To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

20 Οκτωβρίου 2011

"Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη"

Άλλη μια μέρα απεργίας. Άλλη μια μέρα που χρειαζόμαστε όχι δημοσιεύσεις σε ιστολόγια μα ένα αντίδωρο να μας στηρίξει στον αγώνα. Σήμερα, το αντίδωρό μας θα το πάρουμε από το χέρι του Γιώργου Σαραντάρη. Είναι το εγερτηριακό "Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη", γραμμένο το 1940: 


Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη.
Πάλι σηκώνει τη σημαία.
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο.
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν.
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας.
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει.
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες.
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε.
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι.
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε.
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν.
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών.
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι.
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός.
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Γιῶργος Σαραντάρης (Κωνσταντινούπολη 1908 - Ἀθήνα 1941):