Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

Οι Δικαστές και Εισαγγελείς εφαρμόζουν, κατά κόρον, την τακτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Όταν εμφανίζεται στο Δικαστήριο κάνας κακομοίρης, τον αποπαίρνουν. Όταν ένας Κατηγορούμενος μακρηγορεί, του λένε: αυτό είναι εκτός θέματος. Όταν βλέπουν έναν υψηλά ιστάμενο, του γλείφουν τον κώλο. Όταν ένας νεαρός Δικηγόρος αγορεύει, τον διακόπτουν με το περίφημο συντομεύετε. Όταν καταθέτει ένας Αστυνομικός, τον ακούνε ευλαβώς. Όταν δικάζεται ένας Αστυνομικός, τον αθωώνουν ή τον απαλλάσσουν. Όταν προσέρχεται στην έδρα του Δικαστηρίου μία γόησσα, οι Δικαστές σαλιαρίζουν. Όταν κάθεται στο εδώλιο κάνας αναρχικός, του γαμούν την Παναγία. Όταν ένα μασόνος Συνήγορος κάνει την μυστική χειρονομία των τεκτόνων, τον περιποιούνται και, εν πάση περιπτώσει, αποκλείεται να χάσει την δίκη. (...) Τώρα οι Δικαστές και Εισαγγελείς μάχονται κατά της Εκτελεστικής Εξουσίας, για να αυξήσουν την δικιά τους Εξουσία. Οι πολιτικάντηδες είναι επικίνδυνοι. Οι Δικαστικοί είναι επικινδυνωδέστεροι.

[Ηλίας Πετρόπουλος, "Ο κουραδοκόφτης", εκδόσεις Νεφέλη, 2002 (σελ.: 112-113, 115)]

26 Φεβρουαρίου 2012

"Ένα κάποιο τέλος"

Παραδέχομαι ότι μέχρι που πήρα στα χέρια μου το "Ένα κάποιο τέλος", δεν γνώριζα τον Τζούλιαν Μπαρνς. Και ίσως να εξακολουθούσα να τον αγνοώ αν δεν έβλεπα στο εξώφυλλο του βιβλίου την ένδειξη "Βραβείο Booker 2011". Χάρη σ' αυτή την ένδειξη τον ανακάλυψα και έμεινα τόσο ενθουσιασμένος από την γνωριμία ώστε αποφάσισα να σας τον συστήσω.

Ο λόγος τού Μπαρνς δεν είναι μόνο σαφής και στιβαρός αλλά διαθέτει και μια φρεσκάδα η οποία ξενίζει ευχάριστα, αν σκεφτούμε ότι ο συγγραφέας έχει ήδη μισάσει την έβδομη δεκαετία τής ζωής του. Βέβαια, το ίδιο θα μπορούσα να πω και για τον -συμπατριώτη και σχεδόν συνομίληκό του- Ίαν Μακ Γιούαν αλλά το ύφος του Μπαρνς θυμίζει γαλήνια λίμνη ενώ ο Μακ Γιούαν μοιάζει περισσότερο με οργισμένη θάλασσα.

Το "Ένα κάποιο τέλος" είναι ένα παράξενο μικρό μυθιστόρημα (ή μήπως πρέπει να το χαρακτηρίσω ως μεγάλη νουβέλα;) γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και χωρισμένο σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο εξηντάχρονος -και συνταξιούχος πλέον- Τόνι, ο πρωταγωνιστής, θυμάται και αφηγείται σχεδόν ολόκληρη την ζωή του. Μας μεταφέρει πολύ πίσω στον χρόνο για να μας συστήσει τους φίλους και συμμαθητές του. Γνωρίζουμε και την Βερόνικα, τον πρώτο του έρωτα, ο οποίος ήταν γραφτό να σβήσει πριν καλά-καλά φουντώσει. Η Βερόνικα μπλέκει με έναν από τους πρώην συμμαθητές του, τον Έιντριαν, ο οποίος λίγο αργότερα αυτοκτονεί. Ο Τόνι προσθέτει στον αποτυχημένο έρωτά του κι έναν αποτυχημένο γάμο. Με δυο λόγια, η ιστορία τού Τόνι είναι τόσο κοινή και τόσο επίπεδη ώστε δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος για να γίνουμε κοινωνοί της. Όπως λέει ο ίδιος: "Αυτό δεν είναι άλλωστε η ζωή; Μερικά επιτεύγματα και μερικές απογοητεύσεις. Εμένα μου φάνηκε ενδιαφέρουσα, αλλά δεν πρόκειται να διαμαρτυρηθώ ούτε να εκπλαγώ αν κάποιοι άλλοι την θεωρούν λιγώτερο ενδιαφέρουσα... Η Ιστορία δεν είναι τα ψέματα των νικητών... Είναι μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν να κάνουν ούτε με νίκες ούτε με ήττες".

Στο δεύτερο μέρος όλα αλλάζουν και η αδιάφορη ζωή τού Τόνι ταράζεται χάρη σε μια απρόσμενη κληρονομιά: αν και ο Τόνι την είχε συναντήσει μόλις μια φορά (κι αυτή πριν σαράντα χρόνια), η μητέρα τής Βερόνικας του αφήνει 500 λίρες και το ημερολόγιο του...Έιντριαν. Μόνο που η Βερόνικα δεν έχει καμμιά διάθεση να παραδώσει το ημερολόγιο. Ο Τόνι προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο... Η ολοκληρωτική ανατροπή, η οποία έρχεται στις 3-4 τελευταίες σελίδες, είναι τόσο απρόσδόκητη ώστε απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση για να γίνει απολύτως κατανοητή.

Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα. Το "Ένα κάποιο τέλος" είναι ένα λογοτεχνικό κομψοτέχνημα, ένα διαμαντάκι με εξαιρετικά σμιλεμένες έδρες, σε κάθε μια από τις οποίες απεικονίζονται στιγμές τού παρόντος αλλά αντανακλώνται στιγμές τού παρελθόντος. Οι καταβυθίσεις στις αναμνήσεις είναι συνεχείς, σε μια ιστορία όπου ο χρόνος έχει μια πρωτόγνωρη ελαστικότητα. Άλλωστε, ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρος από την αρχή: "Ζούμε εντός του χρόνου -αυτός μας κρατάει και μας πλάθει- εγώ όμως δεν ένοιωσα ποτέ να τον κατανοώ πλήρως".Και πιο κάτω: "Αυτά που βίωσες σπανίως είναι όμοια με αυτά που κατέληξες να θυμάσαι, όμως μπορείς πάντοτε να είσαι σίγουρος για τις εντυπώσεις που σου άφησαν. Και αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να ελπίσεις".

Τελικά, το "Ένα κάποιο τέλος" δεν είναι απλώς ένα ακόμη μυθιστόρημα. Είναι ένα σημαντικό δημιούργημα, το οποίο μας δείχνει ξεκάθαρα την τέχνη τής συγγραφής. Κυκλοφορεί σε μια ευκολοδιάβαστη έκδοση 210 σελίδων από το "Μεταίχμιο", κοστίζει μόλις 12 ευρώ (στα καλά βιβλιοπωλεία) και η απόκτησή του επιβάλλεται.

Και μια μικρή συμβουλή: Κατά την ανάγνωση, αφήστε σελιδοδείκτες στις σελίδες 48, 96, 123 και 136. Μη ρωτήσετε γιατί αλλά σίγουρα θα χρειαστεί να επανέλθετε σ'αυτές, όταν ολοκληρώσετε την πρώτη ανάγνωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: