να παίξει μπουζούκι; Βαμβακάρης, Παγιουμτζής, Χιώτης, Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Δελιάς, Καρυδάκιας... Μα όταν κάποτε λιγουρεύτηκε μια πουτάνα από τα Βούρλα, το παράτησε και πήγε να ανοίξει άλλο εκεί κοντά της. Αυτό του το έκλεισε η αστυνομία. Ύστερα άνοιξε άλλο, αυτή την φορά στα Καμίνια, συνεταιρικά με τον Παπαϊωάννου. Κι όταν έκλεισε και τούτο, πήγε για δουλειά στο περίφημο μαγαζί τού Αντώνη Βλάχου, το "Δάσος" (τότε στην Ιερά Οδό 145, στο Αιγάλεω πήγε το 1947), όπου μαζεύονταν όλοι οι μάγκες και οι νταήδες αλλά και όλοι οι μεγάλοι μπουζουξήδες της εποχής. Ο νταής Γενίτσαρης δεν άργησε να μπλέξει κι εκεί σε σοβαρό καυγά. Άντε ξανά στην ψειρού. Κάνει μέσα κάτι μήνες, γυρνάει στο μαγαζί, μπλέκει σε άλλον καυγά όπου πέσανε και κάτι πιστολιές. Τούτη την φορά, αντί για φυλακή, τον χαρακτήρισαν "δημόσιο κίνδυνο" και τον στείλανε ένα χρόνο εξορία στην Ίο.

Το 1940, λίγο πριν τον πόλεμο, πήγε φαντάρος. Στις πέντε μέρες την κοπάνησε με ένα φιλαράκι του, τον Γιάννη Βασσάλο, επειδή μάθανε πως οι γκόμενές τους ξενοπηδιόνταν, η Σοφία του Μιχάλη με έναν κελευστή και η Νίτσα του Γιάννη με έναν αρχιφύλακα του ηθών (!). Τι γκόμενες που ξενοπηδιόνταν δηλαδή, πουτάνες ήσαν και κάνανε την δουλειά τους. Ε, και; Πρώτη επίσκεψη στο μπουρδέλο τής πρώτης, της μαχαιρώνει ο Γενίτσαρης το κωλομέρι πάντα κι άλλη. Δεύτερη επίσκεψη στα Βούρλα, βλέπει ο Βασσάλος τον αρχιφύλακα και τον μαχαιρώνει. Έλα, όμως, που στο σκοτάδι λάθεψε και ο "αρχιφύλακας" ήταν ο Στέλιος ο Κηρομύτης! Εν πάση περιπτώσει, από όλη αυτή την ιστορία, ο Γενίτσαρης κέρδισε άλλα δυο χρόνια στην φυλακή. Σαν βγήκε, πήγε για δουλειά σε διάφορα μαγαζιά ώσπου κατέληξε πάλι στο "Δάσος". Εκεί μπλέκει με κάτι κομπίνες, τον πιάνουν, άντε πάλι μέσα ενάμισυ χρόνο.

Παρά την μαχαιριά, η Σοφία δεν έκοψε από τον Μιχάλη. Όμως, κάποτε τον άφησε για να πάει να δουλέψει λίγο καιρό σε ένα μπουρδέλο στην Θήβα, που είχε καλά λεφτά. Εκεί την ερωτεύεται ένας ενωμοτάρχης, "μαμαζέλ σας ηγαπώ και θέλω να σας στεφανώσω", η Σοφία βλέπει την ευκαιρία να δέσει το γαϊδούρι της και μηνάει του Γενίτσαρη ότι αρραβωνιάστηκε και δεν θα γυρίσει. Ψύχραιμος ο Γενίτσαρης, πάει σπίτι της, βγάζει όλα τα πράγματά της στον δρόμο και τα πουλάει κοψοχρονιά. Μετά πάει και γίνεται στουπί από ούζο. Και στο φινάλε παίρνει δυο φιλαράκια του και κινάνε για την Θήβα.
Τότε έγινε το σώσε. Αποπάνω από τις σκάλες βλέπω τη Σοφία και πεντέξι από τις άλλες γυναίκες να φωνάζουνε σαν τρομαγμένα θηρία. Ο Κουτσομπόλης είχε κάτσει όξω, ο Μαρίνης κάτω στις σκάλες, και εγώ πάω απάνω. Μόλις ανεβαίνω απάνω, βλέπω έναν άντρα που έχει ανοίξει ένα παράθυρο από πίσω από το σπίτι, που ήτανε και πιο χαμηλά, και πηδάει έξω. Εγώ τρέχω στο παράθυρο νομίζοντας ότι είναι ο ενωματάρχης, του ρίχνω, αλλά αυτός χάθηκε· έτρεχε πολύ. Τότε γυρίζω εγώ, μαγκώνω τη Σοφία από τα μαλλιά και την τραβάω να μου πει πού είναι το δωμάτιό της. Μπαίνω σε ένα, ήταν μια ντουλάπα με καθρέφτη, σπάω τον καθρέφτη, σπάω μια κανάτα μεγάλη με μια λεκάνη. Αλλά η Σοφία φοβήθηκε και φεύγει να πάει κάτω. Τότε εγώ φωνάζω του Στράτου να την πιάσει, και περιλαβαίνω την μαντάμα (ονόματι Μαργιώ) να μου δείξει το δωμάτιο της Σοφίας. Αυτή φοβάται να μου το δείξει, γιατί νομίζει ότι εγώ θα της κάψω τα ρούχα.  Και τότες αρχινάει η ζημιά· δεν αφήνω δωμάτιο γερό. Τά 'σπασα όλα μέσα: ντουλάπες, λαβουμάνα, ρούχα έσκιζα και άλλα. Ώσπου μπαίνω στο δωμάτιο της μαντάμας μέσα, χωρίς να ξέρω ότι είναι της μαντάμας. Ορμάει κι αυτή μέσα, φοβούμενη μη της σπάσω κι αυτηνής και πάει να μου αρπάξει την κάμα που βαστούσα στα χέρια. Τότε γίνεται το μοιραίο· της κόβω το χέρι και της αφαιράω δύο δάχτυλα. Μπήζει τις φωνές...
Καθιστοί από αριστερά: Μιχάλης Γενίτσαρης, Γιάννης "Μπιρ Αλλάχ" Σταμούλης, Λευτέρης Τσαγκαράκης (1942)

Το 1952 ο Γενίτσαρης σταμάτησε το τραγούδι κι έγινε φρουτέμπορος στην λαχαναγορά του Πειραιά. Σωστά αγανάχτησε με την λογοκρισία αλλά τα συμπεράσματά του ήταν τελείως λάθος:
Εγώ μετά είδα την κατάντια του ρεμπέτικου: λογοκρισία, κυνήγησαν το ρεμπέτικο. Πέσαν στη μέση μουσικοί καινούργιοι, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και άλλοι. Αυτοί κυνήγησαν το ρεμπέτικο και αρχινήσανε με διάφορα μέσα να το ρίξουν. Έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτα και αρχινήσαν και αυτοί και ονόμαζαν τα τραγούδια τους αρχοντορεμπέτικα. Του δώσανε μία μορφή ανάμεσα στο ρεμπέτικο και στο ευρωπαϊκό που το κλόνισε όμως για ένα διάστημα, με τα βιομηχανοποιημένα αρχοντορεμπέτικα.
Μετά το 1971, με την παρότρυνση του Ηλία Πετρόπουλου, ο Γενίτσαρης ξαναγύρισε στο πάλκο, παίζοντας για κάμποσο καιρό στο "Κύτταρο". Σύντομα τα ξαναπαράτησε, αυτή την φορά οριστικά. Γύρισε στο πατρικό του, όπου έζησε ίσαμε το τέλος. Έφυγε στις 11 Μαΐου 2005, στα 88 του χρόνια. Πίσω του άφησε για να τον θυμίζουν το "Εγώ μάγκας φαινόμουνα", το "Σαλταδόρος (Θα σαλτάρω)", το "Στα όρη βγαίνει η κάπαρη", το "Θά 'ρθω νύχτα τοίχο-τοίχο" και πολλά άλλα κομμάτια. Ανάμεσά τους και το "Ένας λεβέντης έσβησε", ένα τραγούδι σε στίχους Νίκου Μάθεση (Τρελάκια) για τον θάνατο του Βελουχιώτη.

----------------------------------------------------
(*) Στην συγκεκριμένη εκτέλεση ερμηνευτής είναι ο Ανέστος Δελιάς.

Σημείωση: Τα ένθετα αποσπάσματα είναι από την προ πολλών ετών εξαντλημένη αυτοβιογραφία τού Μιχάλη Γενίτσαρη, η οποία είχε κυκλοφορήσει το 1992 από τις εκδόσεις Δωδώνη με τον τίτλο "Μάγκας από μικράκι".

3 Ιανουαρίου 2018

Μαρδοχαίος Φριζής: από τον ήρωα παππού στον γελοίο εγγονό.

Προχτές, στα "Σαββατιάτικα", ανάμεσα στα τόσα που είπα, έκανα και μια αναφορά στο εθνικιστικό και ανερμάτιστο παραλήρημα του εβραίου ραββίνου Μορντεχάι Φριζή, ο οποίος σε μια απίθανης φαιδρότητας εικοσάλεπτη τοποθέτηση κατάφερε να πει τόσες ανοησίες ώστε ως και η πρεσβεία του Ισραήλ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία τις καταδίκασε. Έκλεισα δε το συγκεκριμένο τμήμα του κειμένου μου με την εξής αποστροφή: "Εντάξει, παπάς είσαι, παπαριές θα πεις. Αλλά ξεφτίλισες το όνομά σου, π' ανάθεμά σε". Δυστυχώς, η τελευταία ατάκα μου έπεσε στο κενό, καθώς, από την αντίδραση κάποιων φίλων αναγνωστών, φαίνεται ότι κακώς θεώρησα δεδομένο ότι το τιμημένο όνομα που φέρει ο ραββίνος ήταν ευρύτερα γνωστό. Σήμερα, λοιπόν, λέω να διορθώσουμε το λάθος, λέγοντας δυο λόγια για τον Μορντεχάι Φριζή. Όχι, φυσικά, για τον γελοίο ραββίνο αλλά για τον ένδοξο παππού του.

Ο Μαρδοχαίος (όπως ήταν το εξελληνισμένο όνομά του) Φριζής ήταν γόνος πολύτεκνης οικογένειας εβραίων. Γεννήθηκε το 1893 στην Χαλκίδα και από μικρός είχε ως όνειρο να γίνει αξιωματικός του στρατού. Άλλωστε, έζησε τα μικρά του χρόνια σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα όλο και δυνάμωνε κι όλο και φούντωνε ο πόθος της επέκτασής της, οπότε ήταν πολύ φυσικό ο μικρός Μαρδοχαίος να θέλγεται από τα κατορθώματα του στρατού μας. Έτσι, όταν έφτασε ο καιρός, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις στην Σχολή Ευελπίδων, όπου και πέτυχε. Παρά ταύτα, λίγο αργότερα εγκατέλειψε την Σχολή Ευελπίδων και γράφτηκε στην Νομική.

Ο Μαρδοχαίος Φριζής (αριστερά, με την σύζυγό του)

Παρένθεση πρώτη. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της εφημερίδας "Ελεύθερος Τύπος" (*) στον Μαρδοχαίο Φριζή, υιοθετείται η -ευρέως διαδεδομένη- άποψη ότι ο Φριζής εγκατέλειψε την Σχολή από εγωισμό, επειδή δεν κατάφερε να εισαχθεί πρώτος. Φυσικά, ο μετέπειτα βίος του συνιστά την αδιάψευστη απόδειξη ότι κάτι τέτοιο είναι πλήρως ανυπόστατο. Ο Φριζής εξαναγκάστηκε να φύγει από την Σχολή επειδή ήταν εβραίος. Όλα αυτά περί θιγμένου εγωισμού κλπ δεν είναι παρά κακοφτιαγμένες δικαιολογίες ενός συστήματος που δεν ήθελε έναν εβραίο ως αξιωματικό του ελληνκού στρατού. Κλείνει η πρώτη παρένθεση.

Ως φοιτητής της Νομικής, πλέον, ο Φριζής γνωρίζεται με τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος έχει διακριθεί για τα ανδραγαθήματά του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Διαψεύδοντας εμπράκτως όσους διέδιδαν ανακρίβειες για την αποχώρησή του από την Σχολή Ευελπίδων, ο Φριζής ζητάει την βοήθεια του Κονδύλη προκειμένου να γίνει στρατιωτικός. Ο Κονδύλης συγκατανεύει και ο νεαρός Μαρδοχαίος εγκαταλείπει τα νομικά και εισάγεται στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, από την οποία αποφοιτά το 1916. Έτσι, προλαβαίνει να πάρει μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ κατόπιν συμμετέχει στο εκστρατευτικό σώμα της Ουκρανίας.

Ο Φριζής δίνει το παρών και στην μικρασιατική εκστρατεία, όπου συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους τούρκους κατά την οπισθοχώρηση. Η εβραϊκή κοινότητα συγκεντρώνει χρήματα για να εξαγοράσει την απελευθέρωσή του αλλά εκείνος αρνείται και προτιμάει να μείνει μαζί με τους άλλους αιχμάλωτους συναδέλφους του, δηλώνοντας πως "ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει για όλους". Τελικά, όλοι οι αιχμάλωτοι αφήνονται ελεύθεροι έναν χρόνο αργότερα.

Όταν επιβάλλεται η δικτατορία τής 4ης Αυγούστου, ο Φριζής μετατίθεται στην Κρήτη και μπαίνει επί κεφαλής τής υπηρεσίας λογοκρισίας τού τύπου. Δεν πρόκειται να μείνει πολύ εκεί αφού το καθεστώς δεν μένει ικανοποιημένο από την αυστηρότητά του στην λογοκρισία. Μετατίθεται εκ νέου, αυτή την φορά στο άλλο άκρο τής χώρας, στο Δελβινάκι. Εκεί, ο εβραίος Μαρδοχαίος αναπτύσσει τόσο στενή φιλική σχέση με τον επίσκοπο Ιωαννίνων Σπυρίδωνα Βλάχο (**) ώστε ο Σπυρίδων τον επισκέπτεται συχνά για να παίξει μαζί του σκάκι.

Πριν ακόμη ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, ο Φριζής έχει αντιληφθεί την προκλητικότητα των ιταλών και προετοιμάζεται. Εκπονεί σχέδιο απώθησης του εχθρού σε περίπτωση επίθεσης και το θέτει υπ' όψιν του Παπάγου, ο οποίος το εγκρίνει. Με μικρές -απαραίτητες λόγω των συγκυριών- αλλαγές, αυτό το σχέδιο εφαρμόστηκε όταν ήρθε η ώρα της σύγκρουσης. Ο Φριζής ήταν τόσο σίγουρος ότι οι ιταλοί θα επιτεθούν αιφνιδιαστικά ώστε είχε προτείνει στον διοικητή τής μεραρχίας του, τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, να προχωρήσουν σε προληπτική επίθεση.

Κατά την διάρκεια της ιταλικής επίθεσης, ο Φριζής επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες ως διοικητής τού αποσπάσματος Αώου, το οποίο είχε ως αποστολή να ανακόψει οποιαδήποτε κυκλωτική κίνηση επιχειρούσε η ιταλική μεραρχία "Τζούλια" από την πλευρά τού ποταμού Αώου. Παράλληλα, οι υπό τον Φριζή δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους "Κενταύρους", να κρατήσουν την γέφυρα του Καλαμά και να συλλάβουν τους πρώτους αιχμαλώτους του πολέμου (περίπου 700 ιταλούς στρατιώτες), σε μια άριστα σχεδιασμένη ενέδρα κατά την οποία σκοτώθηκαν 300 ιταλοί και αποδεκατίστηκαν οι περίφημοι "Αλπινιστές". Στα μέσα Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Φριζή απελευθέρωσαν την Κόνιτσα και έγιναν οι πρώτες ελληνικές δυνάμεις που καταδίωξαν τους ιταλούς σε αλβανικό έδαφος.

Εκεί, σ' αυτό το έδαφος, κάπου έξω από την Πρεμετή, στις 5 Δεκεμβρίου ο -αντισυνταγματάρχης πια- Μαρδοχαίος Φριζής θα άφηνε την τελευταία του πνοή. Καθώς η μονάδα του δέχτηκε επίθεση από ιταλικά αεροπλάνα, διέταξε τους στρατιώτες του να καλυφθούν αλλά ο ίδιος έμεινε καβάλα στο άλογό του για να τους εμψυχώνει. Σαν από θαύμα, οι ριπές των αεροπλάνων δεν τον άγγιζαν. Χρειάστηκε να πέσει μπροστά του βόμβα για να σκοτωθεί. Και χρειάστηκαν άλλα εξήντα δύο χρόνια ώσπου κάποιοι να αναζητήσουν τα κόκκαλά του και να τα μεταφέρουν στο ισραηλιτικό νεκροταφείο, στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης (***). Στο μεταξύ, ο ομώνυμος εγγονός του ισχυρίζεται ότι ο ιερέας τού στρατεύματος του έκλεισε τα μάτια με την επιθανάτια εβραϊκή προσευχή "Άκου Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κύριος είναι ένας", αν και κάτι τέτοιο τίθεται ευθέως εν αμφιβόλω.

Παρένθεση δεύτερη. Υπάρχουν δημοσιεύματα τα οποία διατείνονται ότι ο Μαρδοχαίος Φριζής είναι ο πρώτος έλληνας ανώτερος αξιωματικός που έπεσε νεκρός σε μάχη κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Πρόκειται περί ανακριβείας. Πρώτος ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χαράλαμπος Κεφαλόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε στο Βράνεστε στις 21 Νοεμβρίου. Ο πρώτος ανώτερος αξιωματικός που σκοτώθηκε αλλά όχι σε μάχη ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Μαντούβαλος, στις 17 Νοεμβρίου στον Μοράβα. Κλείνει και η δεύτερη παρένθεση.

Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Φριζή, ο Μεταξάς έστειλε στους δικούς του συλλυπητήριο τηλεγράφημα. Παρά ταύτα, η πολιτεία επέδειξε πρωτοφανή αδράνεια ως προς την έμπρακτη αναγνώριση του έργου και της θυσίας τού γενναίου αξιωματικού. Λέγεται ότι μετά την νίκη επί της "Τζούλιας", απονεμήθηκε στον Φριζή επ' ανδραγαθία ο βαθμός τού συνταγματάρχου. Φαίνεται, όμως, ότι η σχετική απόφαση δεν καθαρογραφήθηκε ποτέ. Επίσημα, ο Μαρδοχαίος Φριζής πέθανε ως αντισυνταγματάρχης και ο βαθμός τού συνταγματάρχη τού απονεμήθηκε μετά θάνατον.

Προτομές του συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή στο Καλπάκι (αριστερά) και στην Χαλκίδα (δεξιά)

Επίλογος. Όσο κι αν τα όρια ενός ιστολογικού σημειώματος είναι περιορισμένα, ελπίζω ότι κατάφερα να εξηγήσω επαρκώς στον αναγνώστη το νόημα της "σαββατιάτικης" αποστροφής που ανέφερα στην αρχή. Ελπίζω δε να δικαιολόγησα απόλυτα και την επιλογή τού τίτλου αυτού του σημειώματος.


-------------------------------------------------
(*) Ευανθία Καρρά, "Μαρδοχαίος Φριζής: Ο Έλληνας Εβραίος, ήρωας του ’40 που «ξέχασε» η Πολιτεία", Ελεύθερος Τύπος, 28/10/2017.
(**) Πρώην επίσκοπος Βελλάς & Κονίτσης (1906-1916) και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως Σπυρίδων Β' (1949-1956).
(***) Στο παραπάνω αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου σημειώνεται ανακριβώς ότι "έπειτα από τόσα χρόνια δεν ενδιαφέρθηκε κανείς για να βρεθεί το σημείο ταφής και να μεταφερθούν τα οστά στην Ελλάδα".

[Συμπλήρωμα: Είχα δημοσιεύσει το κείμενο όταν ανακάλυψα ότι το αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου είναι περίπου αντιγραφή ενός δημοσιεύματος των Νέων του 2001. Έτσι εξηγείται η ανακρίβεια περί μεταφοράς των οστών, εφ' όσον αυτή η διαδικασία πραγματοποιήθηκε το 2002.]

29 Δεκεμβρίου 2017

Μια μπύρα στου Πίκινου

Τελευταία εργάσιμη μέρα του χρόνου, σήμερα. Και Παρασκευή. Ποιός έχει όρεξη για δουλειά τέτοια μέρα; Καλομάθαμε και με τον περίπατό μας το προηγούμενο διήμερο... Αμάν πια με την δουλειά! Εγώ λέω να τα παρατήσουμε και να μαζευτούμε να πάμε μια βόλτα κατά το Θησείο, να πιούμε καμμιά μπυρίτσα ή κανένα τσίπουρο. Κι αν θέλουμε να το ευχαριστηθούμε πραγματικά, λέω να ταξιδέψουμε και λίγο στον χρόνο. Ας πούμε... ίσαμε τις αρχές της δεκαετίας τού 1930.

Δίχως να το καταλάβουμε, περπατώντας και κουβεντιάζοντας, βρισκόμαστε πίσω από την Αρχαία Αγορά, απέναντι ακριβώς από την Στοά του Αττάλου και πιάνουμε να κατηφορίζουμε την Ακάμαντος. Ξέρουμε πού πάμε. Εκεί που η Ακάμαντος συναντά την Στησικλέους, αμέσως δεξιά, στο νούμερο 28, βρίσκεται μια από τις πιο ξακουστές μπυραρίες της Αθήνας. Είναι η εποχή που οι μπυραρίες (ή απλά "μπύρες") εξελίσσονται σε στέκια των κουτσαβάκηδων και των παλληκαράδων, μετά το κυνήγι που τους έκανε η αστυνομία στις ταβέρνες. Όπως λέει ο Τίμος Μωραϊτίνης, "οι ιππόται της ταβέρνας εξελίχθησαν εις ιππότας των ζυθοπωλείων". Εμείς, όμως, δεν έχουμε πρόβλημα γιατί αφ' ενός μεν είναι ακόμη νωρίς για τα κουτσαβάκια αφ' ετέρου δε το μαγαζί που πηγαίνουμε έχει για ιδιοκτήτη έναν λεβέντη, έναν ωραίο μάγκα από τους λίγους, που δεν γουστάρει φασαρίες και δεν αφήνει κανένα να ξεφύγει από το ίσο.

Αριστερά, ο Κώστας "Πίκινος" Ααρών - Δεξιά, ο Κώστας Ρούκουνας

Η μπυραρία ανήκει στον Κώστα Ααρών, γεννημένο το 1894 και γνωστό στην πιάτσα με το παρανόμι "Πίκινος", εξ ου και το μαγαζί αναφέρεται ως "Μπύρα του Πίκινου". Η γειτονιά είναι καλή για τέτοια μαγαζιά. Σε τούτη την πλευρά της Ακρόπολης, από το Θησείο και τα Πετράλωνα ως τον Βοτανικό, οι ρεμπέτες βρίσκονται στο σπίτι τους. Το ρεμπέτικο στοιχείο τροφοδοτείται αφειδώλευτα από τους πρόσφυγες που έχουν εγκατασταθεί στις γύρω γειτονιές (Παλιά Σφαγεία, Ασύρματος, Αεριόφωτος κλπ) και όλες οι μπυραρίες έχουν κι από μια κομπανία, που διασκεδάζει τους θαμώνες μέχρι το πρωί. Κι όταν λέμε μέχρι το πρωί, το εννοούμε. Αν έπεφταν τα τάλληρα και γινόταν γαζέτα, τα τέλια χτυπάγανε έστω κι αν ο ήλιος είχε σηκωθεί πέντε πιθαμές ψηλά.

Πέρα από το ότι ο Πίκινος βαστάει παλάντζο και στο μαγαζί του δεν γίνονται τσακωμοί, έχουμε κι άλλον λόγο που διαλέξαμε την δική του μπυραρία ανάμεσα σε τόσες άλλες. Εκεί παίζει μπουζούκι και τραγουδάει ο μεγάλος Κώστας Ρούκουνας (για τους φίλους "Σαμιωτάκι"), με παρέα το βιολί του Γιώργη Κερατζόπουλου και το σαντούρι του Κώστα Τζόβενου. Βέβαια, τέτοια ώρα οι καλλιτέχνες μάλλον κοιμούνται αλλά ποιός ξέρει; Μέχρι να πιούμε τις μπύρες μας, μπορεί να περάσει κι ο Ρούκουνας για καφέ κι από κει και πέρα όλα γίνονται.

Έτσι, στο σπινό άλλωστε δεν άρχισαν όλα εκείνο το σαββατόβραδο του 1931; Έτσι κάλιασε και τότε να αρριβάρουν νωρίς ο Ρούκουνας με τους άλλους δυο για καφέ. Στο παραδίπλα τραπέζι ρουφάνε πεντ'-έξι σοβατζήδες. Σάββατο κι έχουν τις τσέπες γεμάτες, οπότε τους παίρνει να σκορπίσουν μερικά τάλληρα. Τα όργανα μυρίζονται την γαζέτα και παίρνουν μπρος μεσ' στο απομεσήμερο. Κι όσο βαράγανε τα όργανα τόσο πίνανε οι σοβατζήδες, κι όσο πίνανε τόσο δίνανε παραγγελιές.

Μόνο που σαν πέρασε η ώρα, στο μαγαζί άρχισαν να μπαίνουν κι άλλες παρέες ώσπου ήρθε και γέμισε. Κι εκτός από τους σοβατζήδες, βρέθηκαν κι άλλοι με τάλληρα στις τσέπες κι άρχισαν κι αυτοί να δίνουν τις δικές τους παραγγελιές. Κάποια στιγμή το γκαρσόνι, καθώς έπαιρνε καινούργια παραγγελιά από τους σοβατζήδες, έδειξε ένα τραπέζι στο βάθος και ξεστόμισε την βαρειά κουβέντα: "αμέσως μετά την παραγγελιά των κυρίων". Ποιών κυρίων; Εμείς ακουμπάμε το χαρτί εδώ και ώρες και τώρα προηγούνται οι κύριοι; Μας προσβλήνεις κύριος. "Μα..." το γκαρσόνι, "τι μα, ρε;", πέφτει το πρώτο μπινελίκι, "σας παρακαλώ" το γκαρσόνι, "τι μας παρακαλάς ρε;", βγαίνει και ο σουγιάς.

Το άγρυπνο μάτι τού Πίκινου έχει πιάσει την φάση από την αρχή αλλά δεν επεμβαίνει αμέσως, περιμένοντας το ξεθύμασμα. Όταν βγήκε ο σουγιάς, όμως, πλησίασε. Πλησίασε σαν μάγκας, δίχως βιάση, θέλοντας να  δείξει σε όλους ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο. Παρ' ότι έχει να κάνει με πιωμένους, προσπαθεί να τους εξηγήσει με ηρεμία ότι κάθε ορχήστρα είναι υποχρεωμένη να σέβεται όλους τους πελάτες και να εξυπηρετεί τους πάντες δίχως διακρίσεις. Είναι τόσο πειστικός ώστε όχι μόνο ησυχάζουν οι σοβατζήδες αλλά τους παίρνει και τον σουγιά.

Δυστυχώς, η ηρεμία δεν βάσταξε πολύ. Το πολύ πιόμα λύνει εύκολα το ζουνάρι για καβγά και λίγο αργότερα η παρέα άρχισε να βρίζει τον Τζόβενο. Εκείνος έκανε πως δεν άκουγε, οπότε κάποιος από δαύτους του πέταξε ένα ποτήρι. Το βλέπει ο Πίκινος κι αλλάζει χαρτί. Πάει και στήνεται μπροστά τους, με τα χέρια στην μέση. "Μάγκες, πληρώστε τον λογαριασμό και σπάστε". Μπροστά στο θεριό, σηκώθηκαν όλοι με τα κεφάλια σκυμμένα, πέταξαν τα λεφτά στο τραπέζι και κάνανε να φύγουν. Μόνο που ένας από δαύτους γύρισε απότομα και κάρφωσε μπαμπέσικα μια σουγιαδιά στην κοιλιά του Πίκινου. Με τον ίδιο σουγιά που λίγο πριν τους είχε επιστρέψει ο Πίκινος.

Η ώρα έχει πάει τρεις το ξημέρωμα της Κυριακής 28 Ιουνίου καθώς ο Πίκινος σωριάζεται αιμόφυρτος. Μεταφέρεται στο Δημοτικό Νοσοκομείο και χειρουργείται αμέσως, αλλά το χτύπημα είναι βαρύ. Το θεριό πάλεψε με τον χάρο δώδεκα ολόκληρα μερόνυχτα αλλά δεν τα κατάφερε. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν όλοι οι ρεμπέτες της περιοχής, με πρώτο τον αδερφό του τον Μήτσο, που όλοι τον ξέρανε ως "Κανείς".

Σημερινή άποψη του κτηρίου ατην Ακάμαντος 28, όπου βρισκόταν η "Μπύρα του Πίκινου"

Τρία χρόνια αργότερα, ο Κώστας Ρούκουνας, ο οποίος είχε μεγάλη φιλία με τον μακαρίτη, έβγαλε από την Πάρλοφον ένα δισκάκι με το τραγούδι "Ο Πίκινος". Και δυο χρόνια πιο μετά έβγαλε και το "Η μπύρα του Πίκινου", για να διηγηθεί την ιστορία ενός μαγαζιού που είχε ήδη κλείσει. Το κτήριο έγινε αργότερα βιοτεχνία χαρτόκουτων, έγινε χώρος όπου γυρίστηκαν σκηνές από την ταινία "Το αμαξάκι" (Ορέστης Μακρής, Γεωργία Βασιλειάδου κλπ), έγινε τυπογραφείο... Σήμερα στέκει ακόμη στην θέση του, ανακαινισμένο ("αναπαλαιωμένο" το λένε οι άσχετοι) και λειτουργεί ως ταβέρνα.

22 Δεκεμβρίου 2017

"Ά πάενε ρε"

Τι θα λέγατε αν κάναμε και σήμερα ό,τι και την προηγούμενη Παρασκευή; Αν αφήναμε, δηλαδή, κατά μέρος την σοβαρότητα των βαθυστόχαστων κειμένων και το ρίχναμε στις ιστορίες; Απ' αυτές τις ιστορίες που μπορεί να τις έχουμε ήδη ακούσει αλλά που ποτέ δεν λέμε στον αφηγητή να σταματήσει την διήγηση; Υποθέτω ότι δεν υπάρχει αντίρρηση, οπότε... προσδεθείτε.

Για την Σωτηρία Μπέλλου έχουν γραφτεί πολλά αλλά λίγοι είναι αυτοί που τα γνωρίζουν. Για παράδειγμα, πόσοι ξέρουν ότι από μικρό παιδί ήταν σε σταθερή κόντρα με τους δικούς της; Μα τίποτε να μη κάνει σύμφωνα με τα χούγια τους! "Βρε Σωτηρία, κορίτσι είσαι και πρέπει να φέρνεσαι ανάλογα" εκείνοι, πέρα βρέχει η Σωτηρία. Και να πεις ότι το έκανε επίτηδες; Μπα. Απλώς έκανε ό,τι της άρεσε, χωρίς να νοιάζεται για την γνώμη των άλλων. Για παράδειγμα, αφού της άρεσε το τραγούδι, γιατί τις Κυριακές στην εκκλησία να μην ανεβαίνει κι αυτή στο ψαλτήρι; Και που ήταν θηλυκό, τί έγινε; Έψελνε κι αυτή με τους άντρες και, σαν τέλειωνε η λειτουργία, χύμα στις αλάνες με τα αγόρια για να παίξει κλέφτες κι αστυνόμους, ολεμάν-στακαμάν ή πετροπόλεμο.

Η Σωτηρία Μπέλλου στο πάλκο, δίπλα στον Στράτο Παγιουμτζή

Όσο μεγάλωνε η μικρή Σωτηρία, τόσο πιο ατίθαση γινόταν. Κι όταν έφτασε δεκάξι, είπε να κάνει του πατέρα της το μεγαλύτερο χουνέρι: του έφερε για γαμπρό έναν από τους πελάτες του, έναν τύπο μερικές δεκαετίες μεγαλύτερό της. Έπεσαν όλοι πάνω της... βρε αμάν... βρε ζαμάν... τίποτα αυτή. Στα δεκαεφτά της τον παντρεύτηκε. Κι αν μέχρι τότε ήσαν οι δικοί της που βαράγαν το κεφάλι τους, από κει και πέρα άρχισε να βαράει η ίδια το δικό της. Βλέπετε, ο κυρ-Βαγγέλης ο Τριμούρας (ο περί ου ο λόγος, δηλαδή) όχι μόνο βγήκε τζαναμπέτης και μπεκρής κι όχι μόνο της τα φόραγε κανονικά με όποια ξέπεφτε μπροστά του αλλά σήκωνε και χέρι πάνω της. Σήκωσε μία... σήκωσε δύο... παίρνει ανάποδες η Σωτηρία, αρπάζει ένα μπουκάλι βιτριόλι και του κάνει τα μούτρα ντρίλινα. Τουθ' όπερ,καλά του κάνατε μαντάμ αλλά περάστε και τρία χρονάκια από την ψειρού, ένεκα που έτσι λέει ο νόμος.

Κάνει την τριετία της η Σωτηρία και βγαίνει. Μόνο που για την μικρή κοινωνία της Χαλκίδας είναι πια στιγματισμένη, ένεκα που οι καθώς πρέπει κυρίες φοβούνται τον άνδρα και δεν τον λούζουν με βιτριόλι. Έτσι, με άκλειστα ακόμη τα 20 χρόνια της, το 1940 η ατίθαση πιτσιρίκα παίρνει το τραίνο και κατεβαίνει στην Αθήνα. Εκεί την βρίσκει η κατοχή. Κι όπως είναι φυσικό κι επόμενο, ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν θα μπορούσε παρά να οργανωθεί νωρίς-νωρίς στο ΕΑΜ. Ατίθαση, ανήσυχη και με μυαλό που δεν βολεύεται στα εύκολα, η Σωτηρία βοηθάει όπως μπορεί. Συμμετέχει στις διοργανώσεις συσσιτίων, μεταφέρει μηνύματα στους αντάρτες, επικοινωνεί με τις γιάφκες... Μόνο που δεν μένει σε τέτοια ψιλοπράματα. Γι' αυτήν, το πιο σημαντικό είναι να ξεσηκώσει όσους φοβούνται, να ενθαρρύνει όσους δειλιάζουν. Σύντομα κερδίζει την αγάπη και τον θαυμασμό των συντρόφων της.

Έλα, όμως, που μαζί με τους συντρόφους της την παίρνουν χαμπάρι και τα σκουλήκια. Κι ένα τέτοιο σκουλήκι, απ' αυτά που ντρέπονται για την φάτσα τους και κυκλοφορούν με κουκούλα στο κεφάλι, κάποια μέρα τού 1943, κάπου στην Καισαριανή, την δείχνει με το δάχτυλο: "Αυτή...". Η Σωτηρία συλλαμβάνεται από τους γερμανούς, μεταφέρεται στο κολαστήριο της οδού Μέρλιν και βασανίζεται επί τρία εικοσιτετράωρα. Αντέχει. Οι βασανιστές της πείθονται ότι δεν έχει σημαντικές πληροφορίες να τους δώσει και την κλείνουν στα μπουντρούμια. Θα μείνει εκεί ίσαμε τον Οκτώβρη τού 1944, οπότε θα απελευθερωθεί μαζί με όλη την Αθήνα.

Τότε είναι που γνωρίζεται με τον Χαρίλαο Φλωράκη και μπαίνει με καινούργια ορμή στον αγώνα για λαϊκή κυριαρχία. Την περίοδο των Δεκεμβριανών βρίσκεται στην Καισαριανή, να μάχεται σαν άντρας μαζί με τους συντρόφους της. Κι όταν ξεσπάει ο εμφύλιος μπαίνει πάλι στην πρώτη γραμμή αλλά οι χωροφύλακες την συλλαμβάνουν, την σαπίζουν στο ξύλο και την φυλακίζουν μαζί με άλλους κομμουνιστές στο διαμορφωμένο σε φυλακή υπόγειο του καμπαρέ "Κιτ-Κατ", στην Βουκουρεστίου. Αποφυλακίζεται λίγο καιρό αργότερα.

Εκείνη την εποχή γνωρίζεται από σπόντα με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος ενθουσιάζεται από την δύναμη της φωνής της και την ανεβάζει δίπλα του στο πάλκο, στου "Τζίμη του Χοντρού". Το μαγαζί γνωρίζει πιέννες αλλά η Σωτηρία δεν λέει να καθήσει ήσυχη. Όποτε τραγουδάει το "Κάποια μάνα αναστενάζει" του Τσιτσάνη, στον στίχο "ο λεβέντης να γυρίσει απ' την μαύρη ξενητειά" αλλάζει την τελευταία λέξη σε "Ικαριά". Ώσπου ένα βράδυ του 1946 σηκώνεται κάποιος και της ζητάει να τραγουδήσει το γνωστό φασιστοτράγουδο "Του αετού ο γιος". Η μικροκαμωμένη χαλκιδαία δεν κωλώνει. "Ά πάενε, ρε Χίτη". Εκείνος αιφνιδιάζεται. "Τι είπες μωρή;". Πετιέται ο Τσιτσάνης να σβήσει την φλόγα. "Άστο ρε Σωτηρία". Τίποτα εκείνη. "Α πάενε ρε". Κι επειδή οι φασίστες είναι πολύ μάγκες, σηκώνεται όλη η παρέα τού χίτη, έξι νοματαίοι, και την κάνουν τουλούμι στο ξύλο. Χρόνια αργότερα, η Σωτηρία θα αφήσει το παράπονό της να ξεχειλίσει. "Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί"...

Σαν να μην έφτανε το ξύλο που έφαγε, η Μπέλλου τα άκουσε κι από τον Τσιτσάνη επειδή αρπάχτηκε με τους πελάτες. Η Σωτηρία τα έσουρε κι αυτουνού κανονικά και κουβέντα την κουβέντα ξέσπασε ανάμεσά τους καυγάς που τρίξανε τα ντουβάρια. Το αποτέλεσμα ήταν να την διώξει ο Τσιτσάνης από το σχήμα και να πάρει στην θέση της την Μαρίκα Νίνου. Η Σωτηρία δεν το βάζει κάτω. Προσπαθεί να βρει αλλού δουλειά αλλά ο τσακωμός της με τον Τσιτσάνη δεν αποτελεί και την καλύτερη συστατική επιστολή.

Τάσος Φαληρέας, Διονύσης Σαββόπουλος, Σωτηρία Μπέλλου
Έτσι, αρχίζει η περίοδος της μεγάλης φτώχειας. Για να επιβιώσει, κάνει όποια δουλειά λαχαίνει. Ξεφορτώνει ζαρζαβατικά στην λαχαναγορά, ζαλώνεται έναν νταβά και πουλάει τσιγάρα στον δρόμο, πλένει σκάλες... Κοιμάται όπου βρίσκει: σε χαλάσματα, σε παγκάκια, σε παρατημένα βαγόνια στον σταθμό Λαρίσης... Αλλά ποτέ δεν κιότεψε. Συνέχισε να παλεύει κοντά τρεις δεκαετίες, ώσπου ήρθε η μεταπολίτευση και την έβγαλαν από την αφάνεια πρώτα ο Σαββόπουλος μ' εκείνο το εκπληκτικό "Ζεϊμπέκικο" ("Μ' αεροπλάνα και βαπόρια...") από το "Βρόμικο ψωμί" κι από κοντά ο Δήμος Μούτσης με το διαχρονικό "Δε λες κουβέντα".

Η Σωτηρία Μπέλλου θα έφευγε πάμφτωχη από την ζωή στις 27 Αυγούστου 1997, δυο μέρες πριν κλείσει τα 76 της χρόνια. Έφυγε με το κεφάλι ψηλά, αφού ο μόνος που κατάφερε να την νικήσει ήταν ο καρκίνος. Ανάμεσα σ' όσους της κράτησαν το χέρι εκείνες τις τελευταίες ώρες ήταν και ο καλύτερος φίλος που έκανε ποτέ. Ο Χαρίλαος Φλωράκης.