To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

16 Οκτωβρίου 2011

"Πέδρο Πάραμο"

Πόσα μυθιστορήματα έχετε νοιώσει την ανάγκη να ξαναδιαβάσετε; Μάλλον πολύ λίγα. Κατά πάσα πιθανότητα δε, δεν νοιώσατε ποτέ την ανάγκη να διαβάσετε κάποιο απ' αυτά για τρίτη φορά. Και όμως, σήμερα θα αναφερθώ σε ένα μυθιστόρημα το οποίο απαιτεί πολλές αναγνώσεις για να αποκαλυφθεί όλο του το μεγαλείο. Ένα μυθιστόρημα για το οποίο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφει, προλογίζοντάς το: "εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ προτού τελειώσω τη δεύτερη ανάγνωση" και συμπληρώνει: "δεν είναι περισσότερες από τριακόσιες σελίδες και πιστεύω ότι θα έχουν την ίδια διάρκεια με τις σελίδες που έχουν διασωθεί από το έργο του Σοφοκλή".

Η αλήθεια είναι ότι θέλω εδώ κι ένα χρόνο να αναφερθώ στο αριστούργημα του Χουάν Ρούλφο "Πέδρο Πάραμο" αλλά αισθανόμουν ότι δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό παρά το ότι το έχω διαβάσει τέσσερις φορές. Μετά από τέσσερις αναγνώσεις, λοιπόν, μπορώ να καταλάβω εκείνους οι οποίοι ισχυρίζονται πως πάντα θα ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο σε τούτο το βιβλίο, όσες φορές κι αν το διαβάσεις.

Ο Χουάν Ρούλφο θεωρείται ο κορυφαίος (ή, έστω, μεταξύ των κορυφαίων) τόσο της μεξικανικής όσο και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αν και οι μόνες του δημοσιεύσεις ήσαν μια συλλογή διηγημάτων ("Η πεδιάδα στις φλόγες", 1953) και τούτο το μυθιστόρημα, το 1955. Αν και έζησε μέχρι το 1986, ποτέ δεν έγραψε κάτι άλλο. Σύμφωνα με τον εκδότη του, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '60 ξεκίνησε να γράφει ένα μυθιστόρημα με τίτλο "La Cordillera", αλλά ποτέ δεν δημοσιεύθηκε. Λίγο πρίν τον θανατό του, ο ίδιος ο Ρούλφο ανακοίνωσε ότι είχε σκίσει τα χειρόγραφα.

Το "Πέδρο Πάραμο" διαπραγματεύεται έναν κλασσικό λογοτεχνικό θέμα: την κάθοδο στον Άδη. Μόνο που ο Ρούλφο πραγματοποιεί μια μοναδικά πολυεπίπεδη επίσκεψη, μέσα από την ιστορία ενός γιου, ο οποίος -κατά παράκληση της νεκρής μητέρας του- επισκέπτεται το χωριό των γονιών του, αναζητώντας τον πατέρα του. Παραδόξως, όμως, το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος δεν είναι ο Πάραμο. Είναι το χωριό Κομάλα. Ένα ξεκληρισμένο χωριό, όπου ζουν μόνο ψυχές. Όλα τα πρόσωπα είναι νεκρά, ακόμα και ο αφηγητής.

Η πρώτη ανάγνωση είναι μάλλον πολύ δύσκολη, γιατί η διάκριση μεταξύ χρόνου και χώρου απεμπολείται, οι χρόνοι της αφήγησης συγχέονται και το παρόν συνυπάρχει με το παρελθόν. Το μπέρδεμα είναι τόσο, ώστε τελειώνοντας την πρώτη ανάγνωση, αναρωτιέσαι τί ήταν αυτό που διάβασες. Ευτυχώς, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα "επίμετρο", όπου ο μεγάλος μεξικανός συγγραφέας Κάρλος Φουέντες διαφωτίζει τον αναγνώστη, του λύνει μερικές σημαντικές απορίες και...τον υποχρεώνει να αρχίσει την δεύτερη ανάγνωση. Εγώ συνειδητοποίησα την ύπαρξη του "επίμετρου" όταν τελείωσα το διάβασμα. Αν το είχα προσέξει νωρίτερα, ίσως να άρχιζα το διάβασμα του βιβλίου από το τέλος.

Στο "Πέδρο Πάραμο" παρουσιάζονται τρεις τσιφλικάδες, ο ένας πιο διεφθαρμένος από τον άλλο: ο παππούς, ο πατέρας Πέδρο και ο γιος Μιγκουέλ, ο οποίος πεθαίνει πριν από τον πατέρα του, σκοτωμένος από το ίδιο του το άλογο. Και οι τρεις τους κλέβουν τη γη των χωρικών και πηδάνε τις γυναίκες τους. Παιδί από μια τέτοια σχέση ήταν και ο Μιγκουέλ, ο μόνος από τα παιδιά του που αναγνώρισε ο Πέδρο.

Ο Ρούλφο ήταν μαρξιστής και, μοιραία, πολλοί είπαν ότι το "Πέδρο Πάραμο" είναι ένα μυθιστόρημα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ίσως να μην έχουν πολύ άδικο. Όμως, υπάρχει μια ένσταση. Σε ένα τέτοιο μυθιστόρημα, ο Πέδρο θα έπεφτε νεκρός κάτω από τα χτυπήματα των εξεγερμένων χωρικών. Αντίθετα, ο Ρούλφο δεν κάνει κάτι τέτοιο. Προτιμά να οριοθετήσει την εξουσία των αρχόντων με απόλυτα υπαρξιακό τρόπο. Στο μυθιστόρημα, οι άρχοντες μπορούν να παίρνουν την γη και τις γυναίκες των φτωχών χωρικών αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορούν να κλέψουν: ο έρωτας. Και, φυσικά, η δύναμή τους είναι άχρηστη μπροστά στον θάνατο.

Ο Χουάν Ρούλφο δεν είναι ο μόνος συγγραφέας που έγινε διάσημος γράφοντας ένα και μόνο μυθιστόρημα. Το ίδιο έκαναν ο Τζερόμ Σάλινγκερ με το "Ο φύλακας στην σίκαλη", η Μαίρη Σέλλεϋ με το "Φρανκεστάιν" και ο δικός μας Κώστας Ταχτσής με το "Το τρίτο στεφάνι". Όλοι αυτοί ανήκουν σε μια ιδιότυπη κάστα συγγραφέων, οι οποίοι άδειασαν σε ένα βιβλίο ό,τι είχαν μέσα τους και στην συνέχεια αισθάνθηκαν ότι δεν είχαν κάτι σημαντικώτερο να πουν. Δεν μιμήθηκαν τον Ανδρέα Κάλβο, ο οποίος αναλώθηκε σε αναιμικούς ψιθύρους προσπαθώντας να επαναλάβει την συγκλονιστική κραυγή των "Ωδών".

Δεν ξέρω πού είδε τις τριακόσιες σελίδες ο Μάρκες αλλά το "Πέδρο Πάραμο" που κυκλοφορεί από τον "Πατάκη" εκτείνεται σε 180 αραιογραμμένες σελίδες (*) όλες κι όλες (260 μαζί με τους προλόγους και το επίμετρο). Αν αισθάνεστε έτοιμοι για μια πρωτόγνωρη αναγνωστική εμπειρία, διαθέστε άφοβα τα 13 ευρώ που θα σας ζητήσει ο βιβλιοπώλης σας.



(*) Αξίζει να σημειώσουμε ότι, όπως αναφέρει στο εισαγωγικό της σημείωμα η μεταφράστρια Έφη Γιαννοπούλου, ο Χουάν Ρούλφο αφαίρεσε 100 σελίδες πριν δημοσιεύσει το βιβλίο του!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Χαίρομαι πάρα πολύ που επιτέλους κάποιος ασχολείται με τόση αγάπη -κι αυτός είστε εσείς- με αυτό το μικρό διαμαντάκι του Χουάν Ρούλφο.

Παρά τις επίμονες συστάσεις του βιβλιοπώλη μου, διαρκώς ανέβαλλα την ανάγνωσή του.
Προφανώς δεν είχε έρθει η ώρα του για μένα.

Διαβάζοντάς το πριν 2-3 χρόνια, έμεινα άφωνη.
Κυριολεκτικά μαγεμένη.

Μου θύμισε την ομηρική Νέκυια.

Εξαιρετική η παρουσίασή σας!


κ.κ.