To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

23 Δεκεμβρίου 2011

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 49. Η αποδόμηση του σκληρού πυρήνα

Ως υπουργός άμυνας του μπαμπά Μπους, ο Ντικ Τσένυ εφάρμοσε κατά γράμμα όσα είχε διδαχτεί από τον Ντόναλντ Ράμσφελντ: μείωσε κατακόρυφα τους μόνιμους οπλίτες και αύξησε αντιστοίχως τις εργολαβίες τού Πενταγώνου προς ιδιωτικές εταιρείες. Πάντως, αυτό το έκανε με "διαφάνεια" και με τρόπο...δημοκρατικό: ζήτησε να συνταχθεί μια πλήρης μελέτη για το ποιες δουλειές μπορούν να ανατεθούν σε ιδιώτες εργολάβους. Από ποιον ζήτησε αυτήν την μελέτη; Μα, από την...Halliburton!! Φυσικά, η Halliburton "διαπίστωσε" ότι υπάρχουν πάρα πολλές δουλειές που μπορεί να "ξεφορτωθεί" το κράτος. Εννοείται ότι τις περισσότερες απ' αυτές τις εργολαβίες τις κέρδισε η Halliburton, εισπράττοντας πολλά δισεκατομμύρια. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ ξόδευαν τεράστια ποσά για την άμυνά τους. Όμως, ήταν η πρώτη φορά που τα ξόδευαν όχι για οπλικά συστήματα αλλά για διοικητική διαχείριση.

Λίγο πριν την λήξη της τετραετίας τού μπαμπά Μπους, ο Τσένυ προκήρυξε έναν άλλο διαγωνισμό, θέλοντας να αναθέσει σε ιδιώτες την "επιμελητεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ". Παρ' ότι η προκήρυξη ούτε περιέγραφε το ζητούμενο έργο με σαφήνεια ούτε όριζε το αντίτιμο, στον "διαγωνισμό των δισεκατομμυρίων" πήραν μέρος 37 μεγάλες εταιρείες.
- [Άσκηση για αρχαρίους Νο1: Ποια εταιρεία κέρδισε τελικά τον διαγωνισμό;]

Λίγες μέρες αργότερα, ο μπαμπάς Μπους έχασε τις εκλογές από τον Μπιλ Κλίντον και ο Ντικ Τσένυ βρέθηκε εκτός πολιτικής σκηνής. Όπως είχε κάνει και το φιλαράκι του ο Ράμσφελντ, έτσι κι αυτός στράφηκε στις επιχειρήσεις.
- [Άσκηση για αρχαρίους Νο2: Ποια εταιρεία τον προσέλαβε αμέσως ως πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου;]

Υπό την ηγεσία τού Τσένυ, η Halliburton άλλαξε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ διεξήγαν τους πολέμους. Ο όρος "επιμελητεία" διαστάλθηκε τόσο, ώστε η Halliburton ανέλαβε -σχεδόν αποκλειστικά- την ευθύνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Από εδώ και πέρα, το κράτος θα παρείχε στην εταιρεία στρατιώτες και όπλα, αφήνοντας την εταιρεία να σχεδιάζει και να διευθύνει τις επιχειρήσεις. Το καινούργιο μοντέλο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά με πληρότητα στην επίθεση των ΗΠΑ κατά της Γιουγκοσλαβίας. Για τις ανάγκες των 19.000 αμερικανών στρατιωτών, η Halliburton έφτιαξε βάσεις που έμοιαζαν με κανονικές πόλεις αφού διέθεταν καλοχτισμένα κτήρια με όλες τις ανέσεις, κινηματογράφους, εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, γυμναστήρια, πισίνες κλπ. (*)

Ο αδαής αναγνώστης θα απορεί: γιατί τόση χλιδή; γιατί η εταιρεία δεν έκανε προχειροδουλειά ώστε να επιτύχει την μεγιστοποίηση του κέρδους της; Εδώ πρέπει να αναφέρουμε έναν σημαντικό όρο της σύμβασης που είχε υπογράψει η Halliburton με το αμερικανικό δημόσιο: το Πεντάγωνο θα πλήρωνε στην εταιρεία το κόστος των υπηρεσιών της συν ένα εγγυημένο ποσοστό κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία είχε συμφέρον να ανεβάζει το κόστος (άλλο να εισπράττεις 10% πάνω σε κόστος 1.000 κι άλλο να εισπράττεις 10% σε κόστος 10.000). Η φράση "Don't worry, it's cost plus (μην ανησυχείς, είναι κόστος συν)" έγινε διάσημη μερικά χρόνια αργότερα, στην Βαγδάτη.

Τελικά, μπορεί ο Τσένυ να αναδείχθηκε πολιτικά επί προέδρων Μπους (υπουργός άμυνας τού μπαμπά, αντιπρόεδρος του βλάκα γιου), αλλά χέστηκε στα λεφτά επί προεδρίας Κλίντον. Στα πέντε χρόνια που έμεινε στο τιμόνι τής Halliburton, η περιουσία του εξακοντίστηκε στα 80 εκατ. δολλάρια, ενώ είχε ακόμη το δικαίωμα προαίρεσης για πάνω από ένα εκατομμύριο μετοχές της εταιρείας.

Κι ενώ ο 55χρονος Τσένυ κονόμαγε από την Halliburton, η 30χρονη σύζυγός του Λυν έκανε το ίδιο ως μέλος τού Δ.Σ. τής Λόκχηντ, η οποία είχε αναλάβει την επίβλεψη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης των ΗΠΑ. Για να μη κουράζεται ο αναγνώστης με περιττές λεπτομέρειες, θα αναφέρουμε μόνο την εισαγωγή από δημοσίευμα των New York Times: "Η Λόκχηντ δεν κυβερνάει τις ΗΠΑ. Αλλά πραγματικά βοηθάει στην διοίκηση ενός εντυπωσιακά μεγάλου τμήματός τους". (**) Με απλά λόγια: στην εποχή που οι πόλεμοι γίνονται με τα κομπιούτερ, ο σύζυγος σχεδιάζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και η σύζυγος τού παρέχει την απαραίτητη ηλεκτρονική υποστήριξη. Πολύ κομψό!

Πριν συνεχίσουμε, ας ανακεφαλαιώσουμε τα δυο τελευταία κείμενα: ο φρηντμανοτραφής Ράμσφελντ γίνεται υπουργός άμυνας του Φορντ - παίρνει υπό την κηδεμονία του τον Τσένυ - δεν γίνεται αντιπρόεδρος του Ρέηγκαν και στρέφεται στις επιχειρήσεις, επενδύοντας κυρίως στις αρρώστιες - αντιπρόεδρος του Ρέηγκαν γίνεται ο μπαμπάς Μπους, ο οποίος διαδέχεται τον Ρέηγκαν στην προεδρία και αναθέτει το υπουργείο άμυνας στον Τσένυ - όταν ο μπαμπάς Μπους χάνει τις εκλογές, ο Τσένυ στρέφεται στις επιχειρήσεις, επενδύοντας κυρίως στους πολέμους - όσο βρίσκεται στην προεδρία ο Κλίντον, Ράμσφελντ και Τσένυ κονομάνε τρελά λεφτά χάρη στην αποδόμηση του κράτους προς όφελος των μεγάλων εταιρειών - με την ανάδειξη τού βλάκα Μπους στην προεδρία, επιστρέφουν κι οι δυο στην πολιτική σκηνή, ο μεν Ράμσφελντ ως υπουργός άμυνας ο δε Τσένυ ως αντιπρόεδρος - με την κάλυψη του δεύτερου, ο πρώτος δρομολογεί την πλήρη παράδοση στους ιδιώτες τού σκληρότερου κρατικού πυρήνα: της άμυνας. Μια ιστορία με πολλούς κύκλους, που δεν μπορείς να διακρίνεις πού ανοίγουν, πού κλείνουν και πού εφάπτονται ή τέμνονται...

Πριν τελειώσουμε για σήμερα, ας κάνουμε ένα τελευταίο σχόλιο σχετικά με την επιμονή τού "τρομερού διδύμου" στην παράδοση της άμυνας σε ιδιώτες. Είναι σαφές ότι πίσω από αυτή την επιμονή υπάρχει μια καθαρή φρηντμανική σκέψη: αν αποδομηθεί ο σκληρότερος κρατικός πυρήνας και παραδοθεί ολοκληρωτικά σε ιδιώτες, η προσπάθεια για αποδόμηση και ιδιωτικοποίηση άλλων μεγάλων τομέων (παιδεία, υγεία, δημόσια έργα, ασφάλιση κλπ) θα γίνει ευκολώτερη. Με την παρουσία ενός ηλίθιου στην θέση τού προέδρου, όλα θα γίνονταν ακόμη ευκολώτερα...


(*) "Balkans good for Texas-based business", Sun Sentinel 16/08/2001
(**) "Lockheed and the future of warfare", New York Times 28/11/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια: