Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαρτίου 2020

Ένα αντιπαραγωγικό απόγευμα

Αναζητώντας πηγές και υλικό για την σειρά των κειμένων περί προσφύγων του 1922, η οποία μόλις ολοκληρώθηκε, έζησα για άλλη μια φορά την "ενδιαφέρουσα" εμπειρία τού να ξοδεύεις ατελείωτες ώρες στο ψάξιμο, μόνο και μόνο για να... μη γράψεις έστω μια λέξη! Καθώς, λοιπόν, χαλαρώνει η ένταση των προηγούμενων ημερών, ελάτε να σας περιγράψω αυτή την εμπειρία και, επ' ευκαιρία, να κουτσομπολέψουμε και λίγο!

Όλα άρχισαν όταν διάβασα σε κάποια ιστοσελίδα την εξής πρόταση: "Ενώ ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πεί το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από σας»". Πολύ ενδιαφέρον και πολύ πιασάρικο απόσπασμα αλλά αυτό το ιστολόγιο έχει ένα χούι: δεν δημοσιεύει τίποτε χωρίς πρώτα να το ελέγξει. Είπα, λοιπόν, να διασταυρώσω την πληροφορία και άρχισα να ψάχνω. Τί τό 'θελα; Εντάξει, το "Περικής" είναι τυπογραφικό λάθος. Έλα, όμως, που, όσο κι αν έψαχνα, από Περική σηκωνόμουν και σε Περική έπεφτα! Άρα, με ό,τι κι αν εύρισκα μπροστά μου, είχα να κάνω σαφώς με κόπυ-πέιστ και, μάλιστα, της κακιάς ώρας αφού δεν βρέθηκε έστω ένας αντιγραφέας να προσθέσει ένα λάμδα και να διορθώσει ένα λάθος που βγάζει μάτι. Ποιό ήταν, όμως, το αρχικό κείμενο, μπας και βγάλω άκρη αρχίζοντας από αυτό;

Οι 180 αναπαραγωγές ενός λάθους

Συνεχίζοντας το ψάξιμο και πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο, πέτυχα τα Πρακτικά τού 5ου Συμποσίου τού "Κέντρου Σπουδής και Ανάδειξης Μικρασιατικού Πολιτισμού (ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ)", που διοργανώθηκε στην Νέα Ιωνία τον Νοέμβριο του 2011. Ανάμεσα στους εισηγητές εκείνου του Συμποσίου ήταν και ο γνωστός ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, ο οποίος στην εισήγησή του χρησιμοποίησε ακριβώς και κατά λέξη την επίμαχη φράση. Το καλύτερο: το λάθος τού "Περική" υπάρχει στα πρακτικά! Επί τέλους, βρήκα την πηγή τού κακού! Και, μάλιστα, όπως ήλπιζα,  ο Αγτζίδης δίνει σχετική παραπομπή: "Η φράση αυτή θα ειπωθεί στη συνεδρίαση της Βουλής της 24ης Ιανουαρίου 1934 και θα καταγραφεί στην Εφημερίς των Συζητήσεων, σελ. 990. αναφ. από Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909-1940, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, χ.χ., σελ. 78.". Τόμπολα!

Τον Μαυρογορδάτο τον ξεχνάω προσωρινά. Κυριακή απόγευμα... ποιός έχει όρεξη να αφήσει το ραχάτι του σπιτιού του και να τρέχει στο γραφείο του να ψάχνει τις βιβλιοθήκες; Ας προσπαθήσω καλύτερα να ψάξω στο διαδίκτυο για την "Εφημερίδα των Συζητήσεων". Κάμποση ώρα αργότερα, διαπιστώνω ότι αυτή η εφημερίδα είναι μεν διαθέσιμη στην βιβλιοθήκη τής βουλής αλλά έχει ψηφιοποιηθεί μέχρι το 1894. Οπότε;... Οπότε αποφασίζω να κοιτάξω τα πρακτικά τής Βουλής, που έχουν ψηφιοποιηθεί!

Αμ' έπος, αμ' έργον: Πρακτικά Συνεδριάσεων Βουλής - Περίοδος Δ - Σύνοδος Α Τόμος 2, Συνεδρίαση 99, 24/1/1934, σελίδα 1702... 1703... 1704... 1712: "Π.ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ...". Ώπα! Μπουρμπούλης ή Μπούμπουλης; Νέο ψάξιμο... νέο μπέρδεμα! Περικλής Μπουρμπούλης δεν υπάρχει! Υπάρχουν, όμως, ένας Περικλής Μπούμπουλης και ένας Κοσμάς Μπουρμπούλης, ο πρώτος βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα τού Τσαλδάρη και ο δεύτερος γερουσιαστής με το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων τού Ιωάννη Μεταξά. Προφανώς, ο Αγτζίδης αναφέρεται στον Περικλή Μπούμπουλη, αφού ο άλλος δεν βρίσκεται στην βουλή το 1934. Ωραία ως εδώ, έβγαλα άκρη. Ας διαβάσω τώρα τα πρακτικά. Κι είναι και πολλά, π' ανάθεμά τα... Ευτυχώς, διαπιστώνω ότι έχουν πολλή πλάκα!

Η βουλή συζητάει πρόταση της κυβέρνησης να ιδρυθεί Νομός Κιλκίς και γίνεται ο κακός χαμός. Η μεν αντιπολίτευση (βενιζελικοί κλπ) κατηγορεί την κυβέρνηση ότι φτιάχνει καινούργιο νομό με κομματικά κριτήρια, η δε συμπολίτευση (Λαϊκό Κόμμα, Μεταξάς κλπ) κατηγορεί τους αντιπάλους της ότι δεν θέλουν τον νέο νομό για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Κάποια στιγμή, παίρνει τον λόγο ο βουλευτής τού Λαϊκού Κόμματος Γεώργιος Μπακόπουλος. Αντιγράφω από την σελίδα 1730:
Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (...) Αντισυνταγματικόν είναι αυτό που εκάματε σεις να χωρίσετε τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης εις Συλλόγους. Δεν δύνασθε να ομιλήτε με τοιαύτην περιφρόνησιν διά τους Ισραηλίτας [σ.σ.: εννοεί τους εβραίους της Θεσσαλονίκης] οι οποίοι συνετέλεσαν εις την ανάπτυξιν του πολιτισμού. Θα είναι ανιστόρητος εκείνος ο οποίος θα ομιλήση εναντίον των Ισραηλιτών. Διαμαρτύρομαι εν ονόματι της νοημοσύνης τών εκ Μικράς Ασίας ανθρώπων τους οποίους νομίζετε αναξίους να εκλέξουν τους αντιπροσώπους των (...)
ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Υπεραμύνεσθε των Ισραηλιτών οι οποίοι εθεωρήθησαν εις όλα τα κράτη ως αναρχικά στοιχεία.
Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δεν επιτρέπεται κύριε Πρόεδρε να υβρίζωνται εις την αίθουσαν ταύτην οι Ισραηλίται.
Αυτό ήταν όλο! Σε 49 μεγάλες σελίδες πυκνογραμμένων πρακτικών δεν υπάρχει καμμία άλλη αναφορά σε "Ισραηλίτες". Βέβαια, αυτό δεν αποκλείει να γύρισε ο Μπούμπουλης και, πάνω στα νεύρα του, να πέταξε το "είναι πιο Ρωμιοί από σας" σ' εκείνον τον ηλίθιο που απεκάλεσε συλλήβδην τους εβραίους "αναρχικά στοιχεία", δίχως να το πάρει χαμπάρι ο πρακτικογράφος. Άλλωστε, θα στοιχημάτιζα ότι στην αίθουσα γίνεται φασαρία και γι' αυτό ο πρακτικογράφος δεν κατάφερε να εντοπίσει τον ηλίθιο, καταφεύγοντας στο αόριστο "είς βουλευτής". Όμως, σε καμμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο Μπούμπουλης εκστόμισε την συγκεκριμένη ατάκα εναντίον των προσφύγων βουλευτών εν γένει, άσχετα με το τι μπορεί να γράφει εν είδει κουτσομπολιού η -άσχετη με την επίσημη βουλή- "Εφημερίς των Συζητήσεων".

Για να δούμε τώρα τι έβγαλε το ψάξιμο γι αυτόν τον Περικλή Μπούμπουλη. Κατ' αρχήν, ήταν γόνος της μεγάλης σπετσιώτικης οικογενείας των Μπουμπούληδων και δισέγγονος της ηρωίδας του '21 Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, η οποία ήταν υδραία αλλά παντρεμένη με Μπούμπουλη. Υπήρξε εκ των ιδρυτών του Παναθηναϊκού, ποδοσφαιριστής και παράγοντάς του μέχρι το 1928, οπότε και διεγράφη με πρόταση του Απόστολου Νικολαΐδη, ο οποίος τον κατηγόρησε ως προδότη της ομάδας. Η αλήθεια είναι ότι ο Μπούμπουλης έπεσε σε δυσμένεια επειδή πολιτευόταν με το φιλοβασιλικό Λαϊκό Κόμμα ενώ ο Παναθηναϊκός τασσόταν επίσημα στο πλευρό τού Βενιζέλου. Άλλωστε, τότε πρόεδρος της ομάδας ήταν ο Παντελής Καρασεβδάς, βουλευτής των Φιλελευθέρων και στενός φίλος τού Βενιζέλου.

Περισσότερο ενδιαφέρον απεδείχθη το ψάξιμο για τον εθνικόφρονα βουλευτή Κεφαλληνίας και γερουσιαστή Κοσμά Μπουρμπούλη. Διαβάζω ότι διετέλεσε υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ από 26/12/1936 έως 20/4/1941, όταν οι γερμανοί κατέλαβαν την χώρα. Δηλαδή, έμεινε στην θέση του και μετά τον θάνατο του Μεταξά, επί κυβερνήσεως Κορυζή. Γιατί, όμως, το 1936 ο Μεταξάς τον έκανε υφυπουργό στις 26 Δεκεμβρίου ενώ βρισκόταν στην εξουσία από τις 4 Αυγούστου; Διότι τότε ο δικτάτορας ήρθε σε ρήξη με τον ως τότε υφυπουργό του, τον Αλέξανδρο Παπαχελά. Ώπα! Ποιος είναι αυτός; Νέο ψάξιμο!

Το πρώτο φύλλο της δισεβδομαδιαίας "Εφημερίδος των Συζητήσεων" (11 Αυγούστου 1870)

Ο Αλέξανδρος Παπαχελάς, λοιπόν, ήταν ο επικεφαλής μηχανικός τής αγγλικών συμφερόντων ηλεκτρικής εταιρείας Πάουερ, προσωπικός φίλος και δεξί χέρι τού εθνικιστή συνταγματάρχη και πολιτικού Θεόδωρου Σκυλακάκη, παππού του ομώνυμου σημερινού υφυπουργού δημοσιονομικής πολιτικής. Ο Σκυλακάκης ήταν κολλητός με τον Μεταξά κι έτσι ο Παπαχελάς γνωρίστηκε με τον δικτάτορα και ανέλαβε θέση-κλειδί στην κυβέρνηση της 4ης Αυγούστου.

Θεία τού Αλέξανδρου Παπαχελά (αδελφή του πατέρα του) ήταν η Σοφία Παπαχελά, σύζυγος του Καίσαρα Καστοριάδη και μητέρα τού Κορνήλιου. Αδελφός του ήταν ο Ευγένιος Παπαχελάς, δεξί χέρι τού Στυλιανού Παττακού, ο οποίος έχει πλέξει στα βιβλία του επανειλημμένως το εγκώμιο τού Ευγένιου για τις υπηρεσίες του στην "Επανάσταση". Και, όπως έχετε ήδη υποψιαστεί, εγγονός του είναι ο -γνωστός μας από την Καθημερινή και τον Σκάι- δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς. Σαν να λέμε, ο Αλέξης είναι μακρινός ανηψιός τού Καστοριάδη...

Γιατί, όμως, ο Μεταξάς απομάκρυνε τον Παπαχελά; Και, μάλιστα, όχι απλώς τον απομάκρυνε αλλά τον κατηγόρησε για συνωμοσία και φιλογερμανισμό, τον δίκασε και τον εξόρισε, μαζί με τον κολλητό του τον Σκυλακάκη; Όπως ισχυρίστηκε πολύ αργότερα ο ίδιος ο Παπαχελάς, τον έφαγαν διάφορα κυκλώματα όταν επιχείρησε να εξυγιάνει τα δημόσια έργα. Κι επειδή η Ιστορία αρέσκεται στην ειρωνεία, κατευθυντήριος νους εκείνων των κυκλωμάτων, που έφαγαν τον παππού τού σημερινού δημοσιογράφου, ήταν ένας... δημοσιογράφος, ο μυστικοσύμβουλος του Μεταξά Ιωάννης Διάκος, εκδότης της φυλλάδας "Εφημερίς των Ελλήνων". Ο Διάκος είχε αποκτήσει το προσωνύμιο "βδέλλα", επειδή έπαιρνε μίζες από παντού αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει αργότερα σύμβουλος και του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου...


Αυτά παθαίνεις όταν ξεκινάς το ψάξιμο. Αρχίζεις με τους πρόσφυγες του 1922 και καταλήγεις στον Παπαχελά τού Αλαφούζου, αφού περάσεις πρώτα από την ίδρυση του Νομού Κιλκίς, τον προπολεμικό Παναθηναϊκό, τον Μεταξά και την χούντα. Ξεκινάς να γράψεις δυο αράδες και, τελικά, ξοδεύεις ένα ολόκληρο κυριακάτικο απόγευμα δίχως να γράψεις λέξη για το θέμα που σε απασχολεί και που για χάρη του άρχισες το ψάξιμο. Πιο αντιπαραγωγικό δεν γίνεται!

------------------------------------
Σημείωση (update 29/3/2020)

Η αλήθεια είναι ότι ο καθηγητής Γιώργος Μαυρογορδάτος είναι ακριβής. Παραπέμπει στην επίσημη στενογραφική "Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής" (και όχι στην απλή "Εφημερίδα των Συζητήσεων", όπου παραπέμπουν οι αντιγραφείς), αναφέροντας επί λέξει:
Στη σχετική συζήτηση, ο Βενιζελικός Ηλ. Παπαδόπουλος κατηγόρησε την κυβέρνηση Τσαλδάρη: «Ενεκολπώθητε τους Εβραίους και διώχνετε τους πρόσφυγας». Αλλά τότε ο Αντιβενιζελικός βουλευτής Σπετσών Περικλής Μπούμπουλης δεν δίστασε να πει στους πρόσφυγες βουλευτές, για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης: «Είναι πιο ρωμηοί από σας!» (Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, 24 Ιανουαρίου 1934, σσ. 990 και 993).
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το τελευταίο βιβλίο τού Γιώργου Μαυρογορδάτου "Μετά το 1922" (Πατάκης, 2017). Η εν λόγω σημείωση προστέθηκε στο αρχικό κείμενο μετά από επικοινωνία τού καθηγητή με το ιστολόγιο.

17 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (13)

Καθώς πλησιάζουμε στο τέρμα του ταξιδιού μας, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε ο τύπος τους πρόσφυγες μετά την καταστροφή τής Σμύρνης. Στο 13ο τεύχος της ετήσιας έκδοσης "Ethnologia Balcanica" (έκδοση Lit, 2009), με θέμα "Μigration In, From, and to Southeastern Europe - Part I: Historical and cultural aspects", περιλαμβάνεται μια έρευνα της Γεωργίας Εγγλέζου για τους πρόσφυγες του 1922, βασισμένη στα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής. Απ' αυτή την έρευνα αντιγράφω και μεταφράζω μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα, ορμώμενα από δημοσιεύματα των πειραϊκών εφημερίδων "Σφαίρα" και "Σημαία":
-    Ωστόσο, φαίνεται πως υπήρξαν ντόπιοι οι οποίοι, αντί να προσφέρουν βοήθεια, ενδιαφέρθηκαν να βγάλουν λεφτά από τους πρόσφυγες. Ο τύπος ανέφερε περιπτώσεις κατοίκων που ζητούσαν παράλογα ενοίκια για τα σπίτια τους: "οι τιμές για τα χαμόσπιτά τους είναι υψηλότερες από τις τιμές τού ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεττανία", έγραψε η Σφαίρα. Ο τύπος χαρακτήρισε αυτούς τους ανθρώπους ως "εκμεταλλευτές των άτυχων θυμάτων".
-    Φαίνεται, ωστόσο, ότι η πλειοψηφία τού ντόπιου πληθυσμού ενδιαφέρθηκε ελάχιστα αν όχι καθόλου να βοηθήσει τους πρόσφυγες. "Την ώρα που τα νυχτερινά μαγαζιά είναι γεμάτα και οι νεόπλουτοι ξοδεύουν τα λεφτά τους -καλύτερα, τα σκορπίζουν- δεν περισσεύει δραχμή για την ανακούφιση των αδελφών μας που υποφέρουν; Τι ντροπή!" (Σφαίρα, 9/9/1922)
-    Οι ντόπιοι σταδιακά αισθάνθηκαν ότι απειλούνται από τους πρόσφυγες και άρχισαν να εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους. Ένοιωσαν ότι οι πρόσφυγες τους έπαιρναν τις δουλειές. Στις 19 Οκτωβρίου 1922, η Σημαία έγραψε: "οι εργάται του Τελωνείου, θορυβηθέντες εκ της ειδήσεως, ότι απεφασίσθη να τοποθετηθώσι και πρόσφυγες εις την κομιστικήν υπηρεσία, διατελούν εν εξεγέρσει και απεφάσισαν να αρνηθώσι διά παντός τρόπου και μέσου εις την πρόσληψιν τούτων, επικαλούμενοι την συνδρομήν και των άλλων Εργατικών Σωματείων"
(*). Σύμφωνα με τις εφημερίδες, φάνηκε ότι οι εργαζόμενοι είχαν την υποστήριξη και άλλων σωματείων, καθώς δεν ήθελαν να συμβεί το ίδιο πράγμα σε άλλα επαγγέλματα.
-    Σε μια θρησκευόμενη χώρα, όπως η Ελλάδα, θα περίμενε κανείς ότι η εκκλησία θα έπαιζε ενεργό ρόλο στην εκστρατεία για την ενσωμάτωση των προσφύγων στην κοινωνία. Όμως, αυτό δεν συνέβη. Μαζί με την αδιαφορία του κλήρου, ο τοπικός τύπος καταδίκαζε την κατάληψη των ναών από τους πρόσφυγες, σαν να έφταιγαν οι πρόσφυγες γι' αυτό. Το αξιοσημείωτο για την εκκλησία είναι ότι δεν χρησιμοποίησε την δύναμη και την επιρροή της για να πείσει τους ντόπιους να βοηθήσουν τους πρόσφυγες. Ούτε δικά της χρήματα διέθεσε ούτε τους πιστούς κάλεσε να προσφέρουν οικονομική βοήθεια. Οι ναοί χρησιμοποιήθηκαν ως προσωρινοί χώροι διαμονής αλλά μόνο μετά από αποφάσεις των τοπικών αρχών. Ο τύπος, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να καταγγέλει ότι η παρουσία των προσφύγων στους ναούς απειλεί την υγεία των κατοίκων γύρω απ' αυτούς. Ακόμη, οι εφημερίδες συμπέραναν ότι "η εντός των ναών μικτή παρουσία ανδρών και γυναικών συνιστά ιεροσυλία, κατά κάποιον τρόπο, λόγω των φυσικών και σαρκικών αναγκών και επιθυμιών αυτών των ανθρώπων" (**).
Αυτό που συμβαίνει με τον τύπο, είναι λίγο-πολύ συγκεκριμένο και απλό στην εξήγησή του, σαν απλή σειραϊκή αντίδραση: κάποιοι τα βάζουν με τους πρόσφυγες (για διάφορους λόγους, κυρίως προσωπικού συμφέροντος), ο τύπος σπεύδει να τους "εκφράσει" (ρίχνοντας έτσι νερό στον μύλο τους), η ανησυχία διαδίδεται (ψυχολογία του όχλου), ο τύπος καλείται να "εκφράσει" περισσότερους και εντονώτερα... και πάει λέγοντας.
Σημαία, 19/10/1922

Την απέχθεια για τους πρόσφυγες καλλιεργούν σχεδόν αποκλειστικά οι φιλομοναρχικές εφημερίδες, αφού οι επήλυδες είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία βενιζελικοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εθνικιστής, βασιλόφρων και θαυμαστής τού Χίτλερ εκδότης τού "Πρωινού Λόγου" Νίκος Κρανιωτάκης πρότεινε το 1933 με άρθρο του στην εφημερίδα του να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινο περιβραχιόνιο ώστε να μπορούν οι έλληνες να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν. Από την πλευρά της, η Βραδυνή, σε άρθρο με τίτλο "Αφγανιστανούπολις", διαπιστώνει ότι οι πρόσφυγες βρόμισαν την Αθήνα και τον Πειραιά διότι... έτσι ήξεραν, έτσι είχαν μάθει και έτσι έκαναν:
    Τζιεράκια τηγανίζονται, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλλίτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παλιοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικωτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβανές εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχαν αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους, ηρημώθησαν, τσόκαρα κροτούν εις τα κέντρα και κραυγαί χωρίων αντηχούν εις πλατείας. Την στιγμήν οπού η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της, επήλθον η αρρυθμία, η τσαπατσουλοσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότης και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα ευπρεπή μέρη της.
    Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως, δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. (...) Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων. (...
)
    Αλλά όπως οι επερχόμενοι σωρηδόν εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εννοούν καλά και σώνει να εγκατασταθούν εις τας δύο ταύτας πόλεις, αν και μέχρι τούδε η κατοικία των ήτο κάποιον άγνωστον χωρίον, παρομοίως όλοι ζητούν να καταλάβουν την κεντρικωτέραν θέσιν μαζί με τον ταβλάν των, με την παράγκαν των, τα σηκωτάκια των, τα μπακαλιαράκια των, τα χαλβαδάκια των, τα γαλακτομπουρεκάκια των, τας τσουράπας των και τα ζωνάρια των.

    Εφθάσαμεν ούτω να γίνωμεν πόλις του Αφγανιστάν (...)

[Βραδυνή, 3/12/1923]
Βραδυνή, 3/12/1923

Αντιπροσφυγικό μένος έτρεφε και ο "πολύς" Γεώργιος Βλάχος, ιδρυτής και εκδότης της φιλοβασιλικής-αντιβενιζελικής Καθημερινής, ο οποίος συνήθιζε να κάνει λόγο για "προσφυγική αγέλη" και δεν μπορούσε να χωνέψει την απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων στους πρόσφυγες:
Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; (...) Αλλά είναι Έλληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Όταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος.
[Καθημερινή, 19/7/1928]
Φυσικά, πλούσια πηγή αντιπροσφυγισμού απετέλεσαν οι περιουσίες που άφησαν πίσω τους οι τούρκοι και έπρεπε να αποδοθούν στους πρόσφυγες που ήρθαν εδώ λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών. Βλέποντας τους τούρκους να φεύγουν, οι ντόπιοι ορέχτηκαν αυτές τις περιουσίες και, φυσικά, οι πρόσφυγες γίνονταν εμπόδιο στα σχέδιά τους να τις αρπάξουν. Έτσι, ξέσπασαν αιματηρές συμπλοκές σχεδόν παντού όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, με μεγαλύτερη (τι ειρωνεία!) εκείνη στο Κιούπκιοϊ Σερρών (την γενέτειρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή) τον Νοέμβριο του 1924, η οποία προκάλεσε και σχετική συζήτηση στην Βουλή.

Εμπρός, 9/11/1924 (πρωτοσέλιδος τίτλος και άρθρο στην 4η σελίδα)

Κάπου εδώ, λέω να ολοκληρώσουμε το ταξίδι μας. Θα μπορούσαμε να το συνεχίσουμε για πολλές-πολλές μέρες ακόμη αλλά δεν νομίζω ότι θα συναντήσουμε πλέον κάτι καινούργιο, κάτι άγνωστο. Ο στόχος μας ήταν εξ αρχής να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε το τότε ώστε να ερμηνεύσουμε και να αντιληφθούμε ορθότερα το τώρα. Δεν ξέρω αν τα πήγα καλά στην θέση τού οδηγού αλλά, τουλάχιστον, προσπάθησα να είμαι ειλικρινής και να μη ξεφύγω από τον δρόμο που χάρασσαν τα στοιχεία και τα ντοκουμέντα που είχα στην διάθεσή μου. Όπως προσπάθησα να αποφύγω και κάθε προσωπική κρίση, αφήνοντας στον συνταξιδιώτη αναγνώστη την ικανοποίηση να σχηματίσει και να εκφέρει την δική του.

Ελπίζω να ξαναβρεθούμε σύντομα σε κάποιο άλλο ταξίδι. Από τούτο, κρατώ ως ενθύμιο δυο φράσεις από δυο μαρτυρίες προσφύγων: "Έναν μήνα μείναμε στην Χίο, ούτε παράθυρο ούτε πόρτα χιώτικη είδαμε ανοιχτή" και "Η Μυτιλήνη έκλεισε πόρτες και παράθυρα, δεν μας δεχτήκανε". Αναρωτιέμαι ποια στάση κρατούν σήμερα οι απόγονοί τους με τα δικά τους κουφώματα...

----------------------------------------------
(*) Το εντός εισαγωγικών κείμενο δεν είναι μετάφραση αλλά ακριβής καταχώριση του άρθρου της εφημερίδας (πρώτη φωτογραφία, κόκκινο πλαίσιο).

(**) Σύμφωνα με την ερευνήτρια, το σχετικό απόσπασμα προέρχεται από την Σημαία τής 21/11/1922. Πρόκειται για λάθος, αφού έρριξα μια ματιά στο συγκεκριμένο φύλλο της εφημερίδας και δεν βρήκα κάτι τέτοιο. Συνεπώς, κρατώ το κείμενο με επιφύλαξη, αφού δεν μπορώ να βεβαιώσω την πηγή του
.

16 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (12)

Από το αρχείο του πρωθυπουργού, το οποίο τηρείται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αλιεύουμε ένα τηλεγράφημα με ημερομηνία 6/9/1922 (24/8/1922 με το παλιό ημερολόγιο, τρεις μόλις ημέρες πριν οι τούρκοι μπουν στην Σμύρνη). Είναι κρυπτογραφημένο και το απευθύνει ο γενικός διοικητής Χίου Ιωάννης Σταυρίδης προς τον πρωθυπουργό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη και τον υπουργό εσωτερικών Νικόλαο Στράτο. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η αποκρυπτογράφηση έγινε απ' ευθείας πάνω στο πρωτότυπο, προφανώς λόγω βιασύνης:
Επείγον πρόεδρον Κυβερνήσεως Υπουργόν Εσωτερικών
Από Κυριακής (σ.σ.: 21/8-3/9/1922) ήρχισαν αφικνούμεναι πολλαί οικογένειαι εκ Σμύρνης ων εσπευσμένη εκείθεν αναχώρησις και απαισιόδοξοι αφηγήσεις διασπείρουσι τρόμον στοπ εισηγούμεθα γνώμην απαγορευθή προσωρινώς αναχώρησις εκ Σμύρνης απάντων κατοίκων ή τουλάχιστον ομογενών
Γενικός Διοικητής Χίου Σταυρίδης
Την ίδια ώρα, στο λιμάνι τής Χίου (όπως και της Λέσβου) υπάρχουν αγκυροβολημένα δεκάδες καράβια, τα οποία περιμένουν την άδεια ή την εντολή να σπεύσουν στα μικρασιατικά παράλια για να παραλάβουν τον κόσμο, ο οποίος αναζητεί αγωνιωδώς τρόπους να ξεφύγει από την κόλαση που πλησιάζει. Μια άδεια ή μια εντολή. Δεν δόθηκαν ποτέ. Ο διευθυντής τού γραφείου τύπου και λογοκρισίας της αρμοστείας είναι κατηγορηματικός:
Εάν υπήρχε και η ελαχίστη στοργή προς τον πληθυσμόν θα εσώζοντο πολλαί χιλιάδες, διότι εις τους λιμένας Μυτιλήνης και Χίου είχον συγκεντρωθή περί τα πεντήκοντα εμπορικά ατμόπλοια, τα οποία έμενον ακίνητα, καθ’ ην στιγμήν οι κάτοικοι εζήτουν έστω και μίαν λέμβον διά ν’ αναχωρήσουν. Αλλά τα ατμόπλοια έμενον εκεί ακίνητα και αχρησιμοποίητα κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως.
[Μιχαήλ Ροδάς, "Η Ελλάδα στην Μικράν Ασίαν, 1918-1922", Μυτιλήνη, 1950]
Τελικά, βρέθηκε κάποιος να αντιδράσει, έστω και την ύστατη στιγμή. Ήταν ο υπουργός εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ο οποίος συνεννοήθηκε με τον υπουργό ναυτικών Ιωάννη Λεωνίδα και από κοινού ειδοποίησαν τα "απανταχού ανά τον κόσμον ελληνικά πλοία να σπεύσουν εις τα παράλια της Μικράς Ασίας" για να μαζέψουν τον κόσμο. Προς τιμή των πλοικτητών, η ανταπόκριση ήταν άμεση και μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατέφθασαν πενήντα πλοία. Μαζί με τα πενήντα που βρίσκονταν σε Χίο και Μυτιλήνη, άρχισαν αμέσως το φόρτωμα. Ήταν μια τιτάνια επιχείρηση, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την κάλυψη ελληνικών πολεμικών πλοίων, τα οποία σημάδευαν με τα κανόνια τους τους τούρκους ώστε να τους αποτρέψουν από κάθε σκέψη επίθεσης κατά των "συνωστιζομένων" προσφύγων.

Η αλήθεια είναι ότι μ' αυτόν τον τρόπο σώθηκαν δεκάδες χιλιάδες μικρασιάτες έλληνες μέσα σε μια μόλις ημέρα. Δυστυχώς, χάρη στις κυβερνητικές επιλογές των προηγουμένων μηνών, άλλοι τόσοι και παραπάνω είχαν ήδη χαθεί. Το ημερολόγιο έδειχνε ήδη 13 Σεπτεμβρίου 1922 (31 Αυγούστου με το παλιό) και η Σμύρνη ήταν σωριασμένη σε αποκαΐδια...


Καθώς οι πρόσφυγες έχουν πάρει πλέον τον τραχύ και δύσβατο δρόμο τους, εμείς ας κάνουμε μια στάση κι ας ανοίξουμε τον πρώτο τόμο τής "Εξόδου", για να δώσουμε τον λόγο σε κάποιους από εκείνους που σώθηκαν. Να σημειώσουμε ότι είναι λογικό αυτοί οι άνθρωποι να θεωρούν τον Στεργιάδη ως μοναδικό υπεύθυνο για τις συμφορές τους. Δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι δεν ήταν ο Στεργιάδης που είχε πάρει την απόφαση του αφανισμού τους...
- Χιλιάδες κόσμος περίμενε στο λιμάνι νά 'ρθουν πλοία από την Ελλάδα. Ήρθε ένα πλοίο. Ως στρατιώτης μπήκα μέσα. Τους πολίτες δεν τους άφηναν να μπουν· ήταν μόνο για τον στρατό. Είχα χαρά που γλύτωσα και λύπη που άφησα πίσω τους δικούς μου. Ήταν οι τρεις αδερφάδες μου και ο μικρότερος απ' όλους αδερφός μου. Η μια μου αδερφή είχε πέντε παιδιά. η άλλη δύο, η τρίτη ήταν λεύτερη. Στην Μυτιλήνη είχε πολλά καΐκια και καράβια. Θα μπορούσαν να πάνε στο Αϊβαλί να γλυτώσουν τον κόσμο, που μάταια τα περίμενε. Ο λιμενάρχης όμως της Μυτιλήνης δεν άφηνε να φύγουν τα πλοία. Βρήκα ένα καΐκι που έφευγε κρυφά για το Αϊβαλί. Είπα να το ναυλώσω να φέρω απ’ εκεί τους δικούς μου. Μου είπε κάποιος να μην πάω, γιατί μπήκαν Τσέτες στο Αϊβαλί. Καλά που δεν πήγα. Αργότερα αιχμαλώτισαν το καΐκι και δεν μπόρεσε να γυρίσει πίσω. [Μαρτυρία Γεωργίου Μωυσή, από το Τσουρούκι]

- Λοιπόν, στις 24 Αυγούστου κατέβηκα στο Άκτσαϊ. Γεμάτο κόσμο. Μάταια περιμένουν οι άνθρωποι να φύγουν. Πού νά 'ρθουν όμως πλοία! Ο εγκληματίας ο Στεργιάδης είχε δώσει εντολή να μην πάνε πλοία να πάρουν τους πρόσφυγες του Αδραμυττηνού κόλπου. (...) Μερικοί δικοί μας δεν έφυγαν από το Αδραμύττι. Νόμιζαν ότι δεν θα γίνει τίποτα. (...) Πάει, χάθηκαν, δεν τους ξανάδε κανείς. (...) Φτάσαμε στην Μυτιλήνη. Δεν μας δέχτηκαν στην Χώρα· είχε πολλούς πρόσφυγες. Πήγαμε στο Πλωμάρι. Που λέτε, στην Μυτιλήνη ήταν τριάντα καράβια στο λιμάνι· ανάμεσα σ' αυτά, το υπερωκεάνειο "Μεγάλη Ελλάς". Παρακαλούσαμε τις εκεί Αρχές να φύγουν τα βαπόρια, να πάνε στον Αδραμυττηνό κόλπο, να πάρουν τον κοσμάκη που περίμενε στο Άκτσαϊ και στην Σκάλα του Κεμεριού. Άκαρπες οι προσπάθειές μας. [Μαρτυρία Άννας Παρή, από το Αδραμύττι]

- Ο άντρας μου, σαν είδε πως χειροτερεύανε τα πράματα, μου λέει: "Να σας πάω στο Ντεμερτζιλί, να βρούμε καΐκι, να φύγουμε". Πάει, παίρνει την μαμά μου, τις αδελφές μου και κάτι πράματα μ' ένα ζώο και πήγανε στην θάλασσα. Εμένα με το παιδί θα 'ρχότανε μετά να μας πάρει. (...) Στο Ντεμερζιλί που πήγανε, καθίσανε τρία μερόνυχτα. Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε. Την παραμονή τ' Αη-Γιαννιού του Νηστευτή γυρίσανε. (...) Βγήκαμε στην Χίο. Στην αρχή μείναμε στο λιμάνι. Χάμω στα χώματα κοιμόμαστε. (...) Τραβούμε νότια και πάμε σ' ένα περιβόλι. Ο νοικοκύρης μάς διώχνει, φοβήθηκε μη φάμε τα μανταρίνια. Πάμε σ' έναν ελαιώνα. Μας διώχνουν κι από κει. Εμείς δεν φύγαμε. "Κερατά", του λέει ο άντρας μου, "εμείς είμαστε διωγμένοι, πού θες να πάμε;" (...) Έναν μήνα μείναμε στην Χίο, ούτε παράθυρο ούτε πόρτα χιώτικη είδαμε ανοιχτή. [Μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη, από τα Βουρλά]

- Όταν πήγαμε στις Φώκιες, επειδή εγώ παρακινούσα τον κόσμο να φύγει, μ' έπιασε ο υποδιοικητής, ο Ραπέσης, και μου είπε: "Τί είδατε και ξεσηκώνετε τον κόσμο;". Φώναξε και τον πατέρα μου και του είπε: "πέσε στον γιο σου να σταματήσει, γιατί θα τον βάλω φυλακή". (...) Από μακρυά φάνηκε ένα βαπόρι· ήταν του Πυρόκακου από την Σμύρνη. Είδε τον κόσμο στα νησάκια κι ήρθε να δει τι γίνεται. Εγώ εγνώριζα τον Πυρόκακο και τον παρακάλεσα να μας πάρει. Δυστυχώς, ο δήμαρχος ο Παπαγιάννης, εμπόδισε τον κόσμο να φύγει. [Μαρτυρία Αναστάση Χαρανή, από το Γκερένκιοϊ]

- Ήρθε όμως η είδηση. "Φτάνουν οι Τσέτες, σφάζουν οι Τσέτες" και ο κόσμος έπεσε ομαδικά στους δρόμους. Η χωροφυλακή έπιασε τις εξόδους. Δεν τους άφηνε να φύγουν και προσπαθούσε να τους καθησυχάσει. [Μαρτυρία Μαρίας Χάππα, από το Τζιμόβασι]

- Το καράβι μάς έβγαλε στην Μυτιλήνη. Η Μυτιλήνη έκλεισε πόρτες και παράθυρα. Δεν μας δεχτήκανε. Όσοι πήγαν πρώτοι έμειναν στις εκκλησιές. Εμείς μείναμε οκτώ μέρες κάτω από τα δέντρα. Μετά ήρθε άλλο καράβι και μας πήρε. Μας πήγε στον Πειραιά. Δεν μας δεχτήκανε. Φωνάζανε ότι η Αθήνα έχει πολύ κόσμο. Μας πήγε συνέχεια στην Πάτρα. (...) Ήρθε μια γρίτσα, η καημένη, μ' ένα μπρίκι και μας έφερε καφεδάκι. (...) Μας περιποιηθήκανε πολύ οι Πατρινοί, μέχρι που σκοτώθηκε ο Γούναρης. Μετά θυμώσανε, λες και φταίγαμε εμείς. [Μαρτυρία Αγλαΐας Κόντου, από την Μαινεμένη]  
Σμύρνη, 1922: Η προκυμαία μετά την φωτιά
- Μας πήγαν στον Βόλο. Κι από κει με τραίνο στα Φάρσαλα. Εγώ όμως εδώ υπόφερα πολύ. Στα βαπόρι έχασα τα πράματά μου. Έμεινα και γύρευα τα πράματά μου, και τα παιδιά μου τα είχαν βάλει στο βαγόνι. Έχασα και τα παιδιά μου. Μπήκα κι εγώ στο τραίνο, μα σ' άλλο βαγόνι. Φώναζα κι έκλαιγα. Ζητούσα τα παιδιά μου, μα τίποτα. Κι όταν κατεβήκαμε απ' το βαγόνι, βροχή, βροχή, σαν σκοινιά έπεφτε το νερό. Άνοιξαν οι ουρανοί, κατακλυσμός. Και μια ώρα έχει από το σταθμό για να πάμε στα Φάρσαλα. Έτσι, με βροχή, και τα παιδιά μου δεν τα ηύρα. Έκλαιγα, φώναζα σαν τρελή σ’ όλο το δρόμο. Τέλος φτάσαμε στα Φάρσαλα. Μας έδωσαν από μία σκηνή να την στήσωμε πού; Στα χωράφια, μέσα στη λάσπη, πάνω στο νερό. Εγώ όμως είχα μια χαρά που βρήκα τα παιδιά μου. Σαν ησύχασα απ' αυτά κι είδα πού βρισκόμασταν, μαζί με τους άλλους αρχίσαμε τα κλάματα και τη βουή. Πού να πλαγιάσωμε; Πού να κάτσωμε; Πού να σταθούμε; Ξημέρωσε κι ήμαστε ακόμη στο πόδι. Πήγαμε τότε όλοι, κάμαμε παράπονα και μας άνοιξαν την εκκλησία. Από τις κακουχίες και τα βάσανα αρρώστησε το παιδί μου. Κάθισα πάνω του. "Παναγία μου, όλα τα έχασα και την κόρη μου θα τη χάσω;". Τρεις-τέσσερις μήνες καθίσαμε στην εκκλησία. Το παιδί μου στον ένα μήνα έγινε καλά. Μετά μας κάμανε παράγκες σε ένα μέρος όπου η ομίχλη δεν σηκώνεται. Οι ντόπιοι φωνάζανε. "Οι πρόσφυγες έρχονται, εδώ πέρα να μην μπαίνουν". Και κλείνανε τις αποθήκες τους, και κλείνανε τα σχολεία τους, και κλείνανε τα καφενεία τους, και κλείνανε τα σπίτια τους. Να μην πλησιάσωμε, να μην αγγίζωμε πάνω τους, στην πόρτα τους, στους τοίχους των σπιτιών τους. Δεν ήμασταν άνθρωποι εμείς, ήμασταν μικρόβια. [Μαρτυρία Αννίκας Χαριτωνίδου, τουρκόφωνης(*) ελληνίδας χριστιανής από το Κέσι, 370 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά τής Άγκυρας]

Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ άρχισα να κουράζομαι. Κυρίως ψυχικά. Ευτυχώς, πλησιάζουμε στο τέρμα τού ταξιδιού μας. Λίγη υπομονή ακόμη...

----------------------------------------------
(*) Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 20% των ελλήνων μικρασιατών προσφύγων ήσαν τουρκόφωνοι.

12 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (11)

Ας επιστρέψουμε σ' εκείνο το ταξίδι-αστραπή των Θεοτόκη και Στράτου στην Σμύρνη στις 18 Αυγούστου 1922. Όπως είπαμε, ο Χατζανέστης προσπάθησε να καθησυχάσει τους δυο υπουργούς, παρουσιάζοντάς τους ένα νέο σχέδιο άμυνας. Μόνο που ο αρχιστράτηγος έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και κάνει ακριβώς ότι θα έκανε το 1945 ο Χίτλερ, λίγο πριν την κατάρρευση: μετακινεί πάνω στον χάρτη ανύπαρκτες μονάδες και οχυρώνει γραμμές που ήδη ελέγχονται από τον εχθρό. Οι δυο υπουργοί, με την βοήθεια του επιτελάρχη, κατάλαβαν την πραγματικότητα και, αμέσως μόλις επέστρεψαν, ενημέρωσαν τον Πρωτοπαπαδάκη και τον Γούναρη ζητώντας την άμεση λήψη μέτρων. Όμως, η κυβέρνηση τα έχει χαμένα. Οι γκάφες της διαδέχονται η μια την άλλη, σε σημείο που δεν πρέπει πλέον να μιλάμε για λανθασμένες επιλογές αλλά για εγκληματική ανικανότητα. Έτσι, αντί να πάρει μέτρα, κάνει ακόμη μια γκάφα:

Στις 22 Αυγούστου, ο Πρωτοπαπαδάκης τηλεγραφεί στον Στεργιάδη την απόφαση της κυβέρνησης να ανακαλέσει από την Μικρασία τον Χατζανέστη και να τον αντικαταστήσει με τον υποστράτηγο Νικόλαο Τρικούπη (εξάδελφο του Χαρίλαου Τρικούπη), ως τότε διοικητή τού Α' Σώματος Στρατού (με τέσσερις μεραρχίες), το οποίο δρούσε στο Αφιόν Καραχισάρ. Μόνο που δυο μέρες νωρίτερα ο Τρικούπης είχε παραδοθεί στους τούρκους μαζί με τα υπολείμματα των μονάδων που διοικούσε, θα παρέμενε αιχμάλωτος επί έναν ολόκληρο χρόνο και θα επέστρεφε στην Ελλάδα στις 22 Αυγούστου 1923! Μάλιστα δε, ο ίδιος ο Κεμάλ τηλεγράφησε στην σύζυγο του Τρικούπη για να της πει ότι ο άντρας της είναι καλά και της στέλνει χαιρετίσματα! Το χάλι θα ήταν για πολλά γέλια αν δεν ήταν για πολλά κλάματα...

[Πηγή: Αρχεία υπουργείου εξωτερικών]

Στο μεταξύ, αμέσως μετά την αναχώρηση των δυο υπουργών από την Σμύρνη, ο Στεργιάδης βάζει μπρος την εκτέλεση των εντολών που του δόθηκαν. Ακριβώς την επομένη, στις 19 Αυγούστου, στέλνει την παρακάτω κρυπτογραφημένη εγκύκλιο:
ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗ
Αριθ, 2831. ΑΚΡΩΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ
Προς τους αντιπροσώπους Αρμοστείας [σ.σ.: η αρμοστεία είχε είκοσι αντιπροσώπους σε διάφορες πόλεις]
ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ - ΝΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΗ ΥΦ' ΥΜΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΣ.
 
Άμα τη λήψει παρούσης διατάξατε να συσκευασθώσι τα αρχεία της υπηρεσίας σας, ειδοποιήσατε άπαντας τους προϊσταμένους υπηρεσιών τής έδρας σας ομοίως να συσκευάσωσι τα αρχεία των. Πάντες οι δημόσιοι υπάλληλοι της περιφερείας σας οφείλουσι να συγκεντρωθώσι εις τα έδρας των και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν εις την πρώτην διαταγήν. Περί χρόνου αναχωρήσεώς σας και τόπον κατευθύνσεώς σας θέλομεν δώσει ειδικήν διαταγήν. Τηλεγραφήσατε λήψιν παρούσης. (...)
ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ
Δυστυχώς για τον Στεργιάδη και την κυβέρνηση, το χάος είχε ήδη εξαπλωθεί και οι αντιπρόσωποι είτε δεν μπορούσαν είτε δεν είχαν διάθεση να ανταποκριθούν στην διαταγή του. Χαρακτηριστική είναι η στάση που τήρησε ο αντιπρόσωπος των Μουδανιών Αλέξανδρος Παχνός, ο οποίος εκείνη την ημέρα έτυχε να βρίσκεται στην Κίο. Πρώτα-πρώτα, τηλεγράφησε στον Στεργιάδη στις 20 του μηνός:
Επί υπ' αριθ. 2831 κρυπτογραφικής διαταγής αναφέρω ότι χριστιανικός πληθυσμός Κίου διατελεί πανικόβλητος. Κρίνω σκόπιμον να διατελώ εν γνώσει σκέψεων Ελληνικής Διοικήσεως όσον αφορά τύχην χριστιανικών πληθυσμών εν περιπτώσει απευκταίου.
Ο Στεργιάδης δεν θα έδινε ποτέ γραπτώς διαταγή "αφήστε τον κόσμο στην τύχη του". Έτσι, έβαλε το δεξί του χέρι και γενικό γραμματέα τής αρμοστείας Πέτρο Γουναράκη να απαντήσει στον Παχνό (τα κεφαλαία γράμματα είναι του Γουναράκη):
Σε συνέχεια του υπ' αριθ. 2831 επεξηγούμεν ότι πρέπει να φροντίσητε να ενθαρρύνετε κατοίκους περιφερείας σας οίτινες επτοήθησαν ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΕΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΝ ΑΥΤΩΝ. Πάντως δεν μεταβάλλομεν ουδέν δοθείσαν διαταγήν και ΘΑ ΕΙΣΘΕ ΕΤΟΙΜΟΙ να εκτελέσητε άμα διαταχθήτε. Υμίν εναπόκειται όπως και εις λοιπούς υπαλλήλους μη ενσπείρητε πανικόν δι' ενεργειών σας εις κατοίκους.
Στην συνέχεια, ο Παχνός έγραψε την εντολή στα παλιότερα των υποδημάτων του. Τηλεγράφησε στον οικονομικό του έφορο Παντελή Σκαπέτσο, ο οποίος τον αναπλήρωνε κατά την απουσία του, να χορηγήσει άδειες αναχωρήσεως σε όλους όσους ήθελαν να φύγουν. Ο Σκαπέτσος υπάκουσε και έτσι σώθηκαν χιλιάδες κάτοικοι της περιοχής.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Γουναράκης έστελνε διαταγές με τέτοιο περιεχόμενο ("Καθησυχάσατε κατοίκους και απαγορεύσατε ομαδικήν αναχώρησίν των" κλπ). Στο σημαντικό βιβλίο του "Η Ελλάδα στην Μικράν Ασίαν, 1918-1922" (επανεκδίδεται συνεχώς και κυκλοφορεί ακόμη), ο διευθυντής τού γραφείου τύπου και λογοκρίσίας της αρμοστείας Μιχαήλ Ροδάς καταγράφει παρόμοιες διαταγές προς τους διοικητές Αϊδινίου, Ναζλή, Οδεμησίου κλπ. από τις αρχές Αυγούστου. Είναι ενδεικτικό το τηλεγράφημα του υποδιοικητή Οδεμησίου με ημερομηνία 18 Αυγούστου: "Χριστιανικός πληθυσμός κατελήφθη πανικού. Ζητεί αναχωρήση Σμύρνην. Συγκρατούμεν και εμποδίζομεν αναχώρησιν".

Το ταξίδι μας συνεχίζεται. Στο επόμενο -και, μάλλον, προτελευταίο- σημείωμα της σειράς θα δούμε μερικά ακόμη στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μητέρα Ελλάς δεν ήθελε ούτε να βλέπει τα τέκνα της από την Μικρά Ασία, ώστε να απαντηθούν και οι τελευταίες ενστάσεις. 

11 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (10)

Χτες, κλείσαμε το σημείωμά μας με την αποστροφή ότι στόχος τής κυβέρνησης ήταν "εκάς οι πρόσφυγες πάση θυσία". Για να πειστεί και ο πλέον δύσπιστος αναγνώστης ότι η βούληση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να αποτραπεί με κάθε τρόπο η μετανάστευση των μικρασιατών προς την Ελλάδα, ας κάνουμε σήμερα μια στάση στο ταξίδι μας για να επισκεφθούμε τα επίσημα αρχεία τού υπουργείου εξωτερικών. Από εκεί, ανασύρουμε δυο έγγραφα, αντίγραφα των οποίων παρουσιάζουμε παρακάτω. Το  πρώτο είναι ένα πολυσέλιδο τηλεγράφημα που έστειλε ο Στεργιάδης προς τον πρωθυπουργό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη και τον υπουργό εσωτερικών Νικόλαο Στράτο στις 22/8/1922. Το δεύτερο είναι η αυθημερόν απάντηση του Πρωτοπαπαδάκη.

Το τηλεγράφημα του Στεργιάδη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον στο σύνολό του αλλά εδώ μας ενδιαφέρει η στάση του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες, οπότε παρουσιάζουμε μόνο επιλεγμένα αποσπάσματα σχετικά με το θέμα μας. Γράφει, λοιπόν, ο Στεργιάδης (υπογραμμίσεις δικές μου):

[Επιλογή και συρραφή αποσπασμάτων: Cogito ergo sum]

ΛΙΑΝ ΕΠΕΙΓΟΝ -  ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΥΠΟΥΡΓΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ. ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ.
(...)
Παρακαλώ υπέρ παν άλλο την Κυβέρνησιν να μου δώση επειγούσας οδηγίας εις ακόλουθα σημεία.
1ον) Εγκρίνετε απόφασίν μου αναχωρήσωσιν εντεύθεν πολιτικοί υπάλληλοι μετά Αρχείων και Χωροφυλακής.
2ον) Εγκρίνετε εμποδισθώσιν αναχωρήσωσι Έλληνες Μικρασιάτες δι' Ελλάδα ακόμη και όταν είναι εύποροι δυνάμενοι αναχωρήσωσι με συνήθη ταχυδρομικά ατμόπλοια.
3ον) Εγκρίνετε αποσταλώσι Αθήνας περί τα 500 ορφανά μικράς ηλικίας και τα πλείστα κοράσια τα οποία συνετήρη Υπάτη Αρμοστεία μέχρι τούδε και άτινα αφιέμενα ενταύθα θα διατρέξωσιν έσχατον κίνδυνον.
(...)
Αντικείμενον ιδιαιτέρων υμών διαβημάτων θα ηδύνατο να γίνη η προφύλαξις της Σμύρνης διά συμμαχικής επεμβάσεως ή αποβιβάσεως. Νομίζω ότι εις τούτο κυρίως αποβλέπουσιν αι προς εμέ βολιδοσκοπήσεις των ξένων αντιπροσώπων. Αλλά τοιούτον ζήτημα ως εκ της φύσεώς του δεν δύναμαι να εισηγηθώ εδώ ουδέ και προτεινόμενον να το διαπραγματευθώ άνευ προηγουμένων σαφών και επαρκών οδηγιών της Κυβερνήσεως προς εμέ.
ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ
Είναι σαφές ότι ο Στεργιάδης προσπαθεί να καλύψει διπλά τα νώτα του. Πρώτον, απαιτεί από τον πρωθυπουργό να ζητήσει εγγράφως ό,τι μέχρι τότε ζητούσε προφορικά, δηλαδή την παρεμπόδιση αναχώρησης από την Μικρασία ακόμη και όσων είχαν την οικονομική δυνατότητα να επωμισθούν οι ίδιοι το κόστος τής αναχώρησής τους. Και, δεύτερον, ζητάει πλήρη κάλυψη για κάθε περίπτωση διαπραγμάτευσης με τους συμμάχους.

Η απάντηση του Πρωτοπαπαδάκη ήρθε αμέσως (υπογραμμίσεις δικές μου):
ΑΚΡΩΣ ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΑΤΟΝ ΑΡΜΟΣΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗΣ
    Εις απάντησιν υμετέρου υπ' αριθ. 2873 συμφωνούμεν μεθ' υμών εις τα σημεία 1ον 2ον 3ον ως προς το τέταρτον όσον αφορά την τάξιν εγκρίνομεν τας δηλώσεις σας αλλ' ως προς τον επισιτισμόν αδυνατούμεν ν' αναλάβωμεν οιανδήποτε υποχρέωσιν λόγω των μεγάλων επισιτιστικών δυσχερειών ας έχομεν ήδη.
    Τα προς τους συμμάχους διαβήματα ημών θ' ανακοινώσωμεν υμίν δι' ιδιαιτέρου τηλεγραφήματος.
Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Ο Στεργιάδης πέτυχε τον σκοπό του. Η κυβέρνηση ανέλαβε απολύτως την ευθύνη τής παρεμπόδισης των μικρασιατών να εγκαταλείψουν την περιοχή τους. Αυτό το τηλεγράφημα του Πρωτοπαπαδάκη ήταν και η τελευταία επίσημη εντολή τής κυβέρνησης προς την αρμοστεία τής Σμύρνης.


Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στην τύχη των ορφανών για τα οποία ο μεν Στεργιάδης ζητάει προστασία ο δε Πρωτοπαπαδάκης δηλώνει εντελώς ξεδιάντροπα ότι το κράτος αδυνατεί να αναλάβει την σίτισή τους.

Επίσημα, αυτά τα παιδιά έφτασαν στην Ελλάδα, τοποθετήθηκαν προσωρινά σε ένα πρόχειρο ορφανοτροφείο που στήθηκε στο Πολύγωνο και στην συνέχεια τακτοποιήθηκαν στο ορφανοτροφείο τής Βουλιαγμένης. Το πρόβλημα είναι ότι ο Στεργιάδης κάνει λόγο για 500 ορφανά αλλά η δομή τού Πολύγωνου δεν χωράει πάνω από 100 άτομα με τίποτε. Πού πήγαν, λοιπόν, τόσα παιδιά;

Οι έρευνες έδειξαν ότι, χάρη στις προσπάθειες κάποιων πραγματικά ευαίσθητων, κάποια απ' αυτά τα ορφανά κατευθύνθηκαν σε άλλα ορφανοτροφεία σ' ολόκληρη την χώρα. Όμως, πολλά κορίτσια διοχετεύτηκαν στο περίφημο πορνείο των Βούρλων. Η εκτίμηση των ερευνητών είναι ότι υπήρξε ένα καλοστημένο δίκτυο κρατικών υπαλλήλων, οργάνων της τάξεως και προαγωγών, οι οποίοι είδαν στα πρόσωπα αυτών των κοριτσιών μια εξαιρετική ευκαιρία για εύκολο πλουτισμό. (*)

Λένε πως η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της. Φαίνεται, όμως, πως τρώει και τα παιδιά των εκτός αυτής ελλήνων...

Ολοκληρώσαμε την στάση μας. Το ταξίδι συνεχίζεται.

-------------------------------------------------
(*) Διαβάστε το συγκλονιστικό μυθιστόρημα "Τα δάκρυα τής Σμυρνιάς" (εκδόσεις Εντός, 2014), της Διονυσίας Νέδα, το οποίο αναφέρεται και σ' αυτά τα ορφανά κορίτσια, που κατέληξαν στο πορνείο των Βούρλων. Το μυθιστόρημα βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, τα οποία ανέσυρε η έρευνα της Νέδα.

10 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (9)

Σε προηγούμενο σημείωμα αυτής της σειράς κειμένων, παρατηρήσαμε ότι η μετανάστευση των ελλήνων τής Μικρασίας προς την Ελλάδα άρχισε πολύ πριν το 1922, καθώς πολλοί διέβλεπαν την τραγική έκβαση των πραγμάτων. Για να αποτρέψει την μετανάστευση στρατευσίμων, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας εξέδωσε στις 22/4/1921 μια εγκύκλιο η οποία απαγόρευε την έξοδο από την ζώνη κατοχής τής Σμύρνης σε "άρρενες Οθωμανούς υπηκόους Έλληνες το γένος" ηλικίας 18-37 ετών. Σύμφωνα με την εγκύκλιο,
Η Υπηρεσία Εκδόσεως διαβατηρίων της Υπάτης Αρμοστείας εκανόνισε την λειτουργίαν αυτής, ώστε να μη εκδίδη διαβατήριον άνευ σημειώματος της Αστυν. Αρχής και θεωρήσεως της Στρατιωτικής Υπηρεσίας ότι επιτρέπεται η αναχώρησις. Οι επιτετραμμένοι Αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί, κατά την αναχώρησιν των πολιτών θα ζητώσι την θεώρησιν της Στρατ. Αρχής επί της αδείας αναχωρήσεως. Θεώρησις δεν απαιτείται εφ' όσον προφανώς πρόκειται περί μη στρατευσίμων.
Εφημερίδα "Εμπρός", 19/8/1922, σελ.4: Ρεπορτάζ από το ταξίδι-αστραπή των Θεοτόκη-Στράτου.
Προσέξτε στο μεγεθυμένο απόσπασμα τις κατασκευασμένες "πληροφορίες" της εφημερίδας.  
Αν και η εγκύκλιος Παπούλα αποσκοπεί στην συγκράτηση μόνο των στρατεύσιμων, η άτυπη εντολή τής ελληνικής κυβέρνησης προς τις αρχές τής περιοχής είναι σαφείς: η μετανάστευση πρέπει να αποτραπεί. Έτσι, οι κατά τόπους άρχοντες κάνουν ό,τι μπορούν για να την εκτελέσουν, θεσπίζοντας μέχρι και "οικογενειακή άδεια αναχωρήσεως", την οποία εκδίδουν τα κατά τόπους φρουραρχεία. Στο τυποποιημένο αυτό έγγραφο επικολλάται φωτογραφία της οικογένειας της οποίας "επιτρέπεται η αναχώρησις" και ορίζεται ότι "ο κάτοχος του παρόντος οφείλει να παρουσιασθή εντός είκοσι τεσσάρων ωρών εις τας Στρατιωτικάς αρχάς του τόπου αφίξεώς του" (*). Το αποτέλεσμα;
    Την άλλη μέρα, 26 Αυγούστου 1922, ύστερα από θεώρηση της Αδείας από το Λιμεναρχείο και αφού το πλοίο παρέλαβε και μερικές άλλες συγγενικές οικογένειες, σήκωσε άγκυρα με κατεύθυνση πρώτα το εκεί κοντά ελληνικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί), όπου μας ανέμενε μια ακόμη οικογένεια για να επιβιβαστεί κι αυτή με ίδιο προορισμό, την Κωνσταντινούπολη.
    Όμως ποια έκπληξη μας περίμενε! Η οικογένεια εκείνη δεν εφρόντισε να βγάλει Άδεια Αναχωρήσεως. Δεν φανταζότανε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις χρειαζότανε άδεια για να γλυτώσει από τη σφαγή. Ετσι, όταν πλησιάσαμε στην αποβάθρα όπου μας ανέμενε με τις αποσκευές της, για να την παραλάβουμε, τα Λιμενικά όργανα δεν επέτρεψαν την αναχώρηση χωρίς άδεια.
    Η άδεια έπρεπε να βγει από το Φρουραρχείο της Κίου διότι φρουραρχείο δεν υπήρχε στο χωριό. Και για να γίνει αυτό, δηλαδή να πάνε στην Κίο, χρειαζότανε μια μέρα.
    Αρχίσανε τα παρακάλια. Παρακαλούσαν τη Λιμενική φρουρά, που αποτελείτο από πεζοναύτες, να τους επιτρέψει να φύγουν. Αυτοί, όμως, ανένδοτοι. "Εμείς είμαστε απλά όργανα και εκτελούμε διαταγές", λέγανε. "Δεν επιτρέπεται η αναχώρηση χωρίς άδεια". Φυσικά, τα κατώτερα εκείνα όργανα εκτελούσαν διαταγές της προϊσταμένης τους Αρχής και προϊσταμένη Αρχή ήταν το Φρουραρχείο της Κίου, που εκτελούσε διαταγές της Κυβέρνησης. Έτσι, το πλοίο έφυγε αφήνοντας την οικογένεια εκείνη στην παραλία της Μικράς Ασίας, για να υποστεί τις θηριωδίες των Τούρκων.
Εκτός από τους νόμους, τις άδειες, τις θεωρήσεις κλπ, η εξουσία μηχανεύτηκε ένα σωρό άλλα τερτίπια για να εμποδίσει την απομάκρυνση των κατοίκων από την περιοχή. Ίσως το σπουδαιότερο απ' αυτά τα τερτίπια ήταν η συνειδητή διαστρέβλωση των ειδήσεων από το μέτωπο, έως και η πλήρης αποσιώπησή τους. Η από 21/6/1922 επιστολή τού σμυρνιού πράκτορα εφημερίδων Βασίλη Αναστόπουλου προς το κεντρικό πρακτορείο εφημερίδων τής Αθήνας είναι αποκαλυπτική:
Χθες, εις τας 11.30' ακριβώς εδώσαμεν τα φύλλα προς λογοκρισίαν και σκεφθήτε ότι μας έδωσαν την άδειαν της κυκλοφορίας μόλις σήμερον εις τας 3 το απόγευμα. Δηλαδή, αι εφημερίδες ελογοκρίνοντο επί 27,5 ώρας ακριβώς. Προς Θεού (...) εκαταντήσαμε να μη πωλώμεν ούτε 1500 φύλλα εξ όλων των εφημερίδων. Προς Θεού (...) φροντίσατε, διότι η κατάστασις είναι πλέον αφόρητος.
Ριζοσπάστης, 3/9/1922.
Η λογοκρισία έχει διαγράψει το 40% του
πρωτοσέλιδου μιας... δισέλιδης εφημερίδας!
Στις 18 Αυγούστου έφτασαν στην Σμύρνη οι υπουργοί εσωτερικών Νικόλαος Στράτος και στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, οι οποίοι συναντήθηκαν αμέσως με τον Χατζανέστη. Ο αρχιστράτηγος τους καθησύχασε μιλώντας τους για μια νέα γραμμή άμυνας και άλλες ανεδαφικές κουταμάρες. Ο Χατζανέστης δεν λέει ψέματα, απλώς έχει χάσει την μπάλλα και δεν ξέρει τι του γίνεται. Την επόμενη μέρα εξέδωσε διαταγή, η οποία όριζε ως έσχατο όριο αμύνης την γραμμή σύμπτυξης της συνθήκης των Σεβρών. Μόνο που οι τούρκοι είχαν περάσει ήδη αυτή την γραμμή.

Λίγο αργότερα, τους δυο υπουργούς έβγαλε από την πλάνη τους ο επιτελάρχης Μιχαήλ Πάσσαρης, ο
οποίος τους διέκοψε καθώς του μετέφεραν την συζήτηση που είχαν με τον Χατζανέστη: "Ποιά γραμμή αμύνης, κύριοι; Ασφαλώς θα αστειεύεστε. Δεν έχετε καταλάβει ότι εδώ χάνονται τα πάντα;". Επί αρκετή ώρα και με την βοήθεια χαρτών, ο Πάσσαρης παρουσίαζε στους δυο υπουργούς την σκληρή πραγματικότητα. Στο τέλος, πείσθηκαν κι οι δυο για το μαύρο χάλι και αποχώρησαν με σκυμμένα κεφάλια. Όμως, λίγο αργότερα, δεν δίστασαν να παραμυθιάσουν ακόμη μια φορά το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από το διοικητήριο. Μη μπορώντας να σιωπήσουν στις κραυγές και στα παρακάλια των συγκεντρωμένων, οι δυο υπουργοί βγήκαν στον εξώστη μαζί με τον Στεργιάδη:
Κάνετε ησυχία και ακούστε μας. Ύστερα απ' όσα είδαμε και εμάθαμε, νομίζομεν ότι ουδείς λόγος συντρέχει να φοβάστε δι' ο,τιδήποτε. Η κυβέρνησις δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Σμύρνην και την Μικράν Ασίαν εις τας χείρας των Τούρκων. Έχομε φροντίσει να πάρωμε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε ο στρατός μας να συμπτυχθεί και να κρατηθεί επαρκώς εκεί όπου μας ορίζει η συνθήκη των Σεβρών. Επομένως, να παραμείνετε ήσυχοι και να μη φοβάστε.
Ο Θεοτόκης με τον Στράτο έλεγαν ψέματα και το ήξεραν. Όμως, απλώς "έκαναν την δουλειά τους", κατά το κοινώς λεγόμενο. Ο λόγος για τον οποίο έκαναν αυτό το ταξίδι-αστραπή στην Σμύρνη ήταν ένας: "να ληφθούν όλα τα μέτρα όπως παραμείνη ο πληθυσμός εις τας θέσεις του και μη δημιουργηθή εκ τούτου προσφυγικόν ζήτημα" (Πατρίς, 13/1/1930). Κι αυτό ήταν το μόνο που τους ένοιαζε: εκάς οι πρόσφυγες πάση θυσία!


----------------------------------
(*) Βασίλης Κουλιγκάς, "Κίος 1912-1922: Αναμνήσεις ενός μικρασιάτη", Δωδώνη, 1961. Στο βιβλίο παρατίθεται φωτοτυπία μιας τέτοιας άδειας. Το παρατιθέμενο απόσπασμα είναι από αυτό το βιβλίο.

9 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (8)

Παρά τα όσα είδαν τα μάτια μας ως εδώ σε τούτο το θλιβερό ταξίδι, είναι λογικό να υπάρχουν κάποιοι που ακόμη δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι το ελληνικό κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει μακριά του τους "όμαιμους και ομόθρησκους" (το ξαναλέω για πολλοστή φορά) κατοίκους τής Μικρασίας, η ζωή των οποίων διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο από την κεμαλική επανάσταση. Με την βοήθεια των αρχείων του υπουργείου εξωτερικών, τις μαρτυρίες των προσφύγων που καταγράφονται στην "Έξοδο" και τις καταγραφές που υπάρχουν σε πηγές προσβάσιμες στον καθένα, είμαι σίγουρος πως θα πειστεί και ο πλέον δύσπιστος.

Η αλήθεια είναι πως η ομογένεια τής Ανατολής ήταν χρήσιμη στην αστική εξουσία τής Ελλάδας μόνον όσο παρέμενε στην Ανατολή, ως εθνολογικό προγεφύρωμα. Καθώς, όμως, η συντριπτική πλειοψηφία της διαπνεόταν από φιλοβενιζελικά (άρα, αντιβασιλικά) αισθήματα, το παλάτι και οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις τού Γούναρη την έβλεπαν ως σοβαρό κίνδυνο. Ας τεκμηριώσουμε αυτόν τον ισχυρισμό.

Τον Ιούλιο του 1921, ο πρίγκηπας Ανδρέας (αδελφός του βασιλιά Κωνσταντίνου) προάγεται σε αντιστράτηγο και πηγαίνει στην Μικρασία, για να ηγηθεί της 12ης μεραρχίας κατά την εκστρατεία προς τον Σαγγάριο, παρ' ότι ο ίδιος διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς την επιτυχία μιας ενδεχόμενης προέλασης προς τα ανατολικά. Στις 12 Δεκεμβρίου, στέλνει επιστολή στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος από τον Μάρτιο του 1921 είχε δηλώσει απερίφραστα ότι οποιαδήποτε επιχείρηση κατά της Τουρκίας είναι καταδικασμένη σε ήττα, αρνούμενος την θέση του αρχιστράτηγου που του πρόσφερε ο Γούναρης. Ο Ανδρέας είναι απογοητευμένος από την κατάσταση:
Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον διά ν' απαλλαχθώμεν του εφιάλτου τής Μικράς Ασίας. (...) Διότι, επί τέλους, τι είναι καλύτερον; Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού (ενν.: αίματος)...
Αποσπάσματα από τις δυο πρώτες σελίδες της εφημερίδας "Εμπρός" της 2/9/1922 [συρραφή: Cogito].
Η καθυστέρηση στην ενημέρωση είναι σαφής (ο Χρυσόστομος "εκρεουργήθη" στις 28 Αυγούστου).
Όμως, σ' εκείνη την επιστολή, ο Ανδρέας προσθέτει και μια παράγραφο, η οποία σίγουρα θα έστελνε  και αυτόν για εκτέλεση στου Γουδή, αν ο Μεταξάς είχε κοινοποιήσει την επιστολή.:
Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες εκτός ελαχίστων. Επικρατεί Βενιζελισμός ογκώδης και κατά την 15ην Δεκεμβρίου (σ.σ.: γιορτή του αγίου Ελευθερίου) είχον κλείσει σχεδόν όλα τα καταστήματα. Θα ήξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.
Τελικά, ο πρίγκηπας δικάστηκε για ολογωρίες και σφάλματα στρατιωτικής φύσεως αλλά την γλίτωσε με έκπτωση από τον βαθμό του και ισόβια υπερορία (έξωση από την χώρα). Η κοινή γνώμη είχε ικανοποιήσει την δίψα της για εκδίκηση με τους έξι...

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας. Ο Αριστείδης Στεργιάδης είχε διοριστεί ως ύπατος αρμοστής στην Σμύρνη από τον Βενιζέλο αλλά ο Γούναρης τον διατήρησε στην θέση του μετά την νίκη τού Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές τού Νοεμβρίου 1920. Αντίθετα, έπαυσε από την θέση του τον -επίσης βενιζελικό- γενικό διευθυντή (με υπουργικές αρμοδιότητες) νήσων Αιγαίου, τον 32χρονο τότε Γεώργιο Παπανδρέου. Λόγω της θέσης του, ο Παπανδρέου είχε γνωριστεί με τον Στεργιάδη και είχαν καλή σχέση. Σε μια συνάντησή τους, συζήτησαν και την κατάσταση στην Μικρά Ασία. Στο μνημειώδες έργο του "Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940", ο δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφέας Γρηγόριος Δαφνής διασώζει ένα απόσπασμα από εκείνη την συζήτηση, αν και δεν είναι σαφής η πηγή από την οποία την άντλησε (*). Αναφερόμενος στην "εκτέλεση των έξι", ο Δαφνής γράφει:
    Δύο κατηγορίαι Ελλήνων, η πλειονότης των αξιωματικών και οι πρόσφυγες, ικανοποιήθησαν από την εκτέλεσιν. (...) Οι πρόσφυγες επίστευαν αυτό χωρίς να γνωρίζουν ότι ο αρμοστής Στεργιάδης, με τον κυνισμόν που τον εχαρακτήριζεν, είχεν είπει εις πολιτικόν πρόσωπον, τον Γ. Παπανδρέου, που τον επεσκέφθη ολίγον προ της καταστροφής: "Βλέπω την κατάρρευσιν".
    "Και γιατί δεν ειδοποιείς τον κόσμον να φύγη;"
    "Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί, αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα".


[Γρηγόριος Δαφνής, "Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940", Κάκτος, 1997, σελ. 31]
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας "Ελεύθερον Βήμα" (του Δημ. Λαμπράκη) της 2/9/1922. 

Το απόβραδο της Τετάρτης 24ης Αυγούστου, ο Στεργιάδης καλεί τον μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο στο γραφείο του. Ο τρελαμένος από την αγωνία Χρυσόστομος βάζει στην άκρη την απέχθειά του και πάει στο διοικητήριο, όπου ο Στεργιάδης τον εκπλήσσει ακόμη περισσότερο, καθώς τον υποδέχεται ο ίδιος προσωπικά και τον καλωσορίζει με χειροφίλημα. Όμως, γρήγορα ο ύπατος αρμοστής αφήνει στην άκρη τις γαλιφιές και ξαναβρίσκει τον εαυτό του, μόλις ο Χρυσόστομος εκφράζει την έντονη ανησυχία του:
    "Θέλω να πω, Εξοχώτατε..." τόλμησε ο Χρυσόστομος, αλλά ο άλλος τον διέκοψε.
    "Να μη θέλεις να πεις τίποτα, Δεσπότη, αλλά μόνο να ακούς. Και αυτό που θέλω να σου πω είναι ότι ούτε εσύ ούτε κανείς άλλος χριστιανός πρέπει να φύγει από την Σμύρνη".
    "Για μένα δεν περίμενα να μου το υποδείξετε εσείς, Εξοχώτατε" τον διέκοψε ο Χρυσόστομος. "Την απόφαση για τον εαυτό μου την έχω πάρει από καιρό, αλλά τί θα γίνει ο άλλος χριστιανικός πληθυσμός;"
    "Λοιπόν, νομίζω ότι επιτέλους μπορούμε κάπως να συνεννοηθούμε" είπε κάπως ήρεμα ο Στεργιάδης. "Γι' αυτό σας κάλεσα σήμερα εδώ, για να σας πω ότι πρέπει να ασκήσετε όλη την δύναμη και την επιρροή σας έτσι ώστε να εκλείψει ο πανικός που έχει καταλάβει τους πάντες. Ύστερα, σκέφτεστε πού θα πάει όλος αυτός ο κόσμος έτσι και αρχίσει να φεύγει από εδώ; Στα νησιά; Στην παλιά Ελλάδα; Στην Μακεδονία; Δεν υπάρχει τόπος για να δεχτεί όλους αυτούς που μαζεύτηκαν και συνεχίζουν να μαζεύονται στην Σμύρνη. Βλέπεις, είναι και η φτώχεια της πατρίδας... Καταλάβατε, Σεβασμιώτατε;"
    Ο Χρυσόστομος είχε καταλάβει, και πολύ καλά μάλιστα. Ο Στεργιάδης είχε εντολή να κρατήσει τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας στις εστίες του. Να μην αποχωριστεί από αυτές κι ας πλήρωνε την παραμονή του με ποταμούς από αίματα. Και σ' αυτή την παραμονή τού πληθυσμού στις προγονικές του εστίες ο Χρυσόστομος συμφωνούσε και ας πικραινόταν ακόμη και ο Άδης από όσα ήθελαν ακολουθήσει.
    "Θα μείνουμε εδώ και οι δυό μας!" είπε ο Στεργιάδης δίνοντας τέλος στην συζήτηση. "Εσύ στην Μητρόπολή σου κι εγώ στην Αρμοστεία μου".


[Βασίλης Ι. Τζανακάρης, "Σμύρνη 1919-1922, Μεταίχμιο, 2018, σελ. 636-637]
Για το φιλοκυβερνητικό "Σκριπ", της 22/8/1922, μια βδομάδα πριν τελειώσουν όλα, υπάρχουν
"ευχάριστοι πληροφορίαι διά την κατάστασιν του μετώπου". Εγκαιροι και έγκυροι από τότε...
Ο Χρυσόστομος έμεινε όντως. Για πάντα. Κάπου 90 ώρες αργότερα, το πρωί τής Κυριακής, θα άφηνε την τελευταία του πνοή, λυντσαρισμένος από τους τούρκους στην προκυμαία τής Σμύρνης. Αντίθετα, ο Στεργιάδης δεν χρειάστηκε πάνω από 48 ώρες για να επιβιβαστεί στην αγγλική ατμάκατο "Σιδηρούς Δουξ" με προορισμό την Πόλη, απ' όπου συνέχισε για Κωστάντζα. Πάντως, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο Στεργιάδης ήταν ο τελευταίος αξιωματούχος που εγκατέλειπε την πόλη. Όλοι οι υπόλοιποι (ακόμη και ο Χατζανέστης) είχαν φύγει πολύ πριν από εκείνο το απόγευμα της Παρασκευής 26 Αυγούστου 1922, όταν οι τούρκοι εμφανίστηκαν στα προάστια της Σμύρνης...

--------------------------------------------
(*) Πάντως, την ουσία του πράγματος επιβεβαιώνει ο Ηλίας Βενέζης. Στο βιβλίο του "Μικρασία, χαίρε" (Εστία, 1995) παραθέτει επιστολή τού Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου, ο οποίος συνόδευε τον Παπανδρέου σ' εκείνο το ταξίδι σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη. Κατά τον Δεσποτόπουλο, ο Παπανδρέου βγήκε ανάστατος από την συνάντησή του με τον Στεργιάδη ("έναν άνθρωπο τελείως απελπισμένο, με σπασμένα τα νεύρα σε παθολογικό βαθμό") και του εκμυστηρεύθηκε το περιεχόμενο της συζήτησής τους, το οποίο συμφωνεί με όσα αποδίδει λακωνικά ο Δαφνής. 

5 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (7)

Κι ενώ το καζάνι βράζει σε ολόκληρη την Μικρασία, οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις τού Δημητρίου Γούναρη κάνουν ό,τι μπορούν για να καταστρέψουν ό,τι μπορεί να καταστραφεί. Δεν θα αναλύσουμε εδώ τα λάθη τής μικρασιατικής εκστρατείας, τα οποία επιτάχυναν την κατάρρευση. Εδώ θα εξετάσουμε μόνο την στάση τής εξουσίας απέναντι στους μικρασιάτες έλληνες.

Η ουσία είναι ότι η κυβέρνηση τα έχει κάνει ρόιδο. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι, με ξεκάθαρα κομματικά κριτήρια, ξήλωσε από τον στρατό όλους τους μπαρουτοκαπνισμένους αξιωματικούς και τους αντικατέστησε με άκαπνους -ως επί το πλείστον- χαρτογιακάδες (*) ούτε το ότι οι χειρισμοί της στο ζήτημα της Μικράς Ασίας αλλά και της ανατολικής Θράκης (με την ιδέα "να πάρουμε την Πόλη") την οδήγησαν σε διεθνή απομόνωση. Κυρίως, είναι το εγκληματικό της σφάλμα να μην ακούει τις φωνές όσων πράγματι νοιάζονται για τους έλληνες της περιοχής. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει είναι να μη φύγουν για κανέναν λόγο οι έλληνες από τα μικρασιατικά παράλια.

Τρανό παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί η εντολή τού Γούναρη προς τον ύπατο αρμοστή τής Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη να αφοπλισθεί η πολιτοφυλακή, απόφαση που ο Στεργιάδης έσπευσε να υλοποιήσει. Ο Γούναρης ονειρευόταν την σύσταση αυτόνομου πολυφυλετικού κράτους στην περιοχή και, ως εκ τούτου, επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη ελλήνων και τούρκων. Μόνο που οι τούρκοι μπορούσαν εύκολα και ανά πάσα στιγμή να προμηθευτούν όπλα από τους ομοεθνείς τους. Όταν ο μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (ο κατοπινός αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β', τον οποίο απομάκρυνε η Χούντα) παρατήρησε ότι οι τούρκοι είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια και θα σκοτωθούν χιλιάδες ελλήνων, ο Στεργιάδης απάντησε ότι οι τούρκοι δεν θα τολμούσαν να προχωρήσουν σε σφαγές τον 20ο αιώνα. Πολιτική τύφλωση ή κάτι άλλο;

Σμύρνη, Οκτώβριος 1920: Η βενιζελική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της περιοχής (**).

Πίσω, στην Αθήνα, η κυβέρνηση επιλέγει να τηρήσει σιγήν ιχθύος, λογοκρίνοντας μάλιστα όλες τις ειδήσεις από την Ανατολή. Και όχι απλώς δεν ενημερώνει ούτε την βουλή αλλά, η απάντησή της σε σχετικές ερωτήσεις τής βενιζελικής αντιπολίτευσης είναι ότι δεν πρέπει να δώσει απάντηση! Η συζήτηση κατά την συνεδρίαση της βουλής στις 29 Ιουνίου 1922, όπως την καταγράφει η εφημερίδα "Εμπρός" την επόμενη μέρα, είναι αποκαλυπτική (οι υπογραμμίσεις ανήκουν στην εφημερίδα):
    Ο κ. ΛΕΒΙΔΗΣ, λαμβάνων τον λόγον προ της Ημερησίας Διατάξεως, λέγει ότι 25 πληρεξούσιοι υπέβαλον κατά την συνεδρίασιν της 22 Ιουνίου ερώτησιν προς την Κυβέρνησιν, διά της οποίας παρεκάλουν αυτήν να δηλώση προς την Εθνοσυνέλευσιν πότε σκοπεί ίνα καταστήση αυτήν ενήμερον της θέσεως των εθνικών ζητημάτων κ.λπ. (...) Ήδη, εξακολουθεί ο κ. Λεβίδης, παρελθουσών 8 ημερών, νομίζομεν ότι δυνάμεθα και δικαιούμεθα να ερωτήσωμεν την Κυβέρνησιν: α') Δύναται, άνευ ζημίας των εθνικών συμφερόντων, ν’ απαντήση εις την ερώτηση ημών; (...)
    Ο κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ λέγει ότι δεν δυνάμεθα να παρέλθωμεν εν σιγή την σιγήν της Κυβερνήσεως (...) περί του πότε η Κυβέρνησις θα ευαρεστηθή να καταστήση ημίν γνωστάς τας αντιλήψεις της επί του Εθνικού ζητήματος. Από μακρών μηνών η εθνική αντιπροσωπεία παρακολουθεί το εθνικό ζήτημα από των εφημερίδων και μόνον, από τούτων αρυομένη τας πληροφορίας της (...)
Η ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΟΥ κ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ
ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
(...) Ομολογώ ότι η Κυβέρνησις θα ήτο ευτυχής αν ηδύνατο ταύτην την στιγμήν άνευ βλάβης των εθνικών συμφερόντων, ν' ανακοινώση εις την Συνέλευσιν την θέσιν εις την οποίαν ευρίσκεται το εθνικόν μας ζήτημα. (...) δύναται η Κυβέρνησις να παράσχη σήμερον πληροφορίας τινάς εις την Συνέλευσιν; Εις τούτο απαντώ όχι, ταύτην τη στιγμήν η Κυβέρνησις νομίζει ότι οιαδήποτε ανακοίνωσις, η οποία θα εγίνετο εις την Συνέλευσιν επί του εθνικού ζητήματος, θα παρέβλαπτε τούτο. (...)
ΕΠΙΒΛΑΒΕΙΣ ΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΙ
    Ο κ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ λέγει ότι εκ των δηλώσεων του κ. Πρωθυπουργού εξάγει την εικασίαν, ότι καλών ειδήσεων θα εγίνετο άγγελος ο κ. Πρωθυπουργός εάν ηδύνατο να ομιλήση.
    ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ: Νομίζω ότι επί τοιούτων ζητημάτων δεν επιτρέπονται εικασίαι απολύτως. (...)
Έναν μήνα αργότερα, στις 28 Ιουλίου, η αντιπολίτευση θα επανέλθει με νέα ερώτηση, η οποία δεν επρόκειτο να απαντηθεί ποτέ. Την επόμενη μέρα, η βουλή διέκοψε τις εργασίες της λόγω... θέρους. Στο μεταξύ, ο Πρωτοπαπαδάκης πρόλαβε να καθησυχάσει από το βήμα τους πάντες:
Η Ελλάς δεν ευρίσκεται προ ουδενός αδιεξόδου και παρακαλώ υμάς να μας αφήσετε να προχωρήσωμεν εις το έργον μας.
Τελικά, όλοι βλέπουν το αδιέξοδο να πλησιάζει με βήμα γοργό, εκτός από την κυβέρνηση. Στις 8/21 Αυγούστου, ο σύμβουλος τού μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου και εκδότης των εφημερίδων "Αρμονία" και "Ιωνία" της Σμύρνης Μιλτιάδης Σεϊζάνης στέλνει στον Στεργιάδη ένα γράμμα γεμάτο απόγνωση, ζητώντας του να μεριμνήσει για τον επανεξοπλισμό των πολιτοφυλάκων:
Σας διαβεβαιώ ότι καλώς γνωρίζω ότι, εάν δεν εξοπλισθώσι οι πολιτοφύλακες (...) θα κατακαή αυτή (ενν.: η Σμύρνη) μίαν εσπέραν (...).  Πολλοί ήρξαντο απομακρυνθώσι τας οικογενείας των. (...) Ημείς ζητούμεν μόνον 1.000 όπλα και η Σεβαστή Ελληνική Κυβέρνησις θα έχη ευθύνην ενώπιον Θεού και ανθρώπων εάν δεν φροντίση εγκαίρως να εξοπλίση τους γενναίους πολιτοφύλακες, οίτινες ούτε τροφή ούτε ενδυμασία ουδέ τίποτα άλλο ζητούσι από την μητέρα πατρίδα παρά πώς να αποθάνωσι γενναίως.
[Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Σμύρνη 1919-1922, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019]
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Και μόνο το γεγονός ότι ο Σεϊζάνης ήταν σύμβουλος και φίλος τού Χρυσόστομου, αρκούσε για να μη δώσει ο Στεργιάδης την παραμικρή σημασία στην έκκλησή του. Τα αισθήματα του Χρυσόστομου για τον Στεργιάδη φαίνονται πεντακάθαρα σε μια επιστολή που έστειλε στον βασιλιά Κωνσταντίνο στις 21/8/1922, στην οποία σημειώνει ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά...
(...) από έναν μαινόμενον, άξιον αγχόνης και ανασκολοπισμού Στεργιάδην, εις ον η Βουλή των Ελλήνων κατ' αδιανόητον τρόπον έδωκε δικαιώματα υπερβασιλικά και υπεραυτοκρατορικά (...) Διότι οργή δαιμόνων οιστρηλατούσα τον απαίσιον τούτον δήμιον, τον νεκροθάπτην του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και από κακής εις χειροτέραν γνώμην τον ατάσθαλον και φλύαρον και τουτ' αυτό μωρόν άνθρωπον μετατρέπουσα τόσον τον απετύφλωσε (...) έν μόνον εγνώριζεν, να φλυαρή αδιάκοπα και απερροφημένος εν τω αυτοθαυμασμώ του να νομίζη τα φλυαρήματά του χρησμούς και νόμους τού σοφού Σόλωνος, και να χειροδική και να φυλακίζη και να εξορίζη και να δέρη και να απαγχονίζη. Ως μη είρκει ούτος ο παράφρων να καταποντίση το σκάφος ανοίγων μόνος του οπάς εις το κύτος τού σκάφους καθ' εκάστην ώραν και στιγμήν διά των αφρόνων χειρών του και ενεργειών του (...)
[Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Σμύρνη 1919-1922, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019]
Στην συνέχεια, θα εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τους έλληνες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες μετά την καταστροφή τής Σμύρνης. Σήμερα, θα κλείσουμε με μια αποκάλυψη, που έκανε ο Στεργιάδης το 1930 στην εφημερίδα "Πατρίς" των Αθηνών, στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε ποτέ. Σ' εκείνη την συνέντευξη, ο Στεργιάδης ισχυρίστηκε ότι στις 17/8/1922 τηλεγράφησε λακωνικά στον Γούναρη:
Αποστείλατε τάχιστα πλοία προς παραλαβήν στρατού μετά υλικού πολέμου και πληθυσμού. 
Η απάντηση του Γούναρη ήταν λακωνικώτερη:
Αποφύγετε δημιουργίαν προσφυγικού ζητήματος.
Ο Αριστείδης Στεργιάδης με έλληνες αξιωματικούς. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε
τον Ιούλιο του 1921 στο μηνιαίο περιοδικό "Εθνικός Κήρυξ" της Νέας Υόρκης

Το ερώτημα κατά πόσον αυτά που ισχυρίζεται ο Στεργιάδης είναι αληθή θα παραμείνει αναπάντητο, αφού το αρχείο τού πάλαι ποτέ ισχυρού άνδρα της Σμύρνης χάθηκε. Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, ακόμη και οι εχθροί του παραδέχονται ότι ο Στεργιάδης ήταν φαινόμενο εντιμότητας. Ένας έντιμος άνθρωπος δεν ρίχνει λάσπη σε πεθαμένους οχτώ χρόνια μετά τον θάνατό τους, μη έχοντας μάλιστα τίποτε να κερδίσει από αυτή την ατιμία.

Εν πάση περιπτώσει, το ταξίδι μας συνεχίζεται. Μας περιμένουν πολλές προστυχιές ακόμη. Υπομονή ως την Δευτέρα να έχετε... και γερό στομάχι.


-------------------------------------
(*) Επ' αυτού του θέματος, αξίζει να διαβάσει κανείς τα όσα γράφει ο φιλέλληνας πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα (Αθήνα 1893-1906, Θεσσαλονίκη 1910-1911) και στην Σμύρνη (1911-1922) Τζωρτζ Χόρτον στο βιβλίο του "Η μάστιγα της Ασίας", το οποίο επανεκδίδεται συνεχώς και κυκλοφορεί ακόμη. Ο Χόρτον συμπαραστάθηκε με κάθε τρόπο στους έλληνες της Σμύρνης (π.χ. έπεισε καραβοκύρηδες να σηκώσουν πολιτειακή σημαία, ώστε να παρακάμψουν τον νόμο που τους απαγόρευε να μαζέψουν και να μεταφέρουν πρόσφυγες στην Ελλάδα) και εγκατέλειψε την πόλη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, αφού είχε ξεσπάσει η μεγάλη φωτιά που την κατέστρεψε.

(**) Αριστερά, με το κοστούμι, ο ύπατος αρμοστής τής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης. Δίπλα του, ο στρατιωτικός διοικητής Μικράς Ασίας αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος. Οι δυο άνδρες κοιτάζουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις, δείχνοντας την απέχθεια που υπάρχει μεταξύ τους. Δεύτερος από δεξιά, ο γενικός επιτελάρχης υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος δεν κοιτάζει ούτε τον Στεργιάδη ούτε τον Παρασκευόπουλο διότι απεχθάνεται και τους δύο. Έναν μήνα αργότερα, τον Νοέμβριο του 1920, ο Βενιζέλος θα χάσει τις εκλογές και η φιλοβασιλική κυβέρνηση Γούναρη θα ανακαλέσει από την Σμύρνη και θα αποστρατεύσει και τον Παρασκευόπουλο και τον Πάγκαλο.

4 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (6)

Καθώς μιλάμε για πρόσφυγες, δεν μπορώ να μη θυμηθώ το σοκ που ένοιωσα στα εφηβικά μου χρόνια, όταν πρωτοδιάβασα για την συμπεριφορά των συμμάχων προς τους έλληνες της φλεγόμενης Σμύρνης το 1922, οι οποίοι προσπαθούσαν να επιβιβαστούν σε κάποιο συμμαχικό πλοίο για να γλιτώσουν από τους τούρκους. Μέχρι και ότι έκοβαν τα χέρια όσων επιχειρούσαν να σκαρφαλώσουν σε κάποιο καράβι, διάβασα. Θυμάμαι ότι η γροθιά στο στομάχι ήταν τόσο ισχυρή ώστε αρνήθηκα να το πιστέψω. Χρειάστηκε να δω ότι τα ίδια λένε και ο Κορδάτος και ο Καρολίδης, ακόμη και η Διδώ Σωτηρίου στα "Ματωμένα Χώματα", για να πειστώ, έστω κι αν η πληροφορία ήταν αδύνατο να χωρέσει στο μυαλό μου και επέμενα να βλέπω μια δόση υπερβολής σ' αυτές τις περιγραφές...

Αλλά ας αφήσουμε τις δικές μου αναμνήσεις για το πώς φέρθηκαν οι ξένοι στους έλληνες πρόσφυγες κι ας επιστρέψουμε στο ταξίδι μας. Έχουμε φτάσει στον Ιούλιο του 1922. Κάτι η Μακρόνησος και κάτι η αναχώρηση πολλών προσφύγων για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους, η κυβέρνηση φαίνεται πως, κουτσά-στραβά, έχει βάλει το θέμα των ποντίων προσφύγων σε μια σειρά. Όμως, στον ορίζοντα φαίνονται καινούργια σύννεφα, αυτή την φορά πολύ πιο πυκνά και πολύ πιο σκούρα, από το βιλαέτι της Σμύρνης. Ο Στεργιάδης με τον Χατζανέστη πάνε κι έρχονται από την Μικρασία στην Αθήνα, όπου συμμετέχουν σε απανωτές συσκέψεις. Όλοι στην κυβέρνηση είναι προβληματισμένοι. Το όνειρο της "Μεγάλης Ελλάδας" έχει ξεθωριάσει εδώ και καιρό, ο Κεμάλ δείχνει ισχυρότερος από ποτέ και φαίνεται πως όλοι περιμένουν το αναπόφευκτο.

ΦΕΚ 119/20-07-1922: Ν. 2870 "Περί παρανόμου
 μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων..."
Ανοίγουμε παρένθεση. Όσο κι αν η πλειοψηφία των ελλήνων που κατοικούν στα μικρασιατικά
παράλια του Αιγαίου, ζουν επί τρία σχεδόν χρόνια μια εθνική έξαρση στον παραμυθένιο κόσμο ενός ανύπαρκτου εθνικού μεγαλείου, υπάρχουν και πολλοί που μπορούν και βλέπουν λίγο πιο πέρα από την μύτη τους. Είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται έγκαιρα πως τούτο το παραμύθι δεν θα έχει ευτυχές τέλος. Αυτοί που είναι σίγουροι πως οι τούρκοι δεν θα περιορίσουν το κυνήγι τους κατά των ελλήνων στον Πόντο. Έτσι, μέσα σ' αυτή την τριετία (1919-1922), αρκετές εκατοντάδες ελλήνων από την Σμύρνη αλλά και από το Αϊβαλί, το Αϊδίνι, την Έφεσο (Κουσάντασι), την Πέργαμο, την Αλικαρνασσό (Μποντρούμ) κλπ εκποιούν τις περιουσίες τους και μεταναστεύουν στην Ελλάδα. Κι όσο τα νέα από τους διωγμούς των ελλήνων στα ανατολικά χειροτερεύουν, τόσο αυτή η μετανάστευση διογκώνεται. Ανάμεσα σ' εκείνους που φεύγουν έγκαιρα, είναι και η οικογένεια του καρροποιού Αριστείδη Αθανασιάδη, από την Έφεσο, η οποία φτάνει και εγκαθίσταται κάπου στην Αχαΐα, πριν καταλήξει στην Πάτρα... Αλλά είπαμε, ας αφήσουμε τα δικά μου κι ας συνεχίσουμε, κλείνοντας την παρένθεση.

Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη περνάει από την βουλή έναν από τους πλέον επαίσχυντους νόμους που έχει ψηφίσει ποτέ ελληνικό κοινοβούλιο, αν όχι τον πιο επαίσχυντο όλων. Είναι ο πρόστυχος νόμος 2870, ο οποίος στρέφεται σαφώς κατά των ελλήνων προσφύγων που αναμένονται από την Μικρασία. Ο νόμος αυτός ψηφίζεται στις 16 Ιουλίου 1922, δημοσιεύεται στο ΦΕΚ 119/20-07-1922 και έχει ως εξής:
Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής
Νόμος 2870
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
    Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Γ' εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν:
Άρθρον 1.
    Απαγορεύεται η εν Ελλάδι αποβίβασις προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ' όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων - ή διά των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων διά Β. διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών.
Άρθρον 2.
    1. Πας πλοιοκτήτης, πράκτωρ, πλοίαρχος ή άλλο οιονδήποτε μέλος του πληρώματος πλοίου τινός, όστις ήθελεν αναλάβει, διευκολύνει ή δεχθή την εις Ελλάδα μεταφοράν των περί ων εν άρθρω 1 απαγόρευσις προσώπων τιμωρείται δια φυλακίσεως έξ τουλάχιστον μηνών και διά χρηματικής ποινής από τρισχιλίων μέχρι δεκακισχιλίων δραχμών δι' έκαστον κατά παράβασιν του παρόντος νόμου μεταφερόμενον πρόσωπον.
    2. Προκειμένου περί πλοιάρχου ή άλλου μέλους του πληρώματος, η καταδικαστική απόφασις δύναται να απαγγείλη εις βάρος του ενόχου και την προσωρινήν ή οριστικήν στέρησιν του δικαιώματος της παρ' αυτού ασκήσεως του ναυτικού επαγγέλματος.
    3. Αι κατά το παρόν άρθρον υποθέσεις εισάγονται δι' απ' ευθείας κλήσεως ενώπιον του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου.

Άρθρον 3.
    Το ενεργήσαν παράνομον μεταφοράν πλοίον θεωρείται υπέγγυον διά την πληρωμήν τής κατά το προηγούμενον άρθρον ποινής, υποχρεουμένης της λιμενικής αρχής να μη επιτρέπη τον απόπλουν αυτού μέχρι της οριστικής και τελεσιδίκου εκδικάσεως της υποθέσεως κατά των συμφώνως προς το άρθρον 3 υπαιτίων παρανόμου μεταφοράς και της καταβολής των χρηματικών ποινών.
Άρθρον 4.
    Η ισχύς του παρόντος νόμου, ούτινος αι λεπτομέρειαι δύνανται να ορίζονται διά Β. διαταγμάτων, άρχεται από της καταχωρίσεως αυτού εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
    Ο παρών νόμος, ψηφισθείς υπό της Γ' εν Αθήναις Εθνικής Συνελεύσεως και παρ' Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 16 Ιουλίου 1922.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β.
Ο επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργός
Λ. Κ. Ρούφος
    Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς
Εν Αθήναις τη 18 Ιουλίου 1922.
Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός
Δ. Γούναρης
Συρμός των ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς-Αθηνών-Πατρών),
με κατάφορτα "προσφυγικά βαγόνια" φτάνει στην Πάτρα (1922).
Αν και η διατύπωση του νόμου είναι αόριστη, είναι σαφές ότι στοχεύει στο κλείσιμο των συνόρων για τους έλληνες της Μικρασίας. Και λέμε ότι είναι σαφές διότι καμμιά άλλη κατηγορία ανθρώπων στον πλανήτη δεν θα είχε την διάθεση να έλθει "ομαδόν εις Ελληνικούς λιμένας", δηλαδή σε μια φτωχή χώρα, η οποία μάλιστα βρισκόταν σε πόλεμο. Αν οι "σύμμαχοι" έκοβαν τα χέρια όσων προσπαθούσαν να μπουν στα καράβια για να φύγουν από την κόλαση, αυτός ο ελεεινός νόμος τους έκοβε και τα πόδια

Θα ήθελα να είχα την δυνατότητα να παραθέσω τα ονόματα όλων των βουλευτών, οι οποίοι υπερψήφισαν αυτό το σιχαμερό έκτρωμα, ώστε να τα παραδώσω στον ιστορικό εξευτελισμό τους. Όπως θα ήθελα να είχα και την δυνατότητα να παραθέσω, τιμής ένεκεν, τα ονόματα εκείνων που εναντιώθηκαν, προβλέποντας ότι σύντομα αυτός ο νόμος θα κατεστρατηγείτο από αδήριτη ιστορική ανάγκη.

Δυστυχώς για όλους, αυτό το "σύντομα" ήρθε πολύ σύντομα. Μέσα σε λιγώτερο από δυο μήνες...

3 Μαρτίου 2020

Κάποτε, κάποιοι πρόσφυγες... (5)

Στο προηγούμενο σημείωμά μας αναφέραμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την περί των ποντίων προσφύγων συζήτηση, η οποία έγινε στην βουλή στις 22 Ιουνίου 1922. Πηγή μας ήταν ένα άρθρο από την εφημερίδα "Εμπρός" της επόμενης μέρας, το οποίο δημοσιεύσαμε ως φωτογραφία. Όσοι αναγνώστες έκαναν τον κόπο να μεγεθύνουν την φωτογραφία και να διαβάσουν ολόκληρο εκείνο το άρθρο, θα πρέπει να διαπίστωσαν ότι ο υπουργός εσωτερικών Νικόλαος Στράτος είπε στην ομιλία του και τα εξής ενδιαφέροντα:
Ήδη γίνεται εγκατάστασις εις Μακρόνησον όπου τοποθετούνται σκηναί και μαγειρεία, απολυμαντικοί κλίβανοι και όλα τα χρειώδη, πιστεύομεν δε ότι εντός δύο ημερών θα αρχίση η μεταφορά. Πρόκειται περί εγκαταστάσεως ολοκλήρου πληθυσμού μικράς πόλεως. Εχρησιμοποίησαν εν τούτοις παν ό,τι ήτο δυνατόν ούτως ώστε οι πρόφυγες να σωθούν κατόπιν της εγκαταστάσεώς των εις Μακρόνησον εξ όλων αυτων των δεινών. 
Ίσως, η αναφορά τής Μακρονήσου να ξενίζει πολλούς αναγνώστες, μιας και αυτό το "διαβολονήσι" είναι στους περισσότερους γνωστό μόνον ως τόπος εξορίας των κομμουνιστών. Ιστορικά, ας σημειώσουμε ότι, αν και βρίσκεται μια ανάσα από τις ακτές της Αττικής, η Μακρόνησος κατοικήθηκε ελάχιστα στο διάβα των αιώνων, αφού το έδαφός της είναι εξαιρετικά άγονο ενώ δεν έχει ούτε νερό. Οι ιστορικοί ερευνητές καταγράφουν τα τελευταία ίχνη ανθρώπινης ζωής στο νησί περί τις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δεκατρείς αιώνες για να ξαναπατήση άνθρωπος στην Μακρόνησο. Αυτό έγινε κατά την διάρκεια των βαλκανικών πολέμων (1912-1913), οπότε και μεταφέρθηκαν εκεί, ως αιχμάλωτοι, τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την λήξη των πολέμων. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το νησί χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης όσων ρώσσων στρατιωτών θεωρούνταν "ύποπτοι επί μπολσεβικισμώ". Και στις δυο περιπτώσεις, οι κρατούμενοι αποδεκατίστηκαν από τις αρρώστιες και τον υποσιτισμό.

Εφημερίδα "Εμπρός", 10/6/1922
Από τότε, το νησί ξαναερήμωσε, ώσπου φτάνει το ξημέρωμα της 10ης Ιουνίου 1922. Αν και την προηγούμενη μέρα η θυελλώδης συνεδρίαση της εθνοσυνέλευσης τελειώνει γύρω στα μεσάνυχτα, ο πρωθυπουργός  Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης συγκαλεί αμέσως το υπουργικό συμβούλιο, για να συζητηθεί το πρόβλημα των ποντίων προσφύγων και να ληφθούν αποφάσεις. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πριν βγει ο ήλιος της 10ης Ιουνίου. Ας δούμε τι έγινε εκείνη την νύχτα, έτσι όπως τα καταγράφει η εφημερίδα "Εμπρός", η οποία κυκλοφορεί το ίδιο απόγευμα:
    Μετά την λήξιν της συνεδριάσεως (σ.σ.: ενν. της εθνοσυνελεύσεως) συνήλθε το Υπουργικόν Συμβούλιον εις σύσκεψιν καθ' ην συνεζητήθη το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων. Απεφασίσθη δε όπως εγκατασταθούν όλοι εις την Μακρόνησον. Προς τούτο θα εγκατασταθούν σήμερον συνεργεία όπως συμπήξουν παραπήγματα και σκηνάς. Θ' αρχίση δε και η τροφοδοσία των.
    Μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν θα τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη και άλλοι παρά ταις οικογενείαις των.

[Εφημερίδα "Εμπρός", 10/06/1922, σελίδα 4]
Η επιλογή τού χώρου δεν είναι τυχαία. Παρ' ότι το νησί βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Λαύριο (2,5 ναυτικά μίλια, ήτοι 4,6 χιλιόμετρα) και διαθέτει ακτογραμμή μήκους 28 χιλιομέτρων, τα ισχυρά ρεύματα καθιστούν αδύνατη την δραπέτευση κάποιου απ' αυτό, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Η μόνη επίσημα καταγεγραμμένη δραπέτευση είναι εκείνη του δεκανέα Γιάννη Λιβανίδη, ο οποίος κατάφερε να φτάσει κολυμπώντας απέναντι αλλά τον έπιασαν και τον έστειλαν πάλι πίσω.

Την εμπειρία τους από την "εξυγίανσή" τους στην Μακρόνησο, αφηγούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες και την μαρτυρία τους καταγράφει το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών στον τρίτο τόμο τής πεντάτομης "Εξόδου":
- Στην Μακρόνησο άρχισαν νέα βάσανα και θάνατοι. Μας έκαναν καραντίνα. (...) Έρημο νησί ήταν η Μακρόνησος. Ακατοίκητο. Όλο βράχια. Απ' τους οχτώ χιλιάδες που έφερε το "Κίος", μείναμε στο τέλος δύο χιλιάδες. Οι άλλοι έξι χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν. Έπεσε αρρώστια και μας θέρισε. (...) Την αρρώστια στη Μακρόνησο την αποχτήσαμε. Ζούσαμε μες στη βρώμα, στην πείνα και τη δίψα. Νερό δεν υπήρχε στάλα στο νησί. Μια μαούνα μάς έφερνε από το Λαύριο νερό κι εκείνο γλυφό και λιγοστό. Μας τάιζαν βρωμερά μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες κι έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος απ’ τη δίψα. Μας τάιζαν και αλμυρές ρέγγες, χαλασμένες και... καταλαβαίνεις. Οι εργολάβοι που μας τροφοδοτούσαν, μας έφερναν αυτές τις χαλασμένες τροφές και έπιασε τον κόσμο τύφος. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτισαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους. (...) Ξέχασα να σου πω ότι κάπου-κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ενα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι. (Μαρτυρία Ιγνάτιου Ορφανίδη, από τον Άη-Έννες) 
- Μας κατέβασαν στη Μακρόνησο, Αύγουστο μήνα. Μείναμε σαράντα μέρες στην καραντίνα. Ήταν επιδημία. Το βράδυ δεν είχες τίποτα και το πρωί σηκωνόσουν άρρωστος. Πέθαινε κόσμος. Μερικοί που μπαίναν στο νοσοκομείο γίνονταν καλά και, όταν βγαίναν έξω, δεν είχαν να φάνε και πέθαιναν. (Μαρτυρία Σοφίας Παντελίδου, από την Αργυρούπολη) 
- Μόλις πλησιάσαμε τη Σαλαμίνα, μαζί με πέντε-έξι πλοία φορτωμένα, απ' τη Σαλαμίνα μάς φώναξαν: ''Εϊ! Πού έρθετε! Εμείς εχάθαμε!''. Μας εσήκωσαν απ' τη Σαλαμίνα. Δεν μας ξεφόρτωσαν. Μας έφεραν στη Μακρόνησο. Μας έβαλαν σε κάτι θάμνους μέσα, με τα πράματά μας. Σκάψαμε κάτι έρημα μέρη, στήσαμε τέντες. Εστησαν κάτι σανίδια, μας έλουσαν, μας κούρεψαν. (...) Νερό δεν είχαμε. Ξερό είναι το νησί. Τα παιδιά φώναζαν. Ζητούσαν νερό. Βρήκαμε κάτι γλυφές πηγές. Μας τροφοδοτούσε ο Γιαννουλάτος. Ανέλαβε και έστησε σκηνές, μαγειρεία. Από εφτάμιση χιλιάδες άτομα πέθαναν οχτακόσιοι από πείνα και αρρώστειες. Χολέρα, τι ήταν, δεν ξέρω. Μας τάισαν κατσικίσιο κρέας και αρρωστήσαμε. Μια γυναίκα βγήκε απ’ τον τάφο, όπου τη θάψανε. Δεν είχε πεθάνει. (Μαρτυρία Αλκιβιάδη Αφεντουλίδη, από την Αργυρούπολη).
Μακρόνησος, 1922 (Φωτογραφία από το National Geographic). Για περισσότερες συγκλονιστικές
φωτογραφίες της Μακρονήσου από εκείνη την εποχή, δείτε την σελίδα του ιστολογίου στο Facebook.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι οι πρόσφυγες που έφτασαν το 1922 στην Ελλάδα από τον Πόντο, ήσαν σχεδόν στο σύνολό τους είτε φτωχοί είτε πάμφτωχοι. Όπως γράφει ο Ιωάννης Αβραμίδης από την Αργυρούπολη σε χειρόγραφο που παραχώρησε στους συντάκτες τής "Εξόδου":
Μεταβαίνοντες εις Ελλάδα, εγνωρίζομεν εκ των προτέρων ότι η Ελλάς είναι μικρόν κράτος και δεν θα αντεπεκρίνετο εις την συντήρησιν των πολλών προσφύγων, οι οποίοι συνέρρευσαν εκεί. Δεν είχομεν τα απαιτούμενα διά να μεταβαίνομεν εις άλλας πλουσίας χώρας, όπως έκαμαν πολλοί και μετέβησαν άλλοι εις Γαλλίαν και άλλοι εις Αμερικήν.
Στο βιβλίο που εξέδωσε το 1933 με τίτλο "Αυτοί που δέρνει ο άνεμος", ο πόντιος πρόσφυγας, κατοπινός βουλευτής της ΕΔΑ και δις "φιλοξενούμενος" της Μακρονήσου (μία ως πρόσφυγας και μία ως πολιτικός εξόριστος) Ευτύχιος Γιαρένης συγκλονίζει:
Μα ποιό μέρος είναι αυτό, πώς το λέγανε; Δεν είχε ούτε ένα σπίτι, δεν είχε ούτε λίγο νερό να πιουν, να πλυθούν, να ξεβρωμίσουν, ένα δένδρο, λίγη βλάστηση; (...) Χάθηκε τόσος τόπος, να βρεθεί μια άκρη, μια γωνιά σ' ολόκληρη τη χώρα, που να έχει, αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον νερό! Να ξεδιψάσουν αυτοί, να βρέξουν και τα φλογισμένα απ' τον πυρετό χείλη των αρρώστων! Κράτα την αναπνοή σου για να ακούσεις. Στηρίξου κάπου να μην πέσεις! Μακρόνησος. Έτσι λεγόταν ο τόπος, που πρωτόρθαμε στη μάνα γη. Μακρόνησος είναι το όνομα, που θυμίζει φρίκη και ντροπή. Γιατί μας φέρανε σ’ αυτό τον τρισκατάρατο τόπο; Ποιά εγκληματικά μυαλά το απεφάσισαν; Πουθενά, πουθενά δεν αναφέρεται, ότι εκεί πήγαν και πολλούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, για εξόντωση. Αυτό ας είναι μια μαρτυρία για αυτούς, που θα γράψουν τη μελλοντική ιστορία. Ας μην κρύψει κανένας τη ντροπή εκείνη…

Μπορεί να είναι περιττό αλλά θα σημειώσω ακόμη μια φορά ότι οι πρόσφυγες στους οποίους αναφερόμαστε μέχρι τώρα σε τούτη την σειρά κειμένων, δεν είναι ούτε αφγανοί ούτε πακιστανοί ούτε σομαλοί ούτε άλλης εθνικότητας μουσουλμάνοι. Είναι ελληνικής καταγωγής κάτοικοι του Πόντου, χριστιανοί ορθόδοξοι. Είναι οι πόντιοι, για την "γενοκτονία" των οποίων κατηγορούμε τους τούρκους.

Πριν κλείσουμε για σήμερα, επιτρέψτε μου μια παρατήρηση. Αυτά τα κείμενα επ' ουδενί σημαίνουν ότι το ιστολόγιο έχει κατά νου είτε να καταγράψει την ιστορία τής προσφυγιάς είτε οποιοδήποτε άλλο μεγαλεπήβολο πλάνο. Αυτά ήδη τα έχουν κάνει άλλοι και πολύ καλύτερα. Εδώ, ο στόχος είναι να καταγράψουμε εν περιλήψει τις πάμπολλες ομοιότητες αλλά και τις όποιες διαφορές (αν υπάρχουν) του τότε με το τώρα, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βγάλει ασφαλέστερα τα δικά του συμπεράσματα και να χαράξει ορθότερα την δική του πορεία.