To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

13 Δεκεμβρίου 2011

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 40. Ένα χρήσιμο μάθημα

Ο επί κεφαλής τού συμβουλίου ασφαλείας Όλεγκ Λόμποφ ήταν σαφής σε μια ιδιωτική συνομιλία του με τον βουλευτή Σεργέι Γιούσενκοφ, σύμφωνα με όσα αφηγείται ο τελευταίος: "Χρειαζόμαστε έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο για να αυξήσουμε τα ποσοστά τού προέδρου... Μπορούμε να νικήσουμε τις δυνάμεις τής Τσετσενίας σε λίγες ώρες". Τελικά, η εισβολή στην Τσετσενία πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1994 και -φυσικά- ήταν νικηφόρα, αλλά η δημοτικότητα του Γέλτσιν ελάχιστα βελτιώθηκε. Ήταν τόσο σίγουρο ότι θα καταποντιζόταν στις εκλογές τού 1996, ώστε οι σύμβουλοί του του συνέστησαν να αναβάλει τις εκλογές. "Για να υπάρχει δημοκρατία στην κοινωνία, πρέπει να υπάρχει δικτατορία στην εξουσία", δήλωνε θρασύτατα ο υπουργός ιδιωτικοποιήσεων Ανατόλυ Τσουμπάις.

Τελικά, βρέθηκε τρόπος να επανεκλεγεί ο Γέλτσιν: οι ολιγάρχες στήριξαν την υποψηφιότητά του με το μυθώδες ποσό των εκατό εκατομμυρίων δολλαρίων (!) και τα μέσα ενημέρωσης (τα οποία, έτσι κι αλλοιώς, ανήκαν πια στους ολιγάρχες) πρόβαλαν τον αγαπημένο τού κεφαλαίου 800 φορές περισσότερο από τους αντιπάλους του. Κι ο Γέλτσιν επανεκλέχτηκε. Δημοκρατικά...

Μετά τις "δημοκρατικές" εκλογές, τα "παιδιά του Σικάγου" όρμησαν στο κατακρεουργημένο κορμί τής Ρωσσίας με μεγαλύτερη όρεξη. Το 40% της κρατικής πετρελαιικής εταιρείας Gazprom ξεπουλήθηκε για μόλις 88 εκατομμύρια δολλάρια, όταν η ίσου μεγέθους γαλλική Total είχε ετήσιο τζίρο 193 δισεκατομμύρια δολλάρια. Η κρατική εταιρεία νικελίου Norilsk Nickel, η οποία παρήγε το ένα πέμπτο του νικελίου παγκοσμίως, χαρίστηκε για 170 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ έβγαζε ετήσια κέρδη 1,5 δισεκατομμύριο. Το πλειοψηφικό πακέτο τής πετρελαιικής εταιρείας Sidenko φαγώθηκε για 130 εκατομμύρια δολλάρια αλλά αυτό το μερίδιο θα απετιμάτο δυο χρόνια μετά στα 2,8 δισεκατομμύρια (το 1997 η ΒΡ πλήρωσε 571 εκατομμύρια για το 10% της Sidenko). Η πασίγνωστη πετρελαιική εταιρεία Yukos, η οποία ελέγχει περισότερο πετρέλαιο από το Κουβέιτ, πουλήθηκε για 309 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ σύντομα ο τζίρος της θα ξεπερνούσε τα 3 δισεκατομμύρια. Ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά εργοστάσια όπλων χαρίστηκε για 3 εκατομμύρια δολλάρια, δηλαδή όσο κάνει μια μεσαία πολυτελής βίλλα.

Το χειρότερο, όμως, δεν είναι ότι ξεπουλήθηκε η περιουσία του ρωσσικού λαού. Είναι ότι οι -υποτιθέμενες- επενδύσεις έγιναν με...δημόσιο χρήμα! Το κόλπο ήταν πολύ απλό (σ.σ.: άλλωστε, έχει εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία και στην χώρα μας): Πρώτα-πρώτα, ιδρύθηκαν ιδιωτικές τράπεζες από τους ολιγάρχες (Uneximbank του Ποτάνιν, Menatep Bank του Χοντορκόφσκι κλπ). Κατόπιν, οι διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί μετέφεραν το δημόσιο χρήμα σε αυτές τις τράπεζες (κανονικά το δημόσιο χρήμα κατατίθεται στην κεντρική κρατική τράπεζα της χώρας). Ύστερα, οι ίδιοι κρατικοί λειτουργοί ανέθεσαν σ' αυτές τις τράπεζες τους δημόσιους διαγωνισμούς για τις ιδιωτικοποιήσεις. Φυσικά, τις προσφορές κατέθεσαν οι ίδιες οι τράπεζες, οι οποίες εν τέλει αγόρασαν σε εξευτελιστική τιμή τις πωλούμενες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας τα χρήματα που είχε πρωτύτερα καταθέσει σ' αυτές το ρωσσικό δημόσιο. Με απλά λόγια, ο λαός πρόσφερε το σχοινί (το χρήμα) με το οποίο τον κρέμασαν (τον λεηλάτησαν).

Όταν, λοιπόν, οι ρώσσοι ολιγάρχες απέκτησαν μ' αυτόν τον τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας, άρχισαν να τα πουλούν στο διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το 1997 η Shell και η ΒΡ απέκτησαν μειοψηφικά πακέτα μετοχών των κολοσσών Gazprom και Sidenko. Παρά ταύτα, οι ρώσσοι ολιγάρχες παρακράτησαν μεγάλο κομμάτι τού κρατικού πλούτου, κάνοντας τόσο τους αμερικανούς όσο και το ΔΝΤ να στραβώσουν τα μούτρα. Αλλά οι τελευταίοι πήραν το μάθημά τους: όταν έφτασε η ώρα τού Ιράκ, δεν έκαναν το ίδιο λάθος και φρόντισαν να διασφαλίσουν το ξεπούλημα του συνόλου της ιρακινής περιουσίας στην δύση. Αλλά για το Ιράκ θα μιλήσουμε αργότερα.

Κλείνουμε το σημερινό μας σημείωμα με ένα σχόλιο, το οποίο έχει πιθανώς σχηματιστεί ως ερώτημα στο μυαλό τού αναγνώστη. Επειδή έχουμε βαρεθεί να ακούμε για το "ελληνικό χρέος" που βουλιάζει την χώρα κλπ, νομίζω ότι τώρα έχουμε μια απάντηση για το πώς δημιουργήθηκε αυτό το περίφημο χρέος. Αυτό το χρεός, λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι "τζερεμέδες" που φορτώθηκαν στην πλάτη του λαού από τους -ο θεός να τους κάνει- μεταρρυθμιστές και τα "φέσια" που φόρεσαν στο κράτος όλοι εκείνοι οι -ο θεός να τους κάνει- επενδυτές, οι οποίοι ρήμαξαν τον πλούτο αυτής της χώρας, χρησιμοποιώντας τα χρήματα του ίδιου του λαού. Δεν είναι μόνο ο ρωσσικός λαός που πρόσφερε στους εκμεταλλευτές του το σχοινί με το οποίο τον κρέμασαν. Μήπως, όμως, είναι καιρός να μάθουμε το μάθημά μας για να μη την ξαναπατήσουμε;

Θα συνεχίσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: