To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

12 Νοεμβρίου 2010

Μεταπολίτευση & Οικονομία: (ι) 1997-1999

Νοέμβριος 1997. Ο Παπαντωνίου πάει με πλήρη μυστικότητα στις Βρυξέλλες για να διαπραγματευτεί την ένταξη της δραχμής στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών και γυρίζει με άδεια χέρια. Ο Σημίτης αναθέτει την δουλειά στον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Λουκά Παπαδήμο. Ο Παπαδήμος εκμεταλλεύεται τις γνωριμίες του και κλείνει την συμφωνία, δεσμευόμενος ότι θα πείσει την κυβέρνηση να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές.

Είπαμε ότι όλα έγιναν με απόλυτη μυστικότητα αλλά κάποιοι έμαθαν την συμφωνία (πώς και από πού, άραγε;) κι έτριψαν τα χέρια τους. Οι κερδοσκόποι χώθηκαν μέχρι τα μπούνια στο παιχνίδι, ποντάροντας στην υποτίμηση της δραχμής. Ο Σημίτης επεδίωκε να κλείσει την ισοτιμία γύρω στις 300-320 δραχμές ανά ευρώ αλλά τα στοιχήματα έφταναν ακόμα και τις 360 δραχμές. Οι μόνοι τομείς που περίμεναν οργανωμένα και με σχέδιο τις εξελίξεις ήσαν οι τράπεζες και το εμπόριο.

Το μεγάλο μπαμ έγινε στις 15 Μαρτίου 1998, στην σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών, όπου ανακοινώθηκε η ένταξη της δραχμής στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών με τελική ισοτιμία 340,75 δραχμές ανά ευρώ. Ουσιαστικά, η δραχμή υποτιμήθηκε 15% κι αυτή ήταν και η τελευταία υποτίμησή της.

Ακολούθησε κλίμα ευφορίας, που έφτανε τα όρια του παροξυσμού. Η παραπεταμένη κι ανυπόληπτη δραχμούλα απολάμβανε -επί τέλους- νομισματική σταθερότητα κι αντιμετωπιζόταν πια ως ευρωπαϊκό νόμισμα. Από δίπλα, είχαμε και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που υπόσχονταν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για πολλά χρόνια. Βιομήχανοι, εργολάβοι, επενδυτές, εφοπλιστές και μεγαλέμποροι είχαν κάθε λόγο να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Για όλους προοιωνιζόταν μέλλον λαμπρό. Οι πιο τολμηροί επιχειρηματίες άρχισαν να επιζητούν εξαγορές μέσω Χρηματιστηρίου αλλά ποιος ήθελε να πουλήσει τέτοιες μέρες;

Κάπως έτσι, λοιπόν, το Χρηματιστήριο άρχισε να γίνεται γνωστό σε όλο και περισσότερους, ενώ ως τότε ασχολούνταν μαζί του μόνον οι "ολίγοι και εκλεκτοί" και κάποιοι που χαρακτηρίζονταν ως "γραφικοί". Η μανία του Χρηματιστηρίου κατέλαβε την συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων, οι οποίοι ξεχύθηκαν κι άρχισαν να σαρώνουν όποια μετοχή βρισκόταν στο διάβα τους. Μόλις 40 μέρες μετά την ένταξη της δραχμής, ο δείκτης της Σοφοκλέους είχε κερδίσει πάνω από 1000 μονάδες. Όλες οι μετοχές, ανεξαιρέτως, τραβούσαν την ανηφόρα και η μέση αύξησή τους στο πρώτο τετράμηνο της χρονιάς έφτασε το 65%. Άρχισαν ειδικές εκπομπές στην τηλεόραση, ξεκίνησαν απ' ευθείας μεταδόσεις των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου (πρώτος ο Κουρής με ένα από τα πειρατικά του κανάλια), βγήκαν ειδικά έντυπα (περιοδικά κι εφημερίδες) και οι ΑΕΛΔΕ (Ανώνυμες Εταιρείες Λήψης & Διακίνησης Εντολών) ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια. Μέσα σ' αυτόν τον γενικό παραλογισμό, όποιος τολμούσε να αρθρώσει αντίθετο λόγο εθεωρείτο από ύποπτος έως τρελλός.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1998 η χρηματιστηριακή αγορά είχε γιγαντωθεί. Υπολογίστηκε ότι περισσότεροι από 500.000 έλληνες είχαν ανοίξει "μερίδες" και πραγματοποιούσαν σχεδόν καθημερινές συναλλαγές, ακόμα και από την ξαπλώστρα τους στην παραλία. Μικροαστοί, μισθωτοί, συνταξιούχοι, αγρότες και νοικοκυρές δεν δίσταζαν να τζογάρουν όλες τους τις οικονομίες σε ένα παιχνίδι που δεν ήξεραν. Τι κι αν κάποιοι ανησυχούσαν; Τι κι αν ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο ίδιος ο Σημίτης;

Το παιχνίδι είχε ξεφύγει από τα χέρια του πρωθυπουργού. Από το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου έβγαιναν φήμες και "πληροφορίες", που εν ριπή ανέμου εξαπλώνονταν. Βέβαια, πηγή αυτών των "πληροφοριών" ήσαν ο καφετζής του Μαξίμου, κάποιος γραμματέας ή ο μπάτσος που φύλαγε την εξώπορτα, αλλά ποιος έδινε σημασία; Ο Παπαντωνίου βολευόταν, αφού αυτή η γενική ευφορία κάλυπτε την ανεπάρκειά του. Οι τραπεζίτες βολεύονταν, αφού μπορούσαν να ξεφορτωθούν την σαβούρα των χαρτοφυλακίων τους μέσα στον γενικό χαλασμό, χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας. Οι πονηροί βολεύονταν, αφού με μια φήμη του κώλου μπορούσαν να βγάλουν εκατομμύρια εις βάρος του άμαθου κι εύπιστου λαού. Αυτός ο λαός ήταν ο μόνος που -με μαθηματική βεβαιότητα- θα πλήρωνε το μάρμαρο, αλλά ποιος τον λογάριαζε;

Μέσα σ' αυτόν τον πυρετό, το δημοσιονομικό πρόβλημα παρέμενε ανέγγιχτο. Η κυβέρνηση δεν είχε διάθεση για λήψη μέτρων, ώστε να μη δυσαρεστήσει τον κόσμο εν όψει εκλογών. Ήθελε, όμως, να εξασφαλίσει την ένταξη στην ΟΝΕ, η οποία θα κρινόταν από τα δημοσιονομικά στοιχεία του 1999. Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει -τί άλλο;- το Χρηματιστήριο. Προχώρησε σε 2 μετοχοποιήσεις των Καταστημάτων Αφορολογήτων Ειδών και σε 2 μετοχοποιήσεις του ΟΤΕ, διέθεσε 2 πακέτα μετοχών του Χρηματιστηρίου και πούλησε το πρώτο πακέτο μετοχών της Εθνικής Τράπεζας. Τα ποσά που συγκεντρώθηκαν ήσαν πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα και το Χρηματιστήριο φάνταζε η λύση στο πρόβλημα των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία ενίσχυε σε πολλούς την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση θα στήριζε το Χρηματιστήριο με νύχια και με δόντια. Άλλος ένας μύθος...

Στα τέλη του 1998 οι τοποθετημένοι στην Σοφοκλέους ιδιώτες άγγιζαν τον απίθανο αριθμό του ενός εκατομμυρίου. Μέσα σε 2 χρόνια είχαν μπει στο χρηματιστήριο σχεδόν 100 εταιρείες, με συνολική κεφαλαιοποίηση 23 δισεκατομμύρια δραχμές (έναντι μόλις 2,5 δισ. το 1990). Η κοινωνία είχε παραδοθεί στο όνειρο του γρήγορου κι εύκολου κέρδους, οι επιχειρήσεις επένδυαν στην χρηματιστηριακή τους μεγέθυνση και η κυβέρνηση προσευχόταν να αντέξει το σαθρό οικοδόμημα μέχρι τις εκλογές.

Κάπως έτσι φτάνουμε στον Αύγουστο του 1999. Η κυβέρνηση έχει μαζέψει ένα σκασμό λεφτά από τις μετοχοποιήσεις των εταιρειών του δημοσίου (3η & 4η του ΟΤΕ, 2η της Εθνικής, 3η των ΚΑΕ, ΔΕΠ, ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΤΒΑ κλπ), οι επενδυτές έχουν ξεπεράσει το ενάμιση εκατομμύριο και ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου φτάνει τις 6.400 μονάδες. Ο βομβαρδισμός της Σερβίας από τις νατοϊκές δυνάμεις και η ιστορία με τον Οτσαλάν δεν δημιούργησαν την παραμικρή εκτόνωση στον παροξυσμό του κέρδους. Ούτε καν η νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις ευρωεκλογές του καλοκαιριού. Κάπου εκεί, όμως, στα τέλη Αυγούστου, το όμορφο παραμύθι θα έφτανε στο τέλος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: