To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

24 Ιανουαρίου 2018

Η απόδραση των Βούρλων - 11. Η έξοδος

Οι υποψήφιοι δραπέτες έχουν χωριστεί σε ομάδες. Ο Μήτσος Πανουσόπουλος έχει ένα βιβλίο στο χέρι, το οποίο το δίνει στον επί κεφαλής κάθε ομάδας. Είναι το σύνθημα ότι έφτασε η σειρά τους. Ένας-ένας, τα μέλη κάθε ομάδας μπαίνουν στο κελλί 13, φοράνε το μαντήλι-σκουφάκι στο κεφάλι, βάζουν τις κάλτσες πάνω από τα παπούτσια και χώνονται στο λαγούμι. Ο Ροδάκης είναι λίγο ανήσυχος επειδή είναι κάπως ογκώδης και φοβάται μήπως φρακάρει αλλά τον καθησυχάζουν: έχει ήδη δραπετεύσει ο Κιουρτζής, που είναι πιο ογκώδης.

Απ' αυτούς που θα μείνουν τελευταίοι, είναι και ο Παπούλιας. Λόγω της ευφυΐας και της ευστροφίας του, του έχει ανατεθεί να κάνει παρέα στον φύλακα για να τον απασχολεί αλλά να έχει και τον νου του μήπως και συμβεί κάτι αναπάντεχο. Το πιο αναπάντεχο που συμβαίνει, έχει όνομα: λέγεται Νίκος Μπώκος, μένει στο κελλί 24 (το πρώτο τής πτέρυγας, στην άλλη άκρη από το 13) και δεν είναι ανάμεσα σ' αυτούς που θα δραπετεύσουν. Διαμαρτύρεται, όμως, γιατί αυτοί που θα φύγουν κάνουν φασαρία ενώ ετοιμάζονται και δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί. Αγαναχτισμένος, βάζει τις φωνές. Ο φύλακας τον ακούει και κάνει να επέμβει. Απτόητος ο Παπούλιας, "θυμάται" ένα σόκιν ανέκδοτο και αρχίζει να το διηγείται στον φύλακα. Αυτός βάζει τα γέλια και, μιας κι ο Μπώκος έχει πάψει τις φωνές, μένει στην θέση του για να ακούσει το επόμενο ανέκδοτο.

Ελευθερία, 20/7/1955: Από την 18/7/1955, την επόμενη μέρα της απόδρασης, απαγορεύεται
κάθε δημοσίευμα σχετικό με την απόδραση, για να μην ενημερώνονται οι δραπέτες.

Το μόνο που δεν είχαν υπολογίσει οι δραπέτες ήταν ο Ματθαίος Πλευράκης, ο 54χρονος που φύλαγε το εργοστάσιο τις ώρες που ήταν κλειστό. Ακούγοντας θόρυβο από τα λουτρά, ο Πλευράκης πήγε να δει τι συμβαίνει και, φυσικά, αιφνιδιάστηκε όταν είδε τόσους άντρες μαζεμένους εκεί τέτοιαν ώρα. Όπως, βεβαίως, αιφνιδιάστηκαν κι εκείνοι και άρχισαν τις κουταμάρες. "Από τις φυλακές είμαστε αλλά πήραμε άδεια για να έρθουμε εδώ να κάνουμε ένα μπάνιο επειδή στα δικά μας λουτρά έχει πρόβλημα η αποχέτευση". "Και πώς μπήκατε εδώ;" επιμένει ο Πλευράκης κοιτάζοντάς τους δύσπιστος. Εκείνη την στιγμή βγαίνει από το λαγούμι ο Δουκάκης. "Έτσι", απαντάει στον εμβρόντητο φύλακα ο Ροδάκης, που αποφασίζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. "Μπάρμπα, είμαστε πολιτικοί κρατούμενοι και δραπετεύουμε".

Με το δίκιο του ο Πλευράκης αρχίζει να φοβάται πραγματικά αλλά ο Ροδάκης τον καθησυχάζει. "Εμείς είμαστε αποφασισμένοι να φύγουμε, οπότε το καλό που σου θέλω είναι να μην κάνεις τίποτα και όταν θα έχουμε φύγει να δικαιολογηθείς ότι σε απειλήσαμε". Για να δείξει ότι δεν έχουν πρόθεση να του κάνουν κακό, προσφέρει στον φύλακα τσιγάρο κι εκείνος το παίρνει σιωπηλός.

Όταν βγαίνει και ο τελευταίος δραπέτης από το λαγούμι, αρχίζει η τελευταία φάση της επιχείρησης. Πρώτος φεύγει ο Χατζηπέτρος. Ανοίγει την αμπάρα της πλαΐνής πόρτας της αυλής και βγαίνει σε έναν ακάλυπτο χώρο ο οποίος βλέπει στην οδό Κανελλοπούλου. Φτάνει ως εκεί, στρίβει δεξιά και εξαφανίζεται. Πίσω του έρχεται η συντονιστική επιτροπή τής απόδρασης: Καρράς, Σωτηρόπουλος, Τζεφρώνης και Τσακίρης. Ακολουθούν οι υπόλοιποι με την σειρά. Ευτυχώς, στον δρόμο δεν συναντούν πουθενά αστυφύλακα. Σήμερα έχει ντέρμπυ Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός και τα πνεύματα είναι οξυμένα αφού όποιος νικήσει παίρνει το πρωτάθλημα, οπότε τα όργανα της τάξεως έχουν σοβαρώτερη απασχόληση από το να περιπολούν μεσημεριάτικα με τόση ζέστη.

Ο Ροδάκης, ως ο πιο χειροδύναμος, μένει τελευταίος για να επιτηρεί τον φύλακα. Όταν φεύγουν όλοι, κλείνει τον Πλευράκη σε ένα αποχωρητήριο, ασφαλίζει την πόρτα με ένα καδρόνι και παίρνει κι αυτός τον δρόμο για την Κανελλοπούλου. Φαίνεται πως όλα πήγαν κατ' ευχήν. Όμως, εκεί στην Κανελλοπούλου κουβεντιάζουν δυο 16χρονα, μια κοπέλλα κι ένα αγόρι με ποδήλατο. Τίποτε δεν θα συνέβαινε αν η κοπέλλα δεν ήταν η Καίτη Πλευράκη, η κόρη του φύλακα.

Τα δυο παιδιά έχουν δει τους προηγούμενους φυγάδες και κάποια στιγμή ρώτησαν έναν απ' αυτούς τι συμβαίνει, για να εισπράξουν ως απάντηση "είμαστε αστυνομικοί και κάτι ψάχνουμε, μην αησυχείτε". Όμως η κοπέλλα ανησυχεί, αφού ξέρει ότι μέσα στο εργοστάσιο αυτή την ώρα δουλεύει ο πατέρας της. Πλησιάζει τον Ροδάκη. "Εσύ πάλι ποιος είσαι;", ρωτάει. "Άστον μωρέ", πετιέται ο νεαρός, "αστυνομικός είναι σαν τους άλλους". Η μικρή δεν πείθεται και επιμένει στην ερώτησή της. Ο Ροδάκης αγχώνεται. "Άντε μέσα να ρωτήσεις τον φύλακα ποιος είμαι", απαντάει και κάνει να φύγει αλλά η κοπέλλα τον πιάνει από το μανίκι και τον τραβάει.

Αναστατωμένος πια, ο Ροδάκης απελευθερώνεται από την κοπέλλα και χυμάει στην στάση, φωνάζοντας στον οδηγό του λεωφορείου που μόλις ξεκινάει. Για καλή του τύχη, ο οδηγός είναι ψιλομουσούδι και νομίζει ότι ο τύπος που τρέχει προσπαθεί να ξεφύγει από κάποιον αστυφύλακα, οπότε ανοίγει την πόρτα και κόβει ταχύτητα για να τον βοηθήσει να ξεφύγει. Ο Ροδάκης σαλτάρει στο λεωφορείο ανακουφισμένος.

Γελοιογραφία του Β. Παυλίδη από την Βραδυνή τής 19/7/1955, εποχή κατά την οποία φτιάχνεται
η γραμμή του ηλεκτρικού και υπουργός δημοσίων έργων είναι ο Κων/νος Καραμανλής.

Πϊσω, η Καίτη τρέχει στο εργοστάσιο και δεν αργεί να βρει τον πατέρα της, ο οποίος της εξηγεί τα καθέκαστα. Αλαφιασμένη, η κοπέλλα σπεύδει στον φρουρό τής σκοπιάς έξω από το εργοστάσιο. Ο διάλογος που ακολουθεί είναι σπαρταριστός:
- Φύγανε!
- Ποιοί φύγανε;
- Οι κρατούμενοι! Φύγανε!
- Φύγανε οι κρατούμενοι; Κι εγώ τι φυλάω εδώ;
- Αλήθεια σου λέω! Φύγανε!

Ο φρουρός κοιτάζει την πιτσιρίκα, που προφανώς έχει όρεξη για παιχνίδια μεσημεριάτικα. Παιχνίδια με τέτοια ζέστη; Την διώχνει, απειλώντας την πως θα την συλλάβει αν συνεχίσει. Η κοπέλλα πεισμώνει και φεύγει τρέχοντας για να ειδοποιήσει την διεύθυνση των φυλακών. Αναγκαστικά, θα κάνει τον γύρο του τετραγώνου, αφού η πύλη είναι από την απέναντι πλευρά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: