To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

23 Μαΐου 2011

Η ενεργειακή πολιτική της σύγχρονης Ελλάδας - 5. Το σκάνδαλο Χατζηπάνου

Στο μεταξύ, η "εθνικόφρων" παράταξη, η οποία "γλίτωσε τον τόπο από τον κομμουνισμό", πρόλαβε να προβεί στο πρώτο μεγάλο μετεμφυλιακό σκάνδαλο, το οποίο συγκλόνισε την χώρα και έμεινε στην ιστορία ως "υπόθεσις των καυσίμων" ή "σκάνδαλο Χατζηπάνου". Ο Παναγιώτης Χατζηπάνος ήταν επί σειρά ετών βουλευτής Ευβοίας και υπουργός μεταφορών στις διαδοχικές κυβερνήσεις συνεργασίας των Φιλελευθέρων και Λαϊκού Κόμματος από τις 20 Ιανουαρίου 1949 ως τις 5 Ιανουαρίου 1950, οπότε και παραιτήθηκε όλη η κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση είχε αναθέσει, μετά την απελευθέρωση από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, στην Κοινοπραξία Εταιρειών Πετρελαιοειδών (κοινοπραξία όλων των εταιρειών πετρελαιοειδών της Ελλάδας) την εισαγωγή και διανομή πετρελαίου στη χώρα. Όμως, τον Ιανουάριο του 1949, αποφασίστηκε από το υπουργείο μεταφορών, ως πιο συμφέρουσα λύση, να διακοπεί η συνεργασία και να ανατεθεί η διανομή του πετρελαίου σε ιδιώτες μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό. Αφού διενεργήθηκαν οι διαγωνισμοί και αναδείχθηκαν οι μειοδότες, ο Χατζηπάνος αρνήθηκε να επικυρώσει τις συμβάσεις με τους μειοδότες και, παρά τις συστάσεις υψηλόβαθμων στελεχών του υπουργείου, προτίμησε να αναθέσει τη διανομή απ’ ευθείας σε μια εταιρεία, στην οποία εταίρος ήταν και μια "οικοκυρά" γνωστή του υπουργού και φίλη της συζύγου του Κ. Τσαλδάρη, η Όλγα Κυριαζοπούλου. Στην ίδια εταιρεία συμμετείχαν ο συνταξιούχος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Βασίλειος Σκόπας και ένας αυτοκινητιστής!

Η Βουλή συνέστησε προανακριτική επιτροπή για να διερευνήσει τις κατηγορίες κατά του Χατζηπάνου και τελικά, με απόφασή της στις 21 Ιουλίου 1950, τον παρέπεμψε στο Ειδικό Δικαστήριο (Υπουργοδικείο), με την κατηγορία της απιστίας κατά του Δημοσίου και με το σκεπτικό ότι από την απευθείας ανάθεση ζημιώθηκε το Δημόσιο, του οποίου το συμφέρον είχε ταχθεί να προασπίζει ο υπουργός, επειδή πλήρωνε υψηλότερο τίμημα για τη μεταφορά του πετρελαίου.

Στις 11 Ιανουαρίου 1951, άρχισε η δίκη του Χατζηπάνου και άλλων τεσσάρων συγκατηγορουμένων του. Η δίκη κράτησε 35 ημέρες και συγκλόνισε την χώρα. Μάλιστα, τις πρώτες ημέρες δημιουργήθηκε πολιτικό θέμα από μια φράση του προέδρου του δικαστηρίου, το οποίο προκάλεσε κυβερνητική παρέμβαση.

Συγκεκριμένα, κατά την συνήθεια της εποχής, ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης άφησε υπαινιγμούς ότι ορισμένοι από τους μειοδότες του διαγωνισμού ήσαν κομμουνιστές, οπότε καλά έκανε ο Χατζηπάνος και δεν τους έδωσε την δουλειά. Μάλιστα, ζήτησε να προσκομισθούν από την Ασφάλεια τα πιστοποιητικά των κοινωνικών τους φρονημάτων. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου απάντησε ότι δεν πρόκειται να ζητήσει τίποτε από την Ασφάλεια επειδή δεν της είχε καμμιά εμπιστοσύνη! Δεν δίστασε δε να αναφέρει παραδείγματα γνωστών του "υπεράγαν εθνικιστών", οι οποίοι εφέροντο από την Ασφάλεια ως κομμουνιστές. Και δήλωσε χαρακτηριστικά: "Από την Ασφάλειαν, οι κομμουνισταί βγαίνουν εθνικισταί και οι εθνικισταί κομμουνισταί. Δεν ξεύρω πότε θα βγω και εγώ κομμουνιστής, διότι ο χαρακτηρισμός της Ασφαλείας στηρίζεται εις την γνώμην του οποιουδήποτε αστυφύλακος ή χωροφύλακος".

Επακολούθησε πολιτικός σεισμός Οι υπουργοί δικαιοσύνης Λαγάκος και δημοσίας τάξεως Θεολογίτης ζητούν τα ακριβή πρακτικά του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος σπεύδει να διευκρινίσει ότι η έννοια αυτών που είπε ήταν πως "ενίοτε τα πιστοποιητικά των κατωτέρων οργάνων της Ασφαλείας είναι ατελή και δεν δυνάμεθα να έχωμεν πάντοτε εμπιστοσύνην, δι' αυτό δε δεν ευθύνεται ο διευθυντής της Ασφαλείας".

Τελικά, η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 15 Φεβρουαρίου. Ο Χατζηπάνος κηρύχθηκε ένοχος απιστίας αλλά του αναγνωρίστηκε ότι δεν προσπορίστηκε προσωπικό όφελος, οπότε καταδικάστηκε σε μόλις δυο μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Αντίστοιχα ελαφρές ήσαν και οι ποινές των συγκατηγορουμένων του, αφού η Κυριαζοπούλου καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση και ο Σκόπας σε μηνιαία, αμφότεροι δε με τριετή αναστολή.

Ας κλείσουμε αυτό το σημείωμα με λίγο...ιστορικό κουτσομπολιό. Το 1945, στην "δίκη των δοσιλόγων", ανάμεσα στους κατηγορουμένους βρέθηκε και ο Νικόλαος Χριστοφοράκος, γνωστός ως ο "Έλληνας Μένγκελε" και πατέρας του γνωστού μας (από την υπόθεση Siemens) Μιχάλη Χριστοφοράκου. Η κατηγορία που αντιμετώπιζε ήταν ότι συνεργαζόταν με τις γερμανικές αρχές κατοχής και κατέδιδε όσους διοχέτευαν φαρμακευτικό υλικό σε αριστερούς ή αντάρτες. Αν και αναγνωρίστηκε από πολλούς μάρτυρες, αθωώθηκε. Η αθώωσή του βασίστηκε στην μαρτυρία του πολιτικού Παναγιώτη Χατζηπάνου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: