To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Φεβρουαρίου 2007

"Στρατιώτες της Σαλαμίνας"


Τον Άντονυ Μπήβορ (Antony Beevor) τον ήξερα από τα θαυμάσια ιστορικά βιβλία του "Στάλινγκραντ" και "Βερολίνο: η πτώση". Όταν διάβασα, λοιπόν, ότι κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο για τον Ισπανικό Εμφύλιο, ενθουσιάστηκα. Τελώντας εν αναμονή, αποφάσισα να ξαναδιαβάσω ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας τα οποία διαπραγματεύονται πτυχές αυτού του μεγάλου θέματος. Πρόκειται για το βιβλίο του Χαβιέρ Θέρκας (Javier Cercas) "Στρατιώτες της Σαλαμίνας" (Πατάκης, 2002, σελ. 269).

Όταν εμείς οι "προοδευτικοί" μιλάμε για εμφύλιο πόλεμο, οι "άλλοι" σπεύδουν να μας διορθώσουν: όχι εμφύλιος αλλά συμμοριτοπόλεμος. Μπορεί κάπου να έχουμε βολευτεί κι οι δυο με την λέξη "ανταρτοπόλεμος" αλλά το παράξενο είναι ότι εμείς, ενώ επιμένουμε να μιλάμε για εμφύλιο, συνεχίζουμε να βλέπουμε εγκλήματα μόνο στην πλευρά των άλλων. Σαν να μη μας έχει διδάξει τίποτε η ιστορία.

Ο Θέρκας γράφει σε πρώτο πρόσωπο, υποδυόμενος τον εαυτό του που θέλει να γράψει ένα βιβλίο για έναν στασιαστή με το ποιητικό όνομα Ραφαέλ Σάντσεθ Μάθας, μπερδεύοντας με καταπληκτικό τρόπο τα γεγονότα με την μυθοπλασία ("στη Σαραγόσα υπάρχει ένας δρόμος με το όνομά του"). Στα τέλη του ισπανικού εμφυλίου, οι Δημοκράτες υποχωρούν κατατροπωμένοι από τα φρανκικά στρατεύματα κι ετοιμάζονται να περάσουν τα σύνορα προς την Γαλλία. Τότε, σε κάποιο μοναστήρι-φυλακή της Καταλωνίας αποφασίζουν την μαζική εκτέλεση 8.000 φυλακισμένων φρανκικών. Ο Σάντσεθ Μάθας καταφέρνει να ξεφύγει αλλά πέφτει πάνω σε έναν πολιτοφύλακα. Κι ενώ περιμένει το μοιραίο, ο πολιτοφύλακας απομακρύνεται χαρίζοντάς του τη ζωή.

Φαίνεται παράξενο το ότι ο Θέρκας γράφει για έναν φρανκικό, "ίσως τον παλιότερο φαλαγγίτη". Παρά το ότι φροντίζει να ξεκαθαρίσει τη θέση του ("άρθρα αρχικά υιοθετημένα ως επαναστατική ιδεολογία σύγκρουσης μπροστά στον επικείμενο πόλεμο και αργότερα υποβαθμισμένα στην κατηγορία του ιδεολογικού διακοσμητικού στοιχείου από τον χοντρούλη, θηλυπρεπή, ανίκανο, πονηρό και συντηρητικό στρατηγίσκο που τα σφετερίστηκε, κατέληξαν να μετατραπούν στα όλο και πιο διεφθαρμένα και άνευ σημασίας σύμβολα με τα οποία μια χούφτα αγροίκων αγωνίστηκε επί σαράντα χρόνια να επιβάλει ένα καθεστώς του κώλου"), οι αντιδράσεις για το βιβλίο που ετοιμάζει είναι έντονες ("μα να θέλεις να γράψεις για ένα φασίστα με τόσους καλούς κομμουνιστές εκεί έξω;", "στο 'πα να μη γράψεις γι' αυτόν τον φασίστα, αυτοί γαμάνε ό,τι βρεθεί στον δρόμο τους").

Το κείμενο του Θέρκας έχει μια χαλαρή ροή που δεν κουράζει και οι δύσκολες εικόνες απαλύνονται με συχνές προσφυγές σε ποιητικούς στοχασμούς. Άλλωστε, ο Θέρκας αποδεικνύεται εραστής της ποίησης, όχι μόνο παρουσιάζοντας τον πρωταγωνιστή του ως ποιητή στα νιάτα του και βάζοντάς τον να τραγουδά ή να απαγγέλλει σονέτα αλλά παραθέτοντας και αφορισμούς που σχετίζονται με την ποίηση ("όποιος κι αν κερδίσει στους πολέμους, οι ποιητές πάντα χάνουν", "τους λαούς δεν τους παρακινεί ποτέ κανείς άλλος παρά μόνο οι ποιητές", "ο πόλεμος είναι η κατεξοχήν εποχή των ποιητών και των ηρώων").

Οι γωνίες αμβλύνονται κι οι αντιπαραθέσεις του παρελθόντος έχουν χάσει την αρχική τους ένταση διατηρώντας μόνο την πατίνα του χρόνου. Ο πολιτοφύλακας δεν θυμίζει τις προπαγανδιστικές αφίσσες που δείχνουν ένα σκληροτράχηλο άντρα με την γροθιά υψωμένη και το όπλο προτεταμένο. Είναι απλώς "ο ανώνυμος και ηττημένος στρατιώτης" το βλέμμα του οποίου "δεν περιέχει συμπόνοια ούτε μίσος, ούτε καν περιφρόνηση". Ο φαλαγγίτης γίνεται συμπαθής, ως άνθρωπος που έζησε την ουτοπία των ιδεών του. Και στο τέλος, ο ογδοντάχρονος παλαίμαχος δημοκράτης μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε "αν κι οι βετεράνοι της Σαλαμίνας έδιναν αυτή την εγκαταλειμμένη εικόνα του παλιού τρακαρισμένου φορτηγατζή".

Η ματιά που ρίχνει στα 60 τελευταία χρόνια της ισπανικής ιστορίας ο Θέρκας είναι διαπεραστική και συγκλονιστική μα και κατευναστική συγχρόνως. Η εξιλέωση έρχεται στην πλατειά αγκαλιά του γέρου βετεράνου πολεμιστή και στην τελευταία εικόνα του βιβλίου με τον στρατιώτη που κινείται προς τα εμπρός ανεμίζοντας τη σημαία μιας ανύπαρκτης χώρας.
Οι "Στρατιώτες της Σαλαμίνας" δίκαια γνώρισαν αναγνώριση και διακρίσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: