To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

16 Απριλίου 2011

Πώς φτάσαμε στο "δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" (4)

Είδαμε ως τώρα την πορεία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ως την δεύτερη πτώχευση του 1843. Εννοείται ότι, από εκείνη την στιγμή, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές έκλεισαν για την Ελλάδα. Η χώρα, βέβαια, εκτός από τον στραγγαλισμό των αγορών, αντιμετώπιζε και έκτακτες δαπάνες. Φυσικά, για να αντιμετωπίσει αυτές τις δαπάνες, ήταν αναγκασμένη να περιορίζεται στην ισχνή εσωτερική κεφαλαιαγορά της. Και, βεβαίως, κάθε φορά που υπήρχε αδήριτη ανάγκη για άμεση εξεύρεση κεφαλαίων, υποχρεωνόταν να καταφεύγει σε κάθε είδους δημοσιονομικά τερτίπια, τα οποία συνεπάγονταν βαρείς όρους, παρά τις διδόμενες μεγάλες εγγυήσεις. 

Δυο χρόνια νωρίτερα, το 1841, είχε ιδρυθεί η Εθνική Τράπεζα, η οποία είχε πολύ στενή σχέση με το κράτος. Λογικά, λοιπόν, η σχέση αυτή έμπλεξε την Εθνική στα δανειοδοτικά τερτίπια που προαναφέραμε. Με απλά λόγια, η Τράπεζα ήταν de facto υποχρεωμένη να γίνεται αρωγός του διαρκώς ευρισκομένου σε δύσκολη οικονομική κατάσταση κράτους. Η αρχή της εμπλοκής τής Εθνικής στα οικονομικά προβλήματα της χώρας έγινε με τα "Παρκερικά", για τα οποία αξίζει να πούμε δυο λόγια.

Το 1849, η κυβέρνηση απαγόρευσε, για πρώτη φορά, το πασχαλινό έθιμο του "κάψιμου του Ιούδα", το οποίο ήταν τότε γνωστό ως "κάψιμο του εβραίου". Με αφορμή την απαγόρευση αυτή, όχλος επιτέθηκε στον εβραίο Δον Πατσίφικο, εισέβαλε στο σπίτι του και προξένησε καταστροφές. Ο βρεττανικής καταγωγής Δον Πατσίφικο, πρώην πρόξενος της Πορτογαλίας, ήταν γνωστός ως εξέχων τοκογλύφος. Ο παθών ζήτησε ένα υπέρογκο ποσό ως αποζημίωση από το ελληνικό κράτος αλλά δεν ικανοποιήθηκε, οπότε στράφηκε για συμπαράσταση στην βρεττανική κυβέρνηση.

Οι βρεττανοί αντέδρασαν σαν να είχαν να κάνουν με σκλάβους ιθαγενείς: απέκλεισαν με το ναυτικό τους την χώρα και κατέσχεσαν όποιο ελληνικό πλοίο κυκλοφορούσε στο Αιγαίο. Η βάρβαρη και υπέρμετρη βρεττανική αντίδραση είναι πρωτοφανής στην ιστορία των διεθνών σχέσεων ως αναίτια επίδειξη ισχύος και αμφισβήτηση της κυριαρχίας ανεξάρτητου κράτους, έχει δε παραμείνει κλασσικό παράδειγμα στρατηγικής καταναγκασμού μέσω της "διπλωματίας της κανονιοφόρου". Η κρίση έληξε ύστερα από παρέμβαση των άλλων δύο "προστάτιδων δυνάμεων" του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Γαλλίας και της Ρωσσίας και αφού η Ελλάδα δέχτηκε ισχυρό οικονομικό πλήγμα. Ο βρεττανικός ναυτικός αποκλεισμός έμεινε στην ιστορία ως "Παρκερικά", από το όνομα του βρεττανού ναυάρχου. Η γαλλική διπλωματία υιοθέτησε στον όρο "υπόθεση Πατσίφικο" (κατά το "υπόθεση Ντρέυφους").

Τελικά, το 1850, η "υπόθεση Πατσίφικο" παρεπέμφθη σε διεθνή διαιτησία και η Εθνική Τράπεζα κλήθηκε να πληρώσει, για λογαριασμό του κράτους, την υπέρογκη αποζημίωση των 330.000 δραχμών η οποία επιδικάστηκε υπέρ του βρεττανοεβραίου. Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτεια της δανειοληπτικής συναλλαγής κράτους-Εθνικής, η οποία συνεχώς διευρυνόταν.

Μ' αυτα και μ' αυτά, φτάσαμε ως το 1862. Το κράτος, βασισμένο στον εσωτερικό δανεισμό, κατάφερε -έστω και με σχετικά ελλείμματα- να επιτύχει μια ισορροπία στον προϋπολογισμό. Φυσικά, για επιτευχθεί αυτή η ισορροπία, η συντριπτική πλειοψηφία του λαού λιμοκτονούσε και το καζάνι της λαϊκής οργής όλο και φούσκωνε, ώσπου εξερράγη το 1862. Η ώρα της έξωσης του Όθωνα είχε φτάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: