To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

5 Οκτωβρίου 2011

"Η διαθήκη μου" και το "Υστερόγραφο"

Θυμάμαι, πριν τριάντα τόσα χρόνια, όντας κι εγώ φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, με είχε εντυπωσιάσει ένα σύνθημα, γραμμένο με λεπτό μαρκαδόρο σε κάποιον τοίχο: "Μην αμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας θα έχει πολλή ξηρασία."... Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να ανακαλύψω ότι εκείνο το "σύνθημα", που μου είχε μείνει άσβεστο στην μνήμη, δεν ήταν παρά στίχοι από το εκπληκτικό ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού "Θα σας περιμένω".

Σήμερα, ημέρα απεργίας, το ιστολόγιο, όπως κάνει κάθε φορά, συμμετέχει και δεν προσφέρει παρά μόνο το συνηθισμένο "αντίδωρο". Τούτη την φορά, θα πάρουμε το αντίδωρό μας από το χέρι του Μιχάλη Κατσαρού. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικώτερα κομμάτια της νεοελληνικής ποίησης, ευρύτατα γνωστό, με τίτλο "Η διαθήκη μου":


Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .

Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις

σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.



Το ποίημα αυτό έχει πίσω του μια ιστορία. Δημοσιεύθηκε το 1953 στην εφημερίδα "Δημοκρατικός Τύπος" του Τάκη Σοφιανόπουλου, ο οποίος πολιτευόταν με το "Αγροτικό Κόμμα", τότε συνεργαζόμενο με το ΚΚΕ. Δυστυχώς, όμως, ο Σοφιανόπουλος δεν μπόρεσε να αντέξει τον πύρινο λόγο του Κατσαρού και αποφάσισε να λογοκρίνει το ποίημα, κόβοντας τα κομμάτια που είναι υπογραμμισμένα. Ο Κατσαρός επανήλθε με το "Υστερόγραφο":

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί -καθώς διαβάστηκε-
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο.
Εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν
–Τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα.
Ποιός είναι αυτός που πνίγει.
Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι.
Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. 



Τελικά, η ανοησία του Σοφιανόπουλου έγινε αφορμή να καταγραφεί ένας ακόμη σπουδαίος στίχος που έγινε σύνθημα: "Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν"...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εγώ πάλι, λέω να αντισταθώ στη Νέα Τάξη που με τόσο πάθος προβάλεις. Θα προτιμήσω να ζω τον απλό καθημερινό Έλληνα και την απλή καθημερινή Ελληνίδα, με τις αναμνήσεις, τις μυρωδιές των παιδικών ανέμελων χρόνων μου. Προτιμώ να ζω και να μυρίζω Ελλάδα, να βλέπω τριγύρω μου λευκά και γαλανά. Εσύ πως αντέχεις να ζεις με κακία, μίσος για την πατρίδα σου και τους ανθρώπους της; Δεν είναι πολύ επώδυνο; Απλά αναρωτιέμαι.

Ανώνυμος είπε...

Καταπληκτικός ο Μιχάλης Κατσαρός!

Έχω την εντύπωση ότι ο Ανώνυμος μάλλον δεν κατάλαβε το πνεύμα του, αν κρίνω από το σχόλιό του.
Κρίμα...

κ.κ.