To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

2 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 72. Ο Γκρήνσπαν γκρεμίζει τα επιτόκια

Ένα από τα θέσφατα του Φρήντμαν είναι ότι απαιτείται ταχύτατη και πλήρης απορρύθμιση, αποδόμηση και ισοπέδωση του χώρου στον οποίο θα οικοδομήσει το τέλειο κτίσμα της η ελεύθερη αγορά. Είδαμε πως ισοπεδώθηκαν (ή, τουλάχιστον, επιχειρήθηκε να ισοπεδωθούν), προς δόξαν αυτού του αξιώματος, η Βολιβία, η Ινδονησία, η Χιλή, η Αργεντινή, η Πολωνία, η Κίνα, η Ρωσσία, το Ιράκ κλπ. Από το μένος των φρηντμανιστών δεν θα μπορούσε να γλιτώσει ούτε η ίδια τους η πατρίδα, όπως είδαμε στην πολύπαθη Λουιζιάνα.

Ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας στον κόσμο, φτάνουμε στις παραμονές του ξεσπάσματος της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης τού 2008, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα τελειώσει. Θα περίμενε κανείς, μετά την συνεχή κατάρριψη των φρηντμανικών θεωριών στην πράξη, οι νεοφιλελεύθεροι να είχαν "ανακρούσει πρύμναν" με το ξέσπασμα της κρίσης και να είχαν αρχίσει την επανεξέταση των θεωριών τους προκειμένου να εντοπίσουν τι τους πήγε λάθος. Όμως, ο φρηντμανισμός λειτουργεί όπως οι θρησκείες, οι οποίες ποτέ δεν σφάλλουν και για όλα τα στραβά φταίνε οι πιστοί που δεν εφαρμόζουν σωστά τις θείες εντολές. Έτσι και οι οπαδοί τού Φρήντμαν επιμένουν ότι το μόνο αντίδοτο στις κρίσεις είναι η αξιοποίησή τους για πιο ριζικές ανατροπές υπέρ της ελευθερίας των αγορών.

Όταν, λοιπόν, ο καπιταλισμός "μπούκωσε" από τα υπερσυσσωρευμένα κέρδη και μπήκε σε κατάσταση κρίσης, τα παιδιά τού Σικάγου αποφάσισαν το "χοντρό κόλπο": την βίαιη εξαγωγή τής αντεπανάστασής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ως τότε αμυνόταν σθεναρά στις πιέσεις τους. Βέβαια, οι πρώτες προσπάθειες είχαν γίνει επί Θάτσερ, αλλά δεν απέδωσαν. Όπως δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και οι προσπάθειες του Σακς στην Πολωνία. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί άλλο αδύνατο σημείο για να πέσει το τείχος τής Ευρώπης.

Πριν περάσουμε, όμως, τον Ατλαντικό, ας μείνουμε λίγο ακόμη στις ΗΠΑ, μιας και εκεί ήταν που ξέσπασε η κυοφορούμενη κρίση. Είδαμε πώς οι κυβερνήσεις Μπους του Β(λάκα) μοίρασαν αφειδώς το δημόσιο χρήμα και διέλυσαν τις κρατικές υποδομές προς όφελος των ιδιωτικών εταιρειών. Αυτή η πολιτική άνοιξε την όρεξη των κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι αύξησαν τις πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερες παροχές. Μη θέλοντας να τους χαλάσει την καρδιά, ο Μπους προώθησε ένα πακέττο φορολογικών ελαφρύνσεων, το οποίο άφηνε ουσιαστικά αφορολόγητα τα τεράστια κέρδη των πολυεθνικών.

Σε μια πραγματικά ελεύθερη και ανοικτή αγορά, η μείωση των φορολογικών βαρών επιφέρει -θεωρητικά- αύξηση των επενδύσεων (κάπου πρέπει να επενδυθούν τα κέρδη) και, συνεπώς, ανάπτυξη. Στην πράξη, όμως, η θετική επίπτωση στις επενδύσεις ήταν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη, επειδή τα κέρδη συσσωρεύονταν με τόσο γοργό ρυθμό ώστε δεν ήταν εύκολο να βρεθούν τόσες καλές επενδύσεις για να τα απορροφήσουν!

Τότε, το 2004, έσκασε μύτη ένα άλλο καπιταλιστικό μουσούδι, το οποίο, μάλιστα, θεωρείται μεγάλο μυαλό και γκουρού τής οικονομίας: ο πολύς Άλαν Γκρήνσπαν, επί 19 χρόνια διοικητής τής ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (1987-2006). Ο Γκρήνσπαν, λοιπόν, σκέφτηκε έναν πρωτότυπο τρόπο για να τονώσει την οικονομία: κατακρήμνισε το επιτόκιο δανεισμού στο 1%, πλημμυρίζοντας την αγορά με τζάμπα χρήμα. Ήταν στραβό το κλήμα με τα υπερσυσσωρευόμενα κέρδη, το έφαγε κι ο γάιδαρος με την προσφορά φτηνών κεφαλαίων...

Η αψυχολόγητη ενέργεια του Γκρήνσπαν έθρεψε την περίφημη "στεγαστική φούσκα". Ξαφνικά, οι κάτοικοι των ΗΠΑ διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να πάρουν δάνειο με σχεδόν αμελητέο επιτόκιο, προκειμένου να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η αγορά ακινήτων γνώρισε μια πρωτοφανή έκρηξη. Κι επειδή οι τιμές ανεβαίνουν όταν υπάρχει αυξημένη ζήτηση, οι καταναλωτές άρχισαν σύντομα να διαπιστώνουν ότι η αξία του ακινήτου, το οποίο είχαν αγοράσει με δάνειο, αυξανόταν με ρυθμό που τους επέτρεπε να το πουλήσουν, να ξεπληρώσουν το δάνειο και να βγάλουν κι ένα καλό κέρδος. Οι περιπτώσεις όπου κάποιοι αγόραζαν με δάνειο ένα ακίνητο για να το πουλήσουν λίγο αργότερα και να αγοράσουν άλλο με καινούργιο δάνειο, δεν αποτελούσαν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.

Τα κέρδη που προσπορίζονταν οι απλοί πολίτες με την συνεχή αγοραπωλησία των ακινήτων, αύξησαν κατακόρυφα την κατανάλωση. Έτσι, όλοι βρίσκονταν σε κατάσταση ευτυχίας: οι καταναλωτές καλοπερνούσαν, οι τράπεζες κονόμαγαν (κυρίως από τις προμήθειες για την σύναψη δανείων), οι κεφαλαιούχοι βρήκαν το real estate για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους, ο Γκρήνσπαν κορδωνόταν κι ο Μπους ανέβαζε την δημοτικότητά του. Αλλά κι η Γουώλ Στρητ δεν είχε λόγο να παραπονιέται: με τα χαμηλά τραπεζικά επιτόκια, ήταν προτιμώτερο για κάποιον να επενδύει σε μετοχές παρά να φυλάει τα μετρητά του στην τράπεζα.

Όλα καλά λοιπόν. Όλα καλά, μέχρι τον Αύγουστο του 2007 όταν έπεσε η πρώτη σκιά...

1 σχόλιο:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Τα αίτια της κρίσης δεν τα βλέπω ακριβώς έτσι. Ουσιαστικά η κανιβαλιστική επιθυμία του καπιταλισμού για περισσότερα κέρδη (από τις τράπεζες) και η ανάγκη του συστήματος να περιορίσει τις "φούσκες" από την υπερπαραγωγή αγαθών που δε συμβάδιζε με ανάλογη υπερκατανάλωση (από τη μεσαία τάξη ως επί το πλείστον) οδήγησε σε μερικό ανασχηματισμό του και την κρίση. Στην ουσία δεν πρόκειται για μία κλασσική ενδοκαπιταλιστική κρίση (μετρημένοι είναι οι αστοί που έχασαν), αλλά για πολιτική επιλογή διάλυσης της μεσαίας τάξης, ώστε να μετριαστεί η παραγωγή αγαθών και να σταθεροποιηθεί η "ανάπτυξη".