To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

22 Ιανουαρίου 2018

Η απόδραση των Βούρλων - 9. Στο χείλος της καταστροφής

Καθώς μπαίνει το καλοκαίρι, το λαγούμι διασχίζει την οδό Δογάνη, σύμφωνα με τους υπολογισμούς. Όμως, πόσο σωστοί είναι οι υπολογισμοί; Δίχως όργανα και σκάβοντας στα τυφλά, μια απόκλιση λίγων εκατοστών μπορεί να έχει τραγικά αποτελέσματα. Κάτω από τα λουτρά, που αποτελούν τον τελικό προορισμό, υπάρχει ο βόθρος του εργοστασίου. Στόχος είναι το λαγούμι να φτάσει ως τον τοίχο τού βόθρου και μετά να ανηφορίσει ώσπου να φτάσει στο τοίχο των λουτρών. Τα περιθώρια για παρεκκλίσεις είναι πολύ μικρά.

Για να βεβαιωθούν ότι το σκάψιμο βρίσκεται στον σωστό δρόμο, οι κρατούμενοι επιστρατεύουν ακόμη μια φορά την Ειρήνη Πετρουλάκη, την μνηστή τού Βασιλόπουλου. Ένα απόγευμα, η Ειρήνη κατηφορίζει την Δογάνη με έναν γκαζοντενεκέ στο χέρι, ο οποίος της πέφτει (όλως τυχαίως!) στο οδόστρωμα, ακριβώς πάνω από το σημείο όπου υποτίθεται πως θα έπρεπε να βρίσκεται το λαγούμι. Ο θόρυβος αντηχεί στ' αφτιά τού κρατούμενου που σκάβει εκείνη την ώρα, σαν θεία μουσική: έρχεται ακριβώς από πάνω του! Όλα πάνε καλά, λοιπόν, σύμφωνα με το σχέδιο. Κι όμως, κάπου εκεί, ένα τυχαίο περιστατικό απειλεί να τινάξει όλη την προσπάθεια στον αέρα.


Περασμένα μεσάνυχτα. Στο λαγούμι έχουν κατεβεί και σκάβουν δυο κρατούμενοι. Όλα είναι ήσυχα. Στις δυο εξωτερικές σκοπιές, που βρίσκονται στημένες στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Δογάνη, οι φύλακες-φρουροί χασμουριούνται νυσταγμένοι, όταν δέχονται εξωτερική έφοδο. Το τζιπ τής χωροφυλακής με τον εφοδεύοντα αξιωματικό σταματά μπροστά στην πρώτη σκοπιά, η οποία βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το κελλί 12. Με το που κατεβάζει το πόδι του στο οδόστρωμα, ο αξιωματικός αισθάνεται έναν θόρυβο να έρχεται από το έδαφος. Είναι οι "υποχθόνιοι κρότοι", για τους οποίους θα έκανε λόγο η "Ακρόπολις" αργότερα. Ο αξιωματικός σκύβει, βάζει το αφτί του στο έδαφος και ο θόρυβος γίνεται εντονώτερος. Τον ζώνουν τα φίδια. Κάνει τρέχοντας τον γύρο, φτάνει στην πύλη και ζητάει να δει επειγόντως τον αρχιφύλακα υπηρεσίας. "Κάποιοι ανοίγουν λαγούμι από το 12", του λέει.

Ο αρχιφύλακας κοιτάζει με δυσπιστία τον αξιωματικό. Ξερει ότι χάνει τζάμπα τον ύπνο του αλλά είναι υποχρεωμένος να ερευνήσει την καταγγελία του αξιωματικού, ο οποίος επιμένει να πάρει μέρος στην έρευνα. Βάσει κανονισμών, ο εφοδεύων αξιωματικός δεν μπορεί να κάνει οποιαδήποτε έρευνα και ως εκ τούτου ο αρχιφύλακας απορρίπτει το αίτημά του. Στέλνει, όμως, έναν φύλακα, τον Σταύρο Μανουσογιαννάκη, να δει τι συμβαίνει.

Ο φύλακας μπαίνει στο προαύλιο της τρίτης ακτίνας και κατευθύνεται στο κελλί 12. Στο κελλί 1 φυλάει καραούλι ο Στέλιος Πάσιος, ο νοσοκόμος. Με το που βλέπει τον Μανουσογιαννάκη, ο Πάσιος καταλαβαίνει ότι κάτι συμβαίνει και αφήνει ένα συνθηματικό βήξιμο, για να ειδοποιήσει τους συντρόφους του στο κελλί 13. Στο 13 παραφυλάει ο Μπαρτζώκας, ο οποίος διατηρεί την ψυχραιμία του. Έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν ειδοποιήσει αμέσως εκείνους που σκάβουν, δεν θα προλάβουν να επιστρέψουν στα κρεββάτια τους. Έτσι αποφασίζει να σταθεί στα κάγκελα και να παραστήσει ότι κάνει ρομαντζάδα με το φεγγάρι.

Ο Μανουσογιαννάκης φτάνει στο 12 και μπαίνει μέσα. Επιθεωρεί τους κρατούμενους, τους μετράει και τους βρίσκει σωστούς. Ρίχνει άλλη μια ματιά γύρω... τίποτε. Ζητάει συγγνώμη για την αναστάτωση, ακούει τα σχολιανά του από τους κρατούμενους επειδή τους ξύπνησε χωρίς λόγο και βγαίνει από το κελί. Απέναντι, στο 13, ο Μπαρτζώκας τον κοιτάζει με γνήσια έκπληκτο ύφος, κάνοντας με το χέρι του ένα νεύμα σε στυλ "τί τρέχει;". Ο Μανουσογιαννάκης πλησιάζει στα κάγκελα.

- Τί κάνετε εδώ μέσα, Μπαρτζώκα;
- Κοιμόμαστε. Τι να κάνουμε;
- Μας είπαν ότι σκάβετε για να το σκάσετε.
- Ποιοι σκάβουμε; Αφού όλοι κοιμούνται. Δες και μόνος σου.

Ο Μπαρτζώκας παραμερίζει και ο Μανουσογιαννάκης μετράει τους κοιμισμένους. Τους βγάζει κι αυτούς σωστούς, αφού μετράει και τους μπόγους που βρίσκονται κάτω από τις κουβέρτες εκείνων που σκάβουν. Κοντοστέκεται για μερικά δευτερόλεπτα και ρίχνει μια τελευταία ματιά. Δεν θα μπει στο κελλί αλλά η καρδιά του Μπαρτζώκα πάει να σπάσει. Τί θα γίνει αν ξαφνικά ξεμυτίσουν από την τρύπα οι δυο σκαφτιάδες, ανυποψίαστοι για όσα συμβαίνουν; Ευτυχώς, ο φύλακας ξεφυσάει ανακουφισμένος:

- Άντε ντε και κοντέψανε να μας παλαβώσουν!

Ο Μανουσογιαννάκης γυρίζει την πλάτη και απομακρύνεται. Έχει καταλάβει τι άκουσε ο εφοδεύων αξιωματικός: κάποιος κρατούμενος έκανε θόρυβο είτε σκαλίζοντας την χειροτεχνία του είτε περπατώντας με τα τσόκαρά του. Επιστρέφει και ενημερώνει τον αρχιφύλακα και τον εφοδεύοντα. Εκείνος δεν πείθεται. Επιστρέφει στην Δογάνη και ξαναβάζει το αφτί στο έδαφος. Τίποτα. Στο μεταξύ, ο Μπαρτζώκας έχει ειδοποιήσει τους δυο, οι οποίοι έχουν ήδη επιστρέψει στα κρεββάτια τους.

ΦΕΚ Β' 137/21-7-1955: Επικήρυξη από 10 ως 30 χιλιάρικα "δια τον φόνον ή σύλληψιν" των δραπετών

Την άλλη μέρα ενημερώνεται ο Μπραΐμης, ο οποίος διατάσει εξονυχιστικό έλεγχο στο κελλί 12. Όταν ο έλεγχος αποβαίνει άκαρπος, διατάσει έλεγχο και στο κελλί 13. Οι βαριεστημένοι φύλακες που τον αναλαμβάνουν, δεν παίρνουν χαμπάρι το καλυμμένο με εξαιρετική προσοχή άνοιγμα. Ο Μπραΐμης επιμένει. Σε συνεννόηση με τον εφοδεύοντα αξιωματικό, καταφέρνει να βγει άδεια για να σκαφτούν οριζόντιες τομές στην οδό Δογάνη. Τα συνεργεία που έρχονται, ανοίγουν χαντάκια για να βρουν το υποτιθέμενο λαγούμι. Μόνο που τα χαντάκια ανοίγονται στο ύψος του κελλιού 12, εκεί που είχε ακούσει τους θορύβους ο αξιωματικός. Όταν κι αυτή η προσπάθεια αποβαίνει άκαρπη, ο Μπραΐμης ηρεμεί και η υπόθεση λήγει.

Στην απέναντι πλευρά, οι υποψήφιοι δραπέτες ανησυχούν πολύ σοβαρά. Κάποιοι προτείνουν την ματαίωση του εγχειρήματος, κάποιοι επιμένουν να συνεχίσουν και κάποιοι συνιστούν αναστολή των εργασιών ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα. Επικρατεί η γνώμη των τελευταίων. Το σκάψιμο σταματάει για δυο ολόκληρες εβδομάδες. Κι ύστερα ξαναρχίζει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: