To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

29 Μαΐου 2011

"Χωρίς αίμα"

Από τούτη τη γωνιά, έχουμε ήδη κάνει την γνωριμία μας με τον Αντρέα Καμιλλέρι και τον Αντόνιο Ταμπούκκι. Σήμερα θα γνωρίσουμε έναν άλλο σημαντικό εκπρόσωπο της νέας ιταλικής λογοτεχνίας, τον Αλεσσάντρο Μπαρίκκο (Alessandro Baricco), μέσα από το εξαιρετικό "Χωρίς αίμα".

Ο Μπαρίκκο ανήκει στους συγγραφείς οι οποίοι ακούνε καλά λόγια και από το κοινό και από τους κριτικούς. Εκτός από μυθιστορήματα, έχει γράψει νουβέλες, δοκίμια και θέατρο. Επίσης, έχει γράψει το σενάριο για δυο κινηματογραφικές ταινίες, από τις οποίες σκηνοθέτησε μόνος του την μία. Το πρώτο του μυθιστόρημα, "Όνειρα από γυαλί", τιμήθηκε με το βραβείο Campiello στην Ιταλία και το Prix Médicis Etranger στη Γαλλία, ο "Ωκεανός" πήρε τα βραβεία Viareggio και Palazzo al Bosco στην Ιταλία, το "Μετάξι" μεταφράστηκε σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες αλλά και το επόμενο, το "City", γνώρισε επίσης παγκόσμια επιτυχία.

Το "Χωρίς Αίμα" αρχίζει με κινηματογραφικό τρόπο. Μόλις έχει τελειώσει ένας τετραετής πόλεμος και τέσσερις άντρες φτάνουν στην απομακρυσμένη φάρμα του γιατρού Μανουέλ Ρόκκα, κάπου στην Ισπανία (σημ.: αν ο Ταμπούκκι αγάπησε την Πορτογαλία με πάθος που επηρέασε την συγγραφή του, ο Μπαρίκκο έχει αγαπήσει το ίδιο την Ισπανία). Η συνάντηση θα καταλήξει σε ένα λουτρό αίματος, καθώς οι αναπάντεχοι επισκέπτες θα σκοτώσουν τον γιατρό και τον μικρό γιο του. Δεν θα μάθουμε πολλά πράγματα γι’ αυτή τη δολοφονία. Όπως φαίνεται, πρόκειται για ένα ξεκαθάρισμα παλιών λογαριασμών. Η μικρή Νίνα, κρυμμένη, θα παρακολουθήσει την δολοφονία του πατέρα της και του αδερφού της. Ο νεαρότερος από τους δολοφόνους, ο Τίτο, την ανακαλύπτει αλλά της χαρίζει την ζωή.

Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, η Νίνα συναντά τον Τίτο σε κάποιο μπαρ. Η κουβέντα που ακολουθεί θα είναι καθοριστική και για το θύτη και για το θύμα. Διηγούνται την ζωή τους ο ένας στον άλλο και οι αμοιβαίες αποκαλύψεις τούς συγκλονίζουν. Ο Μπαρίκκο χτίζει με μαεστρία ένα κλίμα αμφιβολίας, το οποίο συνεπαίρνει τον αναγνώστη: θα συγχωρήσει η Νίνα τον δολοφόνο ή θα τον σκοτώσει; Το ερώτημα απαντάται, λυτρώνοντας τον αναγνώστη, μόλις στην τελευταία σελίδα.

Αν η περίληψη της υπόθεσης σας απωθεί επειδή, ίσως, σας φέρνει στο μυαλό κάποια ανόητα γουέστερν ή κάποια φτηνιάρικα αστυνομικά μυθιστορήματα, επιτρέψτε μου να αντιγράψω (και να προσυπογράψω) ένα απόσπασμα από την κριτική της εφημερίδας "The Observer": 

"Τα μυθιστορήματα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο κατοικούν σε μια χώρα μεταξύ του μύθου και του σουρρεαλισμού, σημαδεμένα από μια υποβόσκουσα ποίηση και ένα υπαρξιακό μαύρο χιούμορ. Παρά τη διεθνή επιτυχία του με το "Μετάξι", ο Μπαρίκκο έχει διατηρήσει το καλτ ύφος του. Το "Χωρίς αίμα" σηματοδοτεί μια επιστροφή στην συντομία και την απλότητα της μορφής, στοιχεία που έκαναν το "Μετάξι" τόσο γοητευτικό και εκθαμβωτικά όμορφο..."

Το "Χωρίς αίμα" δύσκολα θα το χαρακτήριζε κανείς μυθιστόρημα, αφού ολοκληρώνεται σε λιγότερες από 90 αραιογραμμένες σελίδες, αλλά ποιος νοιάζεται για χαρακτηρισμούς; Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Πατάκη" και κοστίζει λιγότερο από όσο κοστίζουν δυο κυριακάτικες εφημερίδες με βλακώδεις "προσφορές". Αν και η μετάφραση της Άννας Παπασταύρου είναι υπερβολικά "επαγγελματική" και η έκδοση θα μπορούσε να είναι λίγο πιο προσεγμένη (π.χ. η παραπάνω κριτική του Observer παρατίθεται στο οπισθόφυλλο χαρακτηριστικά κακομεταφρασμένη), τα 8 ευρώ που θα διαθέσετε αξίζουν και την τελευταία τους δεκάρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: