To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

18 Ιανουαρίου 2018

Η απόδραση των Βούρλων - 7. Το πρώτο βήμα

Σάββατο 5 Μαρτίου 1955. Σχεδόν όλα είναι έτοιμα για ν' αρχίσει το σκάψιμο. Το μόνο που λείπει είναι η τσιμεντένια πλάκα με την οποία θα καλύπτεται το άνοιγμα του λαγουμιού τις ώρες που δεν θα γίνονται εργασίες. Όμως αυτή η πλάκα δεν μπορεί να φτιαχτεί πριν ανοιχτεί η τρύπα, μιας και πρέπει να παρθούν σωστά τα μέτρα ώστε να εφαρμόζει με ακρίβεια. Προσωρινά, τον ρόλο της θα παίξει ένα κομμάτι κοντραπλακέ, αλειμμένο με μια λεπτή στρώση υγρού τσιμέντου. Το πρόβλημα που μένει να λυθεί είναι ο θόρυβος από τις σφυριές που θα σπάνε το τσιμέντο τού πατώματος κάτω από το κρεββάτι τού Μπαρτζώκα. Δύσκολο πρόβλημα; Μπα! Ευκολάκι!

Ακρόπολις, 19/7/1955: "Προ μηνός σκοποί χωροφύλακες ειδοποίησαν ότι ηκούοντο υποχθόνιοι κρότοι"
Προφανώς, στην συνέχεια οι κρατούμενοι έβαλαν μυαλό και έκαναν την δουλειά τους αθόρυβα.

Το απόγευμα εκείνου του Σαββάτου, οι πολιτικοί κρατούμενοι διοργανώνουν στον αύλιο χώρο ανάμεσα στα κελιά τους μεγάλο αγώνα βόλλεϋ. Δεν πρόκειται για έναν απλό αγώνα, έτσι για να περνάει η ώρα. Ανάμεσα στις δυο ομάδες που έχουν σχηματιστεί, υπάρχει μεγάλη αντιπαλότητα ενώ και οι θεατές έχουν χωριστεί σε δυο στρατόπεδα που φωνάζουν και βρίζονται μεταξύ τους. Τα πνεύματα είναι οξυμένα, τα νεύρα τεντωμένα, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Επικρατεί πανδαιμόνιο ενώ λάδι στην φωτιά ρίχνουν δυο κρατούμενοι, ένας από κάθε στρατόπεδο, που εμψυχώνουν τις ομάδες τους χτυπώντας λυσσασμένα κάτι άδειους γκαζοντενεκέδες. Η τρομερή φασαρία προσελκύει και άλλους κρατουμένους, που προστίθενται κι αυτοί στους οπαδούς των δυο ομάδων. Οι φύλακες απολαμβάνουν μεν το θέαμα αλλά έχουν και την προσοχή τους τεταμένη, έτοιμοι να επέμβουν αν τα πράγματα βγουν εκτός ελέγχου. Ο πρώτος στόχος που ήταν να στραφεί η προσοχή φυλάκων και λοιπών κρατουμένων αλλού, επετεύχθη!

Στο μεταξύ, έχει αποφασιστεί σ' αυτή την πρώτη φάση να μη πάρουν μέρος οι "βαμμένοι", δηλαδή όσοι πιάστηκαν να έχουν έρθει από ξένη χώρα, επειδή αυτούς τους παρακολουθούν πιο αυστηρά. Γι' αυτό άλλωστε η διεύθυνση συμφώνησε όταν αυτοί οι "βαμμένοι" ζήτησαν να μένουν στο ίδιο κελλί, κάτι που έκανε την παρακολούθησή τους πιο εύκολη. Έτσι, στο κελλί 13 περιμένουν το σύνθημα ο Σωτηρόπουλος με τον Χατζηπέτρο. Μόλις ο θόρυβος γίνεται εκκωφαντικός, ο Χατζηπέτρος βάζει το καλέμι πάνω στο τσιμέντο και δίνει την πρώτη σφυριά. Δίπλα του, ο Σωτηρόπουλος νιώθει να του κόβεται η ανάσα. Μέσα στο στενό κελλί, η σφυριά αντηχεί σαν κανονιά. Στρέφεται προς τον τσιλιαδόρο με αγωνία. Εκείνος του κάνει ένα καθησυχαστικό νεύμα. Δεύτερη σφυριά, νέα αγωνία, νέο νεύμα. Τρίτη σφυριά. Τέταρτη... Μάταια. Εκτός από ένα μικρό σημάδι που προκαλεί η μύτη του καλεμιού, το τσιμέντο μένει απείραχτο. Ο Χατζηπέτρος πεισμώνει. Νέο χτύπημα, πιο δυνατό... κι άλλο... κι άλλο... Τίποτε.

Απ' έξω, ο τσιλιαδόρος αρχίζει να ανησυχεί. Ο Καρράς με τον Τζεφρώνη παραγγέλνουν στον Χατζηπέτρο να καλύψει την κεφαλή του καλεμιού με ένα κομμάτι πετσί για να πνίγεται κάπως ο ήχος τής σφυριάς. Άδικος κόπος. Στρέφεται στον Σωτηρόπουλο: "άντε πες τους ότι για να σπάσει πρέπει να βαρέσω πολύ δυνατά και μπορεί να μας ακούσουν, συνεννοήσου τι να κάνω". Ο Σωτηρόπουλος κάνει να φύγει μα το ξανασκέφτεται. Δεν είναι ώρα για κουβέντες. Ότι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει γρήγορα, τώρα. Αλλιώς το πράμα πάει για αναβολή και μπορεί για ματαίωση. Ξανασκύβει πάνω από τον γονατιστό Χατζηπέτρο. "Δεν πάω πουθενά. Έχουμε αποφασίσει ότι σήμερα θα ανοίξουμε την τρύπα. Χτύπα όσο δυνατά χρειάζεται".

Κρατώντας την ανάσα του, ο Χατζηπέτρος ρίχνει μια σφυριά με όλη του την δύναμη. Το κελλί τραντάζεται. Δεύτερη απανωτή. Στην τρίτη το τσιμέντο ραγίζει. Επί τέλους! Μερικά πιο ελαφρά χτυπήματα ακόμη και το τσιμέντο σπάει. Τα πρώτα κομμάτια απομακρύνονται. Από κάτω έχουν στρωθεί μπάζα για να αλφαδιάσει το δάπεδο πριν πέσει το τσιμέντο. Ο Χατζηπέτρος σκάβει με τα νύχια κάτω από την τσιμεντένια επιφάνεια και απομακρύνει όσα μπάζα μπορεί, δημιουργώντας ένα κούφωμα, χάρη στο οποίο το επόμενο χτύπημα σπάζει το τσιμέντο πιο εύκολα. Δουλεύει γρήγορα και μεθοδικά. Μόλις η τρύπα μεγαλώνει λίγο, παίρνει ένα σίδερο και το χρησιμοποιεί ως λοστό για να πετάξει μεγαλύτερα κομμάτια τσιμέντου.

Σε λίγη ώρα η είσοδος του πηγαδιού είναι έτοιμη. Ο Σωτηρόπουλος φεύγει για να ενημερώσει τον Καρρά και τον Τζεφρώνη. Ένας κερδισμένος πόντος στον αγώνα βόλλεϋ τους δίνει την δυνατότητα να ξεσπάσουν σε ζητωκραυγές, οι οποίες χάνονται ανάμεσα στις ιαχές των υπολοίπων θεατών. Πίσω, ο Χατζηπέτρος ξαναρρίχνει τα μπάζα στην τρύπα και βάζει από πάνω το τσιμεντωμένο κοντραπλακέ. Λίγο στοκάρισμα στις άκρες και μια ιδέα ασβέστης κάνει τα πάντα αόρατα στο ανυποψίαστο μάτι. Η δουλειά τής πρώτης μέρας έχει τελειώσει. Τώρα μπορούν όλοι να ανασάνουν ανακουφισμένοι. Αυτό που είχε αποφασιστεί, άρχισε πλέον να γίνεται πραγματικότητα. Το πρώτο βήμα για την απόδραση ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Την επόμενη μέρα, ο Χατζηπέτρος ξηλώνει τις σιδερόβεργες από μια μεταλλική σκάφη στην οποία οι κρατούμενοι έπλεναν τα ρούχα τους και με το τσιμέντο που είχε παραχωρήσει η διεύθυνση των φυλακών για να φτιαχτούν τα παρτέρια, σκαρώνει στο πι και φι μια τσιμεντένια πλάκα που θα αντικαταστήσει το τσιμεντωμένο κοντραπλακέ. Με μια μικρή προσαρμογή, η πλάκα εφαρμόζει στο άνοιγμα με εντυπωσιακή ακρίβεια.

Πριν περάσουν δυο-τρεις μέρες, ο σκληροτράχηλος αρχιφύλακας Μπραΐμης μπαίνει στο κελλί για επιθεώρηση. Ο Μπραΐμης είναι παλιά καραβάνα και όλη αυτή η προθυμία των κρατουμένων να ανακατασκευάσουν την φυλακή τους δεν του φαίνεται πολύ φυσιολογική. Επιθεωρεί με ιδιαίτερη προσοχή τον τοίχο του κελλιού που βλέπει στον μαντρότοιχο αλλά η ματιά που ρίχνει κάτω από τα κρεββάτια είναι επιπόλαιη. Αποχωρεί δίχως να πει λέξη.

Μεταγενέστερο σχεδιάγραμμα της απόδρασης από τον γραφίστα δραπέτη Κυριάκο Τσακίρη.
(λ: λουτρά, τ: τουαλέττες, λ.ε.: λουτρά εργοστασίου - μαύροι κύκλοι: σκοπιές)

Όμως στο κελλί 15, όπου βρίσκονται οι "βαμμένοι", η συμπεριφορά του αλλάζει. Κοιτάζει τον Τζεφρώνη συνοφρυωμένος: "Δεν μου αρέσει αυτή η δουλειά, που όλοι οι καπεταναίοι μαζευτήκατε εδώ". Σ' αυτό το κελλί δεν έχει λόγο να ψάξει τους τοίχους, αφού όλοι είναι μεσοτοιχία με άλλα κελλιά αλλά ελέγχει το δάπεδο χτυπώντας το με το τακούνι του. "Ρε σεις, μπας κι ανοίγετε καμμιά τρύπα;" κάνει αυστηρά στον Τζεφρώνη. Ο Τσακίρης δίπλα, με ύφος ανθρώπου που δεν ανέχεται προσβολές, τραβάει τα σκεπάσματα του κρεββατιού και τα πετάει στο πάτωμα. "Ορίστε, κύριε αρχιφύλακα, ψάξτε". Μη περιμένοντας τέτοια αντίδραση, ο Μπραΐμης αιφνιδιάζεται και δίνει την ευκαιρία στον Τσακίρη να συνεχίσει το θέατρο: "Δεν κάνει να λέτε τέτοια πράγματα".

Ο αρχιφύλακας πείθεται και αποχωρεί. Πείστηκε ότι τρύπα στο πάτωμα του κελλιού 15 δεν υπάρχει αλλά ικανοποιημένος δεν είναι. Τό 'χει σίγουρο πως ετούτοι κάτι ετοιμάζουν. Δεν ξέρει ακόμη τι αλλά θα το βρει...

Δεν υπάρχουν σχόλια: