To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

21 Απριλίου 2011

Πώς φτάσαμε στο "δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" (8)

Ο Τρικούπης ορκίστηκε πρωθυπουργός, για έβδομη και τελευταία φορά, στις 30 Οκτωβρίου 1893. Βέβαιος για τις εξελίξεις, αποφάσισε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Και, πρώτα-πρώτα, ακύρωσε το φαιδρό "δάνειον της κεφαλαιοποιήσεως" του Σωτηρόπουλου, το οποίο είχε κλονίσει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της χώρας.

Επόμενο βήμα του Τρικούπη, ήταν να φροντίσει για την σύναψη ενός νέου δανείου, με ευνοϊκούς όρους. Δυστυχώς, και αυτή η τελευταία προσπάθεια ήταν γραφτό να αποτύχει, αφού ο βασιλιάς Γεώργιος Α' βρήκε την ευκαιρία να υποσκάψει τον Τρικούπη, τον οποίο απεχθανόταν. Έτσι, ο Γεώργιος δεν δέχτηκε την -σύμφωνη με το σύνταγμα- πρόταση του Τρικούπη να κυρωθούν η σύμβαση του δανείου και η σύσταση "Ταμείου Δανείου" με βασιλικό διάταγμα και αντιπρότεινε να δώσει η βουλή ειδική εξουσιοδότηση. Πιεζόμενος από τον Τρικούπη, ζήτησε προθεσμία 48 ωρών για να...σκεφτεί. Μέσα σ' αυτό το 48ωρο, με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα που εστάλη στο Λονδίνο από τα Ανάκτορα, δόθηκε η εντολή να πουληθούν στο χρηματιστήριο πολλών εκατομμυρίων ομολογίες ελληνικών δανείων, των οποίων οι τιμές τους ανέβαιναν καθημερινά εν όψει του νέου δανείου.

Η ανακτορική τρικλοποδιά εξόργισε τον Τρικούπη, ο οποίος σκέφτηκε αμέσως να παραιτηθεί αλλά κατάπιε την οργή του προς το συμφέρον της πατρίδας. Έτσι, ξέχασε τα περί νέου δανείου και κατέθεσε στην βουλή νομοσχέδιο, με το οποίο επιτρεπόταν στην κυβέρνηση να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους ομολογιούχους για την μεταρρύθμιση της υπηρεσίας όλων των δανείων από το 1881 έως το 1890. Τελικά, ο νόμος ψηφίστηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1893 και με αυτόν, ουσιαστικά, η κυβέρνηση κήρυξε την Ελλάδα σε πτώχευση. Λέγεται ότι τότε ο Τρικούπης αναφώνησε την περίφημη φράση "δυστυχώς επτωχεύσαμεν", αν και, επισήμως, η φράση αυτή δεν είναι καταγεγραμμένη πουθενά και αμφισβητείται έντονα ότι την ξεστόμισε ο τότε πρωθυπουργός.

Με τον συγκεκριμένο νόμο, καθορίστηκε ότι μέχρι τον οριστικό διακανονισμό (α) ο τόκος των εν λόγω δανείων περιοριζόταν στο 30%, (β) αναστελλόταν η πληρωμή των χρεωλυσίων και (γ) εισάγονταν πλέον στο Δημόσιο Ταμείο οι εισπράξεις των υπεγγείων προσόδων. Τα εσωτερικά δάνεια σε δραχμές αφήνονταν άθικτα.

Η επίσημη πτώχευση της Ελλάδας δεν ήταν παρά το "χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου", αφού υπέβοσκε ανεπίσημα επί πολλά χρόνια. Παρά ταύτα, οι προτάσεις του Τρικούπη προς τους ξένους δανειστές, κάθε άλλο παρά έγιναν αποδεκτές με συμπάθεια. Ήταν η ώρα για μια νέα επέμβαση των Μεγάλων -και, πάλαι ποτέ, "προστατίδων"- Δυνάμεων να παρέμβουν. Η περιπέτεια της επιβολής στη χώρας μας των απόψεων των δανειστών μας μέσω της δυναμικής παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων διήρκεσε τέσσερα χρόνια, μέσα στα οποία η χώρα, με εναλλασσόμενες πέντε κυβερνήσεις, έδωσε απέλπιδα αγώνα για να αμβλύνει τουλάχιστον τα θίγοντα την εθνική μας αξιοπρέπεια μέτρα.

Τελικά, για να επιβάλλουν τις απόψεις τους, οι "προστάτες" μας έσπρωξαν τον τόπο στην καταστροφή, με τον "ατυχή" πόλεμο του 1897, ο οποίος σφράγισε την τρίτη πτώχευση της χώρας. Η ήττα σ' αυτόν τον πόλεμο μας επιβάρυνε και με 4 εκατομμύρια λίρες, ως πολεμικές αποζημιώσεις.

-------------------------------

Και τώρα που φτάσαμε στο τέλος, ας συνοψίσουμε. Κατά την περίοδο 1821-1893, η Ελλάδα πήρε εξωτερικά δάνεια συνολικού ύψους 770 εκατομμυρίου φράγκων. Το 70% αυτών διατέθηκε για να καλύψει έξοδα έκδοσής τους, καθυστερημένα δάνεια και ελλείμματα, το 24% για στρατιωτικές δαπάνες και εθνικούς σκοπούς και μόνο το 6% για να καλύψει παραγωγικούς σκοπούς. Για τα μεγάλα έργα που είχε αρχίσει να κατασκευάζει ο Τρικούπης ήταν αρκετές οι προκαταβολές και τα δάνεια του εσωτερικού.

Όλα αυτά τα δάνεια, με τους όρους έκδοσής τους και την απρογραμμάτιστη διάθεσή τους, δημιούργησαν μία γενική δημοσιονομική αναστάτωση, την οποία η αναχρονιστική μας λογιστική δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει. Η αντιπολίτευση, αντλώντας επιχειρήματα από αυτή την αταξία, τα χρησιμοποιούσε εναντίον της συμπολίτευσης μέχρις ότου, ανερχόμενη αυτή στην εξουσία, ακολουθούσε κι αυτή την ίδια πολιτική και δεχόταν την ίδια αντιπολιτευτική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούσε και η ίδια ως αντιπολίτευση. Κάτι που γίνεται, άλλωστε, ως σήμερα!

Ο λαός, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας που διαμορφώνονταν υπό τις ανωτέρω δυσμενείς κεφαλαιοδοτικές συνθήκες, αλλά και τις κατά καιρούς κρίσεις της ζωτικής για τη χώρα μας γεωργικής παραγωγής, έφτανε πολλές φορές σε βίαιες εκδηλώσεις αλλά δεν έχανε την αισιοδοξία του. Παράδειγμα, η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα, μέσα στην ταραχώδη τετραετία της πτώχευσης, με δαπάνες που καλύφθηκαν από εράνους και χορηγίες δωρητών (κυρίως του Αβέρωφ).

Όλα αυτά δημιουργούσαν κατάσταση πρόσφορη στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για να επιτύχουν τους στόχους τους στον γεωπολιτικό χώρο της Ελλάδας. Με πολιτικές ίντριγκες, ακόμα και πολεμικές κινήσεις, πετύχαιναν πάντοτε τους σκοπούς τους. Αυτές τις δυνατότητες χρησιμοποίησαν και το 1893 και πέτυχαν, κατόπιν τετραετούς ταλαιπωρίας του ελληνικού λαού, τους στόχους τους: την ανάκτηση από τους ομολογιούχους δανειστές μας των κεφαλαίων τους και την προσαρμογή της χώρας μας στους κεφαλαιοδοτικούς κανόνες της τότε Ευρώπης.


Σημείωση: Προσέξτε την τελευταία παράγραφο και αναλογιστείτε το σημερινό "μνημόνιο". Είναι σίγουρο ότι θα συμφωνήσετε με εκείνο που είπαμε στον πρόλογο αυτής της σειράς σημειωμάτων: η ιστορία επαναλαμβάνεται!

Δεν υπάρχουν σχόλια: