To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

11 Νοεμβρίου 2010

Μεταπολίτευση & Οικονομία: (θ) 1996-1997

Στα μέσα Ιανουαρίου του 1996, ο Λιβάνης πείθει τον Ανδρέα και ο άρρωστος πρωθυπουργός υπογράφει την παραίτησή του. Στις 18 του ίδιου μήνα, η κεντρική επιτροπή του ΠΑΣΟΚ εκλέγει τον Κώστα Σημίτη στην θέση του πρωθυπουργού. Ο Σημίτης έχει έτοιμο το πλάνο ενός επιθετικού εκσυγχρονισμού αλλά δεν βιάζεται. Ο Τσουκάτος είναι σαφής: καλή η πρωθυπουργία αλλά πρώτα πρέπει να εξασφαλιστεί η προεδρία του κόμματος, αφού είναι σαφές ότι ο Ανδρέας δεν θα αντέξει για πολύ και η θέση σύντομα θα χηρέψει.

Περιμένοντας, λοιπόν, το συνέδριο του Ιουνίου, ο Σημίτης ακολουθεί τακτική αναμονής ενώ το επιτελείο του εργάζεται νυχθημερόν, σε προσκήνιο και παρασκήνιο. Η γκίνια του Σημίτη είναι ότι κατά την πρώτη εβδομάδα της πρωθυπουργίας του ξέσπασε η κρίση των Ιμίων, η οποία πλήγωσε βαθειά το προφίλ του. Από την άλλη, όμως, είχε την "τύχη" να πεθάνει ο Ανδρέας λίγο πριν το συνέδριο. Ήταν φανερό ότι σ' εκείνο το συνέδριο θα κοντράρονταν ο σημιτικός εκσυγχρονισμός με την παπανδρεϊκή κληρονομιά. Δυστυχώς για τους παπανδρεϊκούς, εκπροσωπούνταν από τον Τσοχατζόπουλο, ο οποίος δεν μπορούσε να τρομάξει τον Σημίτη. Με την βοήθεια του Γιώργου Παπανδρέου, ο Σημίτης εξελέγη πρόεδρος του κόμματος και έκανε το "δύο στα δύο".

Όμως, ο νέος πρόεδρος ήθελε και το "τρία στα τρία". Με τα ΜΜΕ στο πλευρό του και με τον άνεμο ούριο, προκήρυξε εκλογές για τις 22 Σεπτεμβρίου. Ο δυστυχής Έβερτ δεν είχε καμμία τύχη, αν και έδωσε σκληρό αγώνα ως το τέλος. Νίκη στον αγώνα για την πρωθυπουργία, νίκη στην κούρσα της διαδοχής στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ, νίκη στις εκλογές: ο Σημίτης είναι πλέον παντοδύναμος.

Παρ' όλα αυτά, παραμένει κουμπωμένος. Καταλαβαίνει ότι  δεν ελέγχει την βάση του κόμματος, όσο κι αν έχει προωθήσει δικούς του ανθρώπους στους μηχανισμούς. Άτολμα, παραδίδει το υπουργείο εθνικής αμύνης στον Τσοχατζόπουλο και το παιδείας στον Αρσένη, αφήνει το περιβάλλοντος στον Λαλιώτη και αποδέχεται τον Παπαντωνίου ως απόλυτο αφέντη της οικονομίας. Η μόνη εκσυγχρονιστική του κίνηση ήταν η ανάθεση της μελέτης των διαρθρωτικών προβλημάτων της χώρας στον καθηγητή Γιάννη Σπράο.

Ο Σπράος, βέβαια, δεν είχε καμμιά σχέση με σοσιαλισμό. Έβαλε χέρι στην δημόσια διοίκηση, στην οικονομία και στο ασφαλιστικό με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε ένας δεξιός γερμανός στην Γερμανία ή ένας συντηρητικός άγγλος στην Μεγάλη Βρεττανία. Έτσι, αφού απέκτησε γρήγορα τον χαρακτηρισμό "πολιορκητικός κριός του Σημίτη" και αντιμετωπίστηκε από παντού ως εισβολέας, θα απομακρυνθεί από έναν έντρομο Σημίτη στα τέλη του 1997. Μαζί με τον Σπράο, έσβησε, πριν καλά-καλά ανάψει, κάθε διάθεση για επιθετικό εκσυγχρονισμό και υιοθετήθηκε η τακτική της "ήπιας προσαρμογής", την οποία έκανε παντιέρα η Νέα Δημοκρατία μετά από χρόνια.

Τελικά, τίποτε αξιόλογο δεν επετεύχθη στην διετία 1996-1997. Η μόνη "επιτυχία" του Γιάννου ήταν η πρώτη μετοχοποίηση του ΟΤΕ στις αρχές του 1996. Η μετοχοποίηση της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου έμεινε στις εξαγγελίες και η απόπειρα εξυγίανσης της Ολυμπιακής Αεροπορίας...έμεινε απόπειρα. Την νωχέλεια της εποχής βοήθησε και η εκλογή του Κώστα Καραμανλή (Μάρτιος 1997) στην προεδρία μιας μουδιασμένης αντιπολίτευσης. Ο νέος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας έμοιαζε με άβγαλτο μαθητούδι απέναντι στον καθηγητή Σημίτη. Έτσι, απλώς παρακολουθούσε την κυβέρνηση και, δίχως να ξέρει ποιον δρόμο να διαλέξει, επέλεξε την τακτική του "ώριμου σύκου".

Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά προβλήματα έφταναν και στην Ελλάδα. Η ανεργία δεν έπεφτε από το 10%, η παραγωγή μειωνόταν, η φτώχεια διογκωνόταν (κατεγράφη στο 20%), αλυσίδες και πολυκαταστήματα έπνιγαν τους μικρομεσαίους, οι τόκοι των καταθέσεων βυθίζονταν και η λαϊκή δυσαρέσκεια φούσκωνε. Κοντά σε όλα αυτά, ήρθε και η κρίση της Ταϋλάνδης τον Μάιο του 1997 να πληγώσει τις "τίγρεις" της Νοτιοανατολικής Ασίας και να σηκώσει τσουνάμι που απειλούσε ευθέως την αδύναμη δραχμή.

Σημίτης και Παπαντωνίου τα χρειάστηκαν. Την άνοιξη του 1998 θα ορίζονταν οι χώρες που θα έμπαιναν στο ευρώ και η κυβέρνηση ήθελε να βάλει και την Ελλάδα σ' αυτές. Το οικονομικό επιτελείο δούλευε ακατάπαυστα, μαζί με τον Γκαργκάνα. Και πάνω εκεί, ήρθε και η ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Ο Σημίτης αιφνιδιάστηκε, ανησύχησε και στενοχωρήθηκε. Δεν ήθελε άλλον ένα πονοκέφαλο εκείνη την ώρα. Και, μάλιστα, έναν πονοκέφαλο που φοβόταν ότι θα εξελισσόταν σε πηγή σκανδάλων (όπως κι έγινε). Προσπαθώντας να κρατήσει αποστάσεις, ανέθεσε όλη την διαδικασία των Ολυμπιακών Αγώνων σε εξωκυβερνητικό σχήμα με επί κεφαλής την Γιάννα Δασκαλάκη.

Κάπως έτσι πέρασαν σχεδόν δυο χρόνια απραξίας με τον Σημίτη πρωθυπουργό. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο φθινόπωρο του 1997 για να ζωηρέψει η κατάσταση. Παραζωήρεψε, μάλιστα. Τόσο πολύ, ώστε άρχισαν να εμφανίζονται παράξενοι χρηματοοικονομικοί όροι στο καθημερινό λεξιλόγιο σχεδόν κάθε έλληνα, ακόμα και της τελευταίας νοικοκυράς: limit up, limit down, δημόσια εγγραφή, λόγος Ρ/Ε κλπ

Δεν υπάρχουν σχόλια: