Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]

9 Οκτωβρίου 2010

Η αποχή δεν είναι μαγκιά

Είναι γνωστό στους περισσότερους ότι οι αρχαίοι αθηναίοι αποκαλούσαν "ιδιώτες" όσους δεν ασχολούνταν με τα "κοινά" (δηλαδή, με τα ζητήματα που αφορούσαν όλους τους δημότες). Η λέξη "ιδιώτης" αποτελούσε μεγίστη ύβρη. Οι αγγλοσάξονες την μεταχειρίζονται ακόμη και σήμερα για να χαρακτηρίσουν κάποιον ως πολύ βλάκα, πανηλίθιο (στα αγγλικά, το "idiot" αποτελεί περίπου τον υπερθετικό του "stupid").

Εκείνο που βολεύει την πάσης φύσεως εξουσία είναι να περιστοιχίζεται από "ιδιώτες". Προσέξτε με πόσο ύπουλο τρόπο προσπαθούν οι πολιτικοί να αποπολιτικοποιήσουν τους πολίτες και, κυρίως, την νεολαία. Ώρες-ώρες, μοιάζουν σαν να μας λένε: "μην ασχολείστε μαζί μας, είμαστε άχρηστοι και μας αξίζει να μας φτύνετε και να μη μας δίνετε σημασία". Αυτό τους βολεύει: το "μην ασχολείστε μαζί μας".

Προσέξτε, ακόμη, με πόσο ύπουλο τρόπο υποστηρίζουν αυτή την επιλογή των πολιτικών όλα τα ξεπουλημένα μουμουέ. Αναμασούν συνέχεια την τσίκλα "ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στους πολιτικούς" και, ουσιαστικά, προπαγανδίζουν την αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες. Με μορφή διαπίστωσης ("ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στους πολιτικούς"), διατυπώνεται το ξεκάθαρο παράγγελμα "γυρίστε την πλάτη στους πολιτικούς". Μόνο που δεν έχουν τα κότσια να διατυπώσουν ολόκληρη την πρόταση: "γυρίστε την πλάτη στους πολιτικούς κι αφήστε τους να κάνουν ό,τι θέλουν ερήμην σας".

Το παιχνίδι παίζεται με πολύ πούστικους όρους. Ενώ τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης ωθούν τους πολίτες στην αποχή, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ προωθούν στις τοπικές εκλογές πρωτοκλασσάτα στελέχη τους. Η ιδέα είναι "αφού η αποχή θα χτυπήσει κόκκινο, πάμε να μαζέψουμε τις πελατειακές ψήφους των προβεβλημένων στελεχών μας". Απλό και σίγουρο.

Μην αμφιβάλλετε ότι τα κουκιά των ισχυρών θα πέσουν κανονικά. Θυμηθείτε τι έγινε πριν εφτά χρόνια, όταν πάνω από ένα εκατομύριο άτομα πήγαν να ψηφίσουν τον Γιώργο Παπανδρέου για πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, παρ' ότι δεν υπήρχε άλλη υποψηφιότητα. Θυμηθείτε τι έγινε πέρυσι, όταν μια διαλυμένη ΝΔ έφερε στην κάλπη σχεδόν ένα εκατομμύριο μέλη της για να διαλέξουν τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Έχετε την εντύπωση ότι όλοι αυτοί θα επιλέξουν την αποχή από τις επερχόμενες τοπικές εκλογές; Κάθε άλλο! Εμάς, τους "αντιφρονούντες" θέλουν να κρατήσουν μακρυά από την εκλογική διαδικασία, ώστε στις κάλπες να βρεθούν μόνο τα δικά τους κουκιά.

Ας σκεφτούμε κάτι ακόμη. Πέρυσι το καλοκαίρι είχαμε ευρωεκλογές με 47% αποχή. Τα αποτελέσματα, όμως, μέτρησαν με βάση τις ψήφους που έπεσαν στην κάλπη κι έγραψαν ΠΑΣΟΚ 36,65% και ΝΔ 32,29%. Δεν έγραψαν ΠΑΣΟΚ 19% και ΝΔ 16,5%. Εξ άλλου, αν ρωτήσετε σήμερα κάποιον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, θα σας πει ότι το κόμμα του έχει την στήριξη του 44% του λαού κι όχι την στήριξη του 44% όσων πήγαν να ψηφίσουν. Γιατί αν κάνουμε αναγωγή των ψήφων όχι στους ψηφίσαντες αλλά στους εγγεγραμμένους, θα διαπιστώσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ στις περασμένες εκλογές πήρε 30%. Πώς γίνεται και θεωρείται πλειοψηφία ένα κόμμα που ψηφίστηκε από έναν στους τρεις έλληνες; Ας είναι καλά η αποχή.

Αν, λοιπόν, έχουμε οργιστεί (ή, έστω,απογοητευτεί) από τους κυβερνώντες, ένας τρόπος υπάρχει να τους δώσουμε γερό μάθημα: να τους μαυρίσουμε στην κάλπη, με την ψήφο μας. Η αποχή δεν είναι μαγκιά. Ας μη παίξουμε το παιχνίδι τους. Ας μη γίνουμε "ιδιώτες".

8 Οκτωβρίου 2010

Χειρότερες μέρες στην παιδεία

Θα έχετε παρατηρήσει ότι τούτο το ιστολόγιο έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα παιδείας. Ίσως, μάλιστα, να έχετε παρατηρήσει την αντιπάθεια που τρέφω προς την αρμόδια υπουργό, την οποία δεν κρύβω ότι θεωρώ επικίνδυνη για την παιδεία. Κάποτε, μάλιστα, την είχα αποκαλέσει "καραμπινάτα ξεπουλημένη" (στο κείμενο "Και διδακτορικό από τα...Goodie's;"). Πώς είναι δυνατόν να μην αντιπαθήσω μια υπουργό παιδείας που πριν λίγα χρόνια είχε δηλώσει απροκάλυπτα ότι πρέπει τα αγγλικά να χαρακτηριστούν δεύτερη επίσημη γλώσσα της χώρα μας; Επομένως, είναι πολύ φυσικό να περιμένω χειρότερες μέρες στην παιδεία. Άλλωστε, τα παρακάτω φαινόμενα υπογραμμίζουν την εκτίμησή μου:

(α) Η κυβέρνηση, με πρόσχημα το μνημόνιο, φέτος έκανε τις μισές μόνιμες προσλήψεις (2.800), σε σχέση με πέρσι. Στην συνέχεια, ανακοίνωσε "πανηγυρικά" ότι "εξασφάλισε" πιστώσεις για 15.500 αναπληρωτές και 10.800 ωρομίσθιους, ενώ προχώρησε σε μετακινήσεις από την Δευτεροβάθμια στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (αν δεν καταλάβατε, οι καθηγητές γίνονται δάσκαλοι του δημοτικού). Πάντως, ακόμα και ο πολυδιαφημισμένος "εξορθολογισμός" κατέρρευσε, αφού ο τελικός σχεδιασμός ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί.

(β) Ας πούμε ότι η κυβέρνηση καλύπτει μεγάλο μέρος των κενών με ελαστικές σχέσεις εργασίας. Μήπως πρέπει να της πούμε και μπράβο; Η εικόνα που έρχεται από τα σχολεία είναι πως η κάλυψη των κενών επιδιώκεται με συμπτύξεις τμημάτων και τάξεις όπου στοιβάζονται 27 και 30 μαθητές, γεγονός που θα έχει τραγικά αποτελέσματα στην παιδαγωγική διαδικασία. Κι όσο για την "διαβεβαίωση" της Αννούλας ότι δε θα υπάρχουν τάξεις 30 μαθητών αλλά τάξεις με "25 μαθητές συν 10%" (δηλαδή με έως και 28 μαθητές), τι να πω; Στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να υπάρχουν τάξεις με πάνω από 20 παιδιά. Τελεία και παύλα. Άλλωστε, ποιος γονιός θα έστελνε το παιδί του σε φροντιστήριο όπου θα υπήρχαν 25-30 παιδιά στην αίθουσα;

(γ) Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να προωθήσει τις αλλαγές, κατασκευάζοντας το "νέο σχολείο", μέρος του οποίου επιδιώκει να επιβάλει από φέτος. Η αυτοαξιολόγηση είναι η βάση για τα σχολεία-επιχειρήσεις, αφού θα πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη λειτουργία τους και να αξιολογούνται σύμφωνα με κριτήρια αγοράς. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος για "καλά" και "κακά" σχολεία, για σχολεία πολλών ταχυτήτων. Σε αυτό, ενισχυτικό ρόλο παίζει η εφαρμογή των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ), όπου -με πρόσχημα μια οικονομική ενίσχυση σε "δύσκολα" σχολεία- θα περάσει η διαφοροποίηση και σε επίπεδο προγράμματος. Οι ΖΕΠ όπου έχουν εφαρμοστεί (π.χ. Γαλλία) έχουν γίνει κανάλι ταχείας κατάρτισης.

(δ) Προώθηση του "νέου σχολείου" αποτελεί το πείραμα των 800 ολοήμερων Δημοτικών με αναμορφωμένο πρόγραμμα. Σ' αυτά θα έχουμε το πρώτο παράδειγμα διαφοροποίησης προγραμμάτων σπουδών, αφού μετά τις 2.00' το πρόγραμμα θα καθορίζεται "σύμφωνα με τις δυνατότητες" του κάθε σχολείου. Σκοπός τού υπουργείου είναι το "σύμφωνα με τις δυνατότητες" να γενικευτεί σε όλη την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και, τελικά, τα σχολεία να οδηγηθούν σε αναζήτηση πόρων ώστε να απαλλαγούν σε μεγάλο βαθμό απ' την κρατική χρηματοδότηση. Αλήθεια, με τι αντάλλαγμα θα δεχτούν χορηγοί-επιχειρηματίες να "ενισχύσουν" τα σχολεία;

(ε) Δείγμα για το νέο πρόγραμμα που προωθείται είναι τα αντιπαιδαγωγικά μέτρα των Αγγλικών και της Τεχνολογίας απ' την Α' Δημοτικού στα 800 σχολεία (σημ.: κάναμε σχετική αναφορά στο κείμενο "Εκπαιδευτικές τομές: πρόοδος ή αδιέξοδο;") αλλά και η μείωση της ύλης στα μαθήματα θετικών επιστημών στην Ε' και Στ' Δημοτικού, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ανατριχιαστικό: η κυβέρνηση ετοιμάζεται να γκρεμίσει ό,τι έχει μείνει απ' την "δωρεάν παιδεία" και τα ενιαία σχολικά προγράμματα. Η μόρφωση παραχωρεί την θέση της στις χρηστικές δεξιότητες για την δόμηση ευέλικτου εργατικού δυναμικού. Το σχολείο γίνεται -απροκάλυπτα, πλέον- μηχανή παραγωγής "παιδιών της αγοράς", τα οποία θα καταλαβαίνουν τον κόσμο μέσα από την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Να το πω πιο χύμα; Αντί τα σχολεία να βγάζουν μορφωμένους ανθρώπους, θα εκπαιδεύουν σκλάβους εργάτες.

Και κάτι τελευταίο. Προφανώς, το υπουργείο φοβόταν ότι θα γίνονταν αντιληπτές οι προθέσεις του και έσπευσε, πριν ξεκινήσει η σχολική χρονιά, να στείλει εντολή στους διευθυντές εκπαίδευσης για "προληπτική και έγκαιρη αντιμετώπιση του φαινομένου των καταλήψεων"(!)

7 Οκτωβρίου 2010

Η "κατανάλωσή" μας και το λάθος μας

Παραδέχομαι ότι δεν είμαι υπόδειγμα ήρεμου και πράου ανθρώπου. Αλλά δύσκολα μπορεί να με θυμώσει κάτι περισσότερο από το "μαζί τα φάγαμε" του Πάγκαλου. Συγγνώμη που επανέρχομαι αλλά αυτή η κουβέντα δεν χωνεύεται με τίποτε.

Βέβαια, ο Πάγκαλος δεν είναι ηλίθιος. Ξέρει καλά τι κάνει. Προσέξτε λίγο και θα αντιληφθείτε ότι επιδίωξη των κρατούντων είναι να μας κάνουν να αποδεχθούμε το μνημόνιο και τα μέτρα με έναν απλό τρόπο: γεμίζοντάς μας ενοχές.

Το συγκεκριμένο κόλπο είναι πολύ παλιό. Ο Μητσοτάκης έχει που μας το λέει είκοσι χρόνια τώρα. Ο βρυκόλακας της πολιτικής έχει λυσσάξει να επαναλαμβάνει ότι "καταναλώνουμε ως λαός πολύ περισσότερα από όσα παράγουμε". Τι διαφορετικό είπε, δηλαδή, ο Πάγκαλος; Το νόημα των δυο φράσεων είναι ταυτόσημο, η διατύπωσή τους είναι διαφορετική.

"Πίτσι-πίτσι το κοπέλι, κάνει την κοπελιά και θέλει", λέει ο λαός. Μη μου πείτε ότι δεν έχουμε πιάσει ποτέ τον εαυτό μας να συμφωνεί (έστω και στιγμιαία) με τον Πάγκαλο και με τον Μητσοτάκουλα όταν, ας πούμε, βλέπουμε τριγύρω μας αναρίθμητα τζιποειδή, γεμάτα ξενυχτάδικα και νεοπλουτίστικες βλαχοευρωπαϊκές συμπεριφορές. Ας δούμε, όμως, λίγο πιο ψύχραιμα το ζήτημα. Και, πρώτα-πρώτα, ας δούμε ποια είναι αυτά τα "περισσότερα" που καταναλώνουμε ως λαός. Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

Καταναλώνουμε καρκινογόνο νερό, εξ αιτίας των αποβλήτων των επιχειρήσεων που αδυνατεί να ελέγξει το κράτος. Καταναλώνουμε μεταλλαγμένα τρόφιμα, προς δόξαν της "Μονσάντο" και των λοιπών ομοίων της που πλουτίζουν σε βάρος μας με τις ευλογίες των αρχοντάδων μας. Καταναλώνουμε παραπαιδεία, λόγω της απροθυμίας του κράτους να παράσχει σωστή δωρεάν παιδεία. Καταναλώνουμε  υπηρεσίες ιδιωτών γιατρών και ιδιωτικών κλινικών, μιας και η πολιτεία ποτέ δεν ήταν συνεπής στην υποχρέωσή της για σωστές δωρεάν δημόσιες υπηρεσίες υγείας προς όλους. Καταναλώνουμε ασφάλιστρα υγείας και ζωής, μιας και το κράτος μπορεί άνετα να σε αφήσει να πεθάνεις αν αρρωστήσεις ή γεράσεις. Καταναλώνουμε φάρμακα, επειδή τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία χρησιμοποιούν τα αποθεματικά τους για να χρηματοδοτούν τους βιομηχάνους κι όχι για να ανακουφίζουν τους εργαζόμενους.

Επίσης, η "υπερκατανάλωσή" μας αυξάνεται με τα πρόστιμα για παράνομη και τα εισιτήρια για νόμιμη στάθμευση, αφού οι δημοτικοί μας άρχοντες φαίνεται πως θεωρούν άχρηστους τους δημόσιους χώρους στάθμευσης. Αυξάνεται με τα ακριβά δημόσια αγαθά (ρεύμα, καύσιμα κίνησης και θέρμανσης, συγκοινωνίες κλπ). Αυξάνεται με τους υψηλούς άδικους έμμεσους φόρους (Φ.Π.Α. 23% σημαίνει ότι σε κάθε τέσσερα βρακιά που αγοράζεις, το κράτος σου παίρνει, για φόρο, σχεδόν άλλο ένα). Αυξάνεται με τα αδικαιολόγητα ακριβά τρόφιμα, μιας και το κράτος δεν έχει διάθεση να πατάξει τους μαυραγορίτες (κακώς χρησιμοποιείται η λέξη "κερδοσκόπος" από τους δημοσιογράφους). Αυξάνεται, ακόμη, επειδή οι γονείς ταΐζουν τα παιδιά τους εφ' όρου ζωής, μιας και είναι πια ευκολώτερο για έναν νέο να βρει πετρέλαιο στην αυλή του παρά δουλειά.

Μεταξύ μας, όμως, τι άλλο θα έπρεπε να περιμένουμε από Μητσοτάκηδες, Πάγκαλους, Καραμανλήδες, Σαμαράδες, Παπαντρέηδες και λοιπούς πολιτικούς εκπροσώπους του κεφαλαίου; Να μας λύσουν το εργασιακό πρόβλημα αυτοί που δεν χρειάστηκε ποτέ να ψάξουν για μεροκάματο; Να μεριμνήσουν για τις συντάξεις μας αυτοί που καρπώνονται παχυλές συντάξεις με λίγα χρόνια βουλευτικής ξάπλας; Να λύσουν το κυκλοφοριακό αυτοί που δεν έχουν μπει ποτέ σε τραίνο ή λεωφορείο αλλά μετακινούνται μόνο με σωφεράτη λιμουζίνα και με δυο μοτοσυκλεττιστές τροχαίους μπροστά ν' ανοίγουν δρόμο; Να βάλουν σε τάξη τα δημόσια λαϊκά νοσοκομεία αυτοί που έτσι και συναχωθούν σπεύδουν στο "Χέρφηλντ" (ή, έστω, στο "Υγεία"); Να παρέχουν σωστή δωρεάν παιδεία στον λαό αυτοί που σπούδασαν με τα λεφτά των μπαμπάδων τους σε ιδιωτικά κολλέγια και πανεπιστήμια; Να βάλουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά αυτοί που έχουν ως κύρια μέριμνα την θωράκιση των οικονομικών συμφερόντων τα οποία τους στηρίζουν; Να μειώσουν την φορολογία των λαϊκών στρωμάτων αυτοί που χαρίζουν τους φόρους στους μεγαλοεπιχειρηματίες και στους μεγαλοβιομήχανους;

Αν αυτά περιμέναμε, λάθος μας. Ένας πολιτικός εκπρόσωπος του κεφαλαίου δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει ως εκπρόσωπος του λαού. Μακάρι σε τούτες τις τοπικές εκλογές που έρχονται, ο λαός να γυρίσει την πλάτη σε όλους εκείνους που έχουν πάψει εδώ και χρόνια να τον κοιτάζουν στα μάτια. Μακάρι να ρίξει με την ψήφο του πέντε φάσκελα στα μούτρα όλων εκείνων που τόσα χρόνια τον φτύνουν κατάμουτρα.

6 Οκτωβρίου 2010

Σαν να μη πέρασε μια μέρα

Όταν το 1949 τελείωσε ο εμφύλιος, οι αμερικανοί θεώρησαν ότι ο τόπος έπρεπε να κυβερνηθεί από κεντρώες κυβερνήσεις, σε μια προσπάθεια να καταλαγιάσουν τα πάθη. Έτσι, προώθησαν στην εξουσία την "Εθνική Πολιτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ)" του Νικολάου Πλαστήρα. Δυστυχώς, όμως, το "κόλπο" δεν τους βγήκε. Η καθημαγμένη αριστερά, παρ' ότι είχε στην πλάτη της την πρόσφατη ήττα του εμφυλίου και παρά τις απροκάλυπτες διώξεις, όχι μόνο εξακολουθούσε να εκφράζει τους πόθους του λαού για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη αλλά η επιρροή της αυξανόταν. Οι Η.Π.Α. δεν ήταν δυνατόν να ανεχτούν κάτι τέτοιο κι αποφάσισαν να σκληρύνουν το παιχνίδι. Η ώρα του "Ελληνικού Συναγερμού" και του Αλέξανδρου Παπάγου είχε φτάσει.

"Εμπνευστής" του νέου "κόλπου" και δεξί χέρι του Παπάγου ήταν ο φέρελπις -τότε- πολιτικός Σπύρος Μαρκεζίνης. Στην παντοδύναμη κυβέρνηση Παπάγου (238 έδρες), η οποία προήλθε από τις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, ο Μαρκεζίνης ανέλαβε τυπικά το Υπουργείο Συντονισμού, αλλά ουσιαστικά είχε στον άμεσο έλεγχό του όλα τα οικονομικά υπουργεία. Και μπορεί οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης να έγιναν από τον Παπάγο στην Βουλή την 17η Δεκεμβρίου, αλλά ο Μαρκεζίνης είχε δώσει από τις 6 του μηνός ραδιοφωνική συνέντευξη, όπου ανέλυε λεπτομερώς το οικονομικό πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης.

Πρώτος στόχος του Μαρκεζίνη ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ανέφερε ότι το κράτος είναι φτωχό και έχει ανάγκη από λιγώτερους υπαλλήλους, εργαζόμενους και όχι αργόμισθους. Και μπορεί να συμπλήρωσε ότι αυτοί οι "λιγώτεροι υπάλληλοι" πρέπει να είναι καλά αμειβόμενοι, αλλά δεν έκανε κουβέντα για αυξήσεις. Να σημειώσουμε εδώ ότι το "δόγμα Τρούμαν" και το "σχέδιο Μάρσαλ" δεν επέτρεπαν την παραμικρή αύξηση στους μισθούς, με στόχο την συγκράτηση του πληθωρισμού και την μείωση των ελλειμμάτων. Στο μεταξύ, το κόστος ζωής στην Ελλάδα, σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, είχε τετρακοσιαπλασιαστεί, την ώρα που στις Η.Π.Α. είχε, απλώς, διπλασιαστεί.

Δεύτερος στόχος του Μαρκεζίνη ήταν η περαιτέρω μείωση του κόστους εργασίας, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Το ζήτημα είναι ποιων εξαγωγών. Τι εξαγωγές να κάνει μια κατεστραμμένη, μετά από 9 χρόνια πολέμων, χώρα; Εν πάση περιπτώσει, ο Μαρκεζίνης κατάργησε τον νόμο 2222, ο οποίος έβαζε όρια στις απολύσεις. Έτσι, κάθε επιχείρηση μπορούσε να απολύσει όσους και όποτε ήθελε, δίχως να δίνει λόγο σε κανένα.

Πρέπει να πούμε ότι, παράλληλα, η κυβέρνηση του "Συναγερμού" προσπάθησε να καταργήσει και τον μεταξικό νόμο περί αποζημιώσεων στους απολυομένους, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν, όχι μόνο να απολύουν κατά βούληση αλλά και να μην επιβαρύνονται με αποζημιώσεις. Ευτυχώς, παρουσιάστηκαν έντονες αντιδράσεις ακόμα και μεταξύ των κυβερνητικών βουλευτών κι έτσι η συγκεκριμένη μεθόδευση δεν πέρασε.

Τρίτος στόχος του Μαρκεζίνη (απόρροια του δεύτερου) ήταν η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις. Μέσα στο α' εξάμηνο του 1953 εισάγει το νομοσχέδιο "περί προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων". Εκεί προβλέπονται, μεταξύ άλλων: η ετήσια εξαγωγή συναλλάγματος ίσου προς το 10% των εισαχθέντων κεφαλαίων, επί πλέον εξαγωγή 12% για επιστροφή κερδών κι άλλο ένα 10% για τόκους. Παράλληλα, θεσπίζονται ειδικές φοροαπαλλαγές και διευκολύνσεις για όλα τα ξένα κεφάλαια.

Φυσικά, κεφαλαιώδους σημασίας επιλογή του Μαρκεζίνη ήταν η υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολλαρίου κατά 50%. Στις 9 το βράδυ της 9ης Απριλίου 1953, ο Μαρκεζίνης δηλώνει από ραδιοφώνου ότι από εκείνη την στιγμή η αξία του δολλαρίου από 15.000 (ακόμα δεν έχουν κοπεί τα 3 μηδενικά) πηγαίνει στις 30.000 δραχμές. Η "υπερυποτίμηση της δραχμής" (όπως την χαρακτήρισε η αντιπολίτευση) ωφέλησε την εθνική οικονομία σε βάθος χρόνου. Όμως, τα βραχυπρόθεσμα αποτέλέσματά της ήταν αφ' ενός μεν η έκρηξη του πληθωρισμού (που επιβάρυνε αβάσταχτα τα λαϊκά στρώματα) αφ' ετέρου δε ο διπλασιασμός της περιουσίας των πλουσίων (οι οποίοι διατηρούσαν τα κεφάλαιά τους σε δολλάρια και χρυσό).

Δευτερεύοντα -αλλά όχι μικρής σημασίας- μέτρα που προωθεί ο Μαρκεζίνης είναι η περικοπή των δώρων των μισθωτών και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Αξίζει να δούμε μια ανακοίνωση της Γ.Σ.Ε.Ε., της οποίας τότε είναι πρόεδρος ο φιλοκυβερνητικός -και ακροδεξιών πεποιθήσεων- Μακρής:

"Με κατάπληξιν βλέπει η εργατική τάξις...και με πικρίαν παρακολουθεί τα λαμβανόμενα μέτρα εις τον εργατικόν και οικονομικόν τομέα, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την περικοπήν του πενιχρού εργατικού εισοδήματος, την επικίνδυνον πτώσιν του βιοτικού επιπέδου, την όξυνσιν της ανεργίας και την έντασιν του υφισταμένου κοινωνικού προβλήματος....ήλθεν η αύξησις των ενοικίων, της οποίας δεν εξηρέθησαν οι πενόμενοι ιδιωτικοί υπάλληλοι (σημ.: το περίφημο "ενοικιοστάσιο" της εποχής), και εν συνεχεία η αβασανίστως αποφασισθείσα άρσις της κατοχυρώσεως του καπνεργατικού επαγγέλματος (σημ.: το επάγγελμα του καπνεργάτη ήταν μέχρι τότε κλειστό), η περικοπή του πασχαλινού δώρου των υπαλλήλων (σημ.: ο νόμος πρωτοεφαρμόστηκε το Πάσχα του 1953) και η δήλωσις του υπουργού εμπορίου περί άρσεως της κατοχυρώσεως όλων των επαγγελμάτων. Τα μέτρα αυτά...δημιουργούν την εντύπωσιν ότι πρόκειται περί άνευ προηγουμένου επιθέσεως του κεφαλαίου και ότι κινδυνεύουν τα βασικώτερα δικαιώματα των εργαζομένων."

Αυτά συνέβαιναν το 1953, πριν 57 χρόνια. Όντως, είναι σαν να μη πέρασε μια μέρα...

ΥΓ: Μεγάλη δασκάλα η πουτάνα η ιστορία...

5 Οκτωβρίου 2010

Τα "οφέλη" του μνημονίου

Με απλές σκέψεις σχετικά με το μνημόνιο θα συνεχίσουμε και σήμερα. Ας δούμε, λοιπόν, μια άλλη πτυχή κι ας προσπαθήσουμε να την προσεγγίσουμε πάλι βήμα-βήμα. Πρώτα-πρώτα, ας πάρουμε  τρία δεδομένα.

Δεδομένο πρώτο: Τόσο η μαρξιστική όσο και η κεϋνσιανή ανάλυση δέχονται ότι η εργασία αποτελεί συντελεστή παραγωγής. Με απλά λόγια: για να φτιάξω κάτι, χρειάζομαι λεφτά, πρώτες ύλες και εργασία. Το πώς αποτιμάται αυτός ο συντελεστής παραγωγής δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν.

Δεδομένο δεύτερο:  Οι πάντες (κόμματα, κυβερνήσεις, βιομήχανοι, τραπεζίτες, εγχώρια και διεθνή κέντρα οικονομικών μελετών κλπ) αναφέρονται στην "κρίση" και, μάλιστα, ψάχνουν να βρουν το δρόμο για το ξεπέρασμά της. Αυτό το τελευταίο δημιουργεί εντυπώσεις πως υπάρχουν και εναλλακτικοί, αποτελεσματικοί τρόποι ξεπεράσματος της κρίσης. Δείτε, για παράδειγμα, την διαφήμιση που κάνει η κυβέρνηση για τις προσπάθειές της να πείσει την τρόικα να μην επιμείνει σε περικοπή των δώρων στον ιδιωτικό τομέα ή την προπαγάνδα για "πράσινη ανάπτυξη" κλπ.

Δεδομένο τρίτο: Σύμφωνα με όλους τους παραπάνω, η κρίση είναι εδώ και δεν το συζητούν. Τελεία και παύλα.

Τι προκύπτει τώρα από το τρίτο δεδομένο; Αφού η κρίση είναι παρούσα, χρειάζεται από όλους μαζί μια εθνική προσπάθεια για να ξεπεραστεί. Άρα χρειάζονται θυσίες, οπωσδήποτε. Το μόνο που μας επιτρέπεται είναι να συζητήσουμε ποιες θυσίες θα κάνουμε και πώς θα πιάσουν τόπο. Εδώ αρχίζουν οι συζητήσεις: Να μπει αυτός ο φόρος ή άλλος; Τώρα ή σε λίγους μήνες; Να κοπεί αυτό ή το άλλο επίδομα; Σε ποιον να πωληθεί αυτό ή το άλλο πακέτο μετοχών του Δημοσίου; Να εκχωρήσουμε την δημόσια περιουσία σε εγχώρια ή ξένα κεφάλαια;

Μπήκαμε σε ατέρμονα διλήμματα, ε; Για να δούμε, όμως, τα παραπάνω δεδομένα με άλλο μάτι. Σε παλιότερα σημειώματα αυτού του ιστολογίου ("Κέυνς και Μαρξ: μια συμφωνία", "Παραγωγή, υπερπαραγωγή και κρίση"), εκφράστηκε η άποψη ότι η σοβούσα κρίση δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια φυσιολογική κρίση του καπιταλισμού, η οποία οφείλεται σε υπερπαραγωγή αγαθών. Με αυτή την έννοια, δεν πρέπει να μιλάμε γενικώς και αορίστως για "κρίση" αλλά για "κρίση του κεφαλαίου".

Κοιτώντας απ' αυτή την σκοπιά, βλέπουμε καθαρά την παγίδα: από κάποια μέτρα, από κάποια πολιτική διαχείρισης της κρίσης, δεν μπορεί να προκύψουν οφέλη για τον απλό λαό, αφού ζητούμενο είναι τα οφέλη του κεφαλαίου. Οπότε, γιατί πρέπει να κάνει θυσίες ο απλός λαός, εφ' όσον ούτε για την κεφαλαιακή κρίση δεν είναι υπαίτιος ούτε η επιδιωκόμενη ανάκαμψη θα βελτιώσει την ζωή του;

Αν πιστεύετε ότι κάτι καλό θα προκύψει και για τον λαό από την επιδιωκόμενη ανάκαμψη, πώς εξηγείτε το γεγονός ότι στην Γερμανία (όπου και δεν υπάρχει μνημόνιο και η οικονομία αναπτύσσεται) άρχισε να εφαρμόζεται πολιτική κοινωνικών περικοπών; Πώς εξηγείτε ότι οι Η.Π.Α. μπήκαν σε φάση ανάπτυξης μόλις οι δείκτες της φτώχειας και της ανεργίας σημείωσαν ρεκόρ;

Δείτε πάλι το πρώτο από τα παραπάνω δεδομένα. Σε όλα τα καπιταλιστικά κράτη, η τάση είναι να πληρωθεί λιγότερο ο μισθωτός, να πάρει ακόμα λιγότερα από το κράτος σε δημόσιες υπηρεσίες, σε κοινωνική ασφάλιση, σε συντάξεις κι επιδόματα κλπ. Με δυο λόγια: να κοστίζει φτηνότερα. Ο στόχος είναι, δηλαδή, ο συντελεστής παραγωγής "εργασία" να γίνει φθηνότερος, ώστε να συναγωνίζεται τον αντίστοιχο συντελεστή της Ινδίας, της Κίνας, της Βραζιλίας ή της Ρωσίας όπου είναι εξευτελιστικά φθηνός. Με αυτόν τον τρόπο εξομαλύνθηκαν οι διαφορές στην αγορά εργατικού δυναμικού μεταξύ του δυτικού και ανατολικού τμήματος της Γερμανίας, μεταξύ πλούσιων και φτωχών πολιτειών των Η.Π.Α.: εξομαλύνθηκαν προς τα κάτω!

Μη μου πείτε τώρα ότι όλα αυτά δεν τα βλέπετε να εφαρμόζονται απολύτως στο δικό μας μνημόνιο! Μη μου πείτε ότι δεν φαίνεται πλέον πεντακάθαρα πού στοχεύουν μέτρα για συντάξεις 360 ευρώ, μισθούς 592 ευρώ, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας κλπ. Το ζητούμενο είναι να γίνει φτηνότερη η δουλειά μας ώστε να αυξηθεί η υπεραξία της, την οποία καρπούται το κεφάλαιο. Έτσι, το κεφάλαιο θα ξεπεράσει την κρίση του κι εμείς θα μείνουμε βουτηγμένοι στα σκατά.

4 Οκτωβρίου 2010

Μαθήματα μνημονίου σε πέντε βήματα

Έχουμε πει πολλά σε τούτο το ιστολόγιο για την κρίση, το μνημόνιο κλπ. Η αλήθεια είναι ότι είναι μοιραίο να μεταχειρίζεσαι ορισμένους όρους όταν μιλάς για ζητήματα οικονομίας. Στο σημερινό σημείωμα θα προσπαθήσω να αναπτύξω την σκέψη μου με τόσο απλό τρόπο σαν να απευθύνομαι σε παιδάκια του δημοτικού σχολείου.

Κατ' αρχήν, να σημειώσω ένα δεδομένο. Στην προσπάθειά του να στηρίξει το έργο της κυβέρνησης και να βάλει κάποιο εμπόδιο στην αδηφαγία των κερδοσκόπων, ο πρόεδρός της Ζαν-Κλωντ Τρισέ δήλωσε εδώ και καιρό ότι θεωρεί αξιόλογα τα ελληνικά ομόλογα και, ως εκ τούτου, η Ε.Κ.Τ. θα συνεχίσει να τα κάνει δεκτά. Τι σημαίνει όμως "θα συνεχίσει να τα κάνει δεκτά", αφού η Ε.Κ.Τ. δεν αγοράζει κρατικά ομόλογα; Θα το δούμε παρακάτω. Πάμε τώρα να κάνουμε μερικές σκέψεις, βήμα-βήμα.

Πρώτο βήμα: Η κεντρική εξουσία διαπίστωσε εδώ και καιρό (από την εποχή που υπουργός οικονομικών ήταν ο Αλογοσκούφης) ότι οι τράπεζες έχουν πρόβλημα. Άλλωστε, η εισηγητική έκθεση του νόμου για το μνημόνιο ανέφερε σαφώς ότι επιβάλλεται η λήψη μέτρων επειδή "πιέζεται η κερδοφορία των τραπεζών" (δείτε το κείμενο "Το μνημόνιο του ψεύδους και του αίσχους"). Τότε, η κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε "ενισχύσει" τις τράπεζες με 28 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέχρι σήμερα, από Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, η συνολική "ενίσχυση" των τραπεζών έχει φτάσει τα 78 δις.

Δεύτερο βήμα: Το συνολικό χρέος της χώρας είναι κάπου στα 300 δισεκατομμύρια (μπορεί και 320). Δηλαδή, οι τράπεζες πήραν "δώρο" το ένα τέταρτο των χρημάτων που χρωστάμε συνολικά ως χώρα.

Τρίτο βήμα: Όπως φαίνεται στον νόμο για το μνημόνιο (ξαναδείτε το κείμενο που προανέφερα), η σφιχτή οικονομική πολιτική που ισοπεδώνει μισθούς, συντάξεις, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα κλπ κλπ έχει στόχο την εξοικονόμηση 30 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2014. Με άλλα λόγια, όσα θα εξοικονομήσουμε ως χώρα, φτύνοντας το γάλα της μάνας μας για 5 -και βλέπουμε- χρόνια, τα έχουμε ήδη χαρίσει στις τράπεζες πάνω από δυόμιση φορές.

Τέταρτο βήμα: Προ ημερών, η κυβέρνηση έκανε "τεστ αγοράς" και βγήκε να δανειστεί 900 εκατομμύρια (ψίχουλα, δηλαδή) με τρίμηνα ομόλογα. Τελικά, δανείστηκε 1,17 δις με επιτόκιο 4,82% (λίγο παραπάνω από το 4,68% του Απριλίου). Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτά τα ομόλογα αγοράστηκαν από την εγχώρια αγορά. Δηλαδή τις ελληνικές τράπεζες. Με άλλα λόγια: οι τράπεζες πήραν δώρο από το κράτος 78 δις κι απ' αυτά έδωσαν δανεικά στο κράτος 1,17 δις με επιτόκιο 4,82%. Μπερδευτήκατε; Κλείστε το στόμα και ξαναδιαβάστε την παράγραφο.

Πέμπτο βήμα: Αν νομίζετε ότι οι τράπεζες πήραν τα ομόλογα από το κράτος για να τα φυλάξουν στα συρτάρια τους, περιμένοντας να τα εξαργυρώσουν σε 3 μήνες, γελιέστε. Ας γυρίσουμε στο δεδομένο που αναφέραμε στην αρχή. Είπαμε ότι η Ε.Κ.Τ. δεν αγοράζει ομόλογα αλλά τα κάνει δεκτά. Αυτό σημαίνει ότι τα δέχεται ως εγγύηση για να δώσει δανεικά. Δηλαδή, οι τράπεζές μας μπορούν να δώσουν τα ομόλογα που αγόρασαν στην Ε.Κ.Τ. και να πάρουν ζεστό χρήμα. Με τι επιτόκιο δανείζει η Ε.Κ.Τ.; Με...1%!

Τελική παρατήρηση: Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να δανειστεί απ' ευθείας από την Ε.Κ.Τ. επειδή απαγορεύεται από τους νόμους και τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουσιαστικά, όμως, το κάνει έμμεσα μέσω των τραπεζών, με την διαδικασία που εξετάσαμε βήμα-βήμα. Βέβαια, όλο αυτό το "κόλπο" σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να δανειστεί με 1% αλλά πρέπει να πληρώσει 4,82%, ώστε να βγάλει κι η φουκαριάρα η τράπεζα ένα 3,82% πανωπροίκι. Αν τώρα ρωτήσετε "καλά, δεν ξέρουν στην Ευρώπη ότι έτσι παίζεται το παιχνίδι;", θα σας απαντήσω "καλά, δεν έχετε πάρει χαμπάρι ότι η Ευρώπη έχει βάλει τους κανόνες του παιχνιδιού;". Αν οι κεφαλαιοκράτες των Βρυξελλών δεν νοιαστούν για τα αγαπημένα τους παιδιά, τις τράπεζες, για ποιους θα νοιαστούν; Για τον λαουτζίκο;

Τα είπα όσο πιο απλά γινόταν. Αν, όμως, πάλι κάτι δεν καταλάβατε...αύριο με τον κηδεμόνα σας!

3 Οκτωβρίου 2010

"Υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών"

Αλήθεια, γίνεται να περάσει κάποιος ένα ευχάριστο κυριακάτικο πρωινό, να γελάσει, να προβληματιστεί, να ευχαριστηθεί και να μη ξοδέψει πάνω από 10 ευρώ; Γίνεται! Το 80 σελίδων βιβλιαράκι τού Μπενουά Ντυτέρτρ με τίτλο "Υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών" (εκδόσεις "Εστία", 2005, σε θαυμάσια μετάφραση του Θωμά Σκάσση) όχι μόνο εγγυάται όλα τούτα αλλά μπορεί να σας δώσει κι ένα ευρώ ρέστα από το δεκάρικο, αν το αγοράσετε από μεγάλο βιβλιοπωλείο.

"Τα περασμένα Χριστούγεννα, οι γονείς μου μού χάρισαν ένα κινητό τηλέφωνο εξαιρετικά προηγμένης τεχνολογίας. Σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου κι αν βρισκόμουν στο εξής, μπορούσα να ψυχαγωγούμαι με ένα σωρό ηλεκτρονικά παιχνίδια, να καλώ ταξί, να στέλνω τη φωτογραφία μου, να συνδέομαι με τη μετεωρολογική υπηρεσία και να έχω -μέσω Διαδικτύου- πρόσβαση στα δισεκατομμύρια των πληροφοριών που χρησιμεύουν στο να μη χάσει κανείς το δρόμο του στη ζωή."

Κάπως έτσι αρχίζοντας την νουβέλα του, ο Ντυτέρτρ σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου οι εταιρείες είναι οι φορείς της πραγματικής εξουσίας. Αυτοματοποιημένες, προσεχτικά σχεδιασμένες, πολύπλοκες κι απρόσωπες, μειώνουν ολόενα και περισσότερο το προσωπικό τους μετατοπίζοντάς το στις κατώτερες θέσεις, αποπροσωποποιώντας το, αφαιρώντας του κάθε ευθύνη, κάθε πρωτοβουλία, περιορίζοντάς το στο να διεκπεραιώνει, όχι αυτό που οι μηχανές δεν μπορούν να κάνουν, αλλά αυτό που το κοινό δεν έχει ακόμη μάθει να δέχεται. Από την άλλη, ο αφελής καταναλωτής, θαμπωμένος από διαβεβαιώσεις που υπόσχονται εξωφρενικά πολλά έναντι ευτελούς αντιτίμου, παρασύρεται υπογράφοντας συμβόλαια κι αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις που υποθηκεύουν ευθέως την ελευθερία του.

Το έργο έχει ως κεντρικό ήρωα ένα σαραντάρη δημοσιογράφο που παροτρύνεται να εκσυγχρονιστεί. Του κάνουν δώρο ένα κινητό τελευταίας τεχνολογίας, αποκτά πιστωτική κάρτα, πιέζεται αφόρητα ν’ αναβαθμίσει τον υπολογιστή του. Όποτε όμως τολμά να παρεκκλίνει έστω κι ελάχιστα από τους κανόνες που διέπουν αυτά τα δελεαστικά μικρομηχανήματα, αλλά κι όποτε του συμβεί ένα μικρό ατύχημα ή έχει απλά παραβλέψει να ενημερωθεί εξονυχιστικά για το τι προβλέπεται σε κάθε περίπτωση, βλέπει τη ζωή του να καταρρέει. Αναγκάζεται να ξοδεύει χρόνο, χρήματα, να δεσμεύεται με ακόμη πιο ισχυρά συμβόλαια, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος δρόμος για να του υποταχθούν τα μηχανήματα, περνά μέσα από τη δική του υποταγή σε αυτά. Είναι πλέον οι καταναλωτές που πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές που θέτει η εταιρεία, αν δε θέλουν ο νεοαποκτηθείς ‘θησαυρός’ να μετατραπεί σε άχρηστες χάντρες και καθρεφτάκια, τα οποία ούτως ή άλλως θα πληρώνουν για όσο προβλέπει το συμβόλαιο.

Ο Ντυτέρτρ κατασκευάζει ένα κείμενο χωρίς πραγματική πλοκή, με πρόσωπα που δε γίνονται χαρακτήρες, αλλά εμφανίζονται μόνο για όσο χρειάζεται να υπηρετηθεί η ατμόσφαιρα της ασφυξίας και του λαβυρινθώδους αδιεξόδου που προσπαθεί να χτίσει ο συγγραφέας. Ο αναγνώστης θα πρέπει να αρκεστεί στην παράθεση μικρών επεισοδίων, μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε λόγο απλό, άμεσο, διανθισμένο με χιούμορ, καίριο στις περιγραφές του, συχνά αιχμηρό και διεισδυτικό. Δεν είναι τυχαίο που, ως φορέα αυτού του λόγου, ο Ντυτέρτρ βάζει έναν δημοσιογράφο. Μπορεί να μη μαθαίνουμε πολλά για την προσωπικότητα αυτού του δυστυχή, που επιμένει να μάχεται αρνούμενος να κάνει εκπτώσεις στην αξιοπρέπειά του, αλλά ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός του συγγραφέα. Δεν θέλει να μας δώσει έναν ήρωα με τον οποίο θα ταυτιστούμε ψυχικά, αλλά την εικόνα του ανώνυμου καταναλωτή απέναντι στους σύγχρονους μηχανισμούς του εμπορίου. Μιας μορφής εμπορίου που δεν παρέχει πια προϊόντα, αλλά υπηρεσίες από τις οποίες είναι όλο και πιο δύσκολο ν’ απαλλαγούμε.

Η νουβέλα αυτή είναι καλύτερα να διαβαστεί σαν δοκίμιο δοσμένο σε λογοτεχνική μορφή. Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται η αξία της κι όχι στις λογοτεχνικές της αρετές. Ο Ντυτέρτρ κατορθώνει πάντως να περιβάλλει τις ιδέες του με μια ατμόσφαιρα που προβληματίζει κι αφυπνίζει, τρομάζοντας κι αναγκάζοντας τον αναγνώστη να πάρει θέση απέναντι στο θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο.