Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]

7 Φεβρουαρίου 2012

"Ο Δρόμος"

Απεργία σήμερα και, όπως πάντα τέτοιες μέρες, το ιστολόγιο μένει μακρυά από τις συνηθισμένες αναρτήσεις και περιορίζεται σε ένα μικρό αντίδωρο από το χέρι κάποιου ποιητή. Σημερινός δωρεοδότης μας είναι ο Γιάννης Σκαρίμπας, που μας χαρίζει το ποίημά του "Ο Δρόμος". Δεν ξέρω πόσοι ειδικοί φιλόλογοι θα γελάσουν αλλά, προσωπικά, μου θυμίζει το αριστούργημα του Κώστα Βάρναλη "Οι Μοιραίοι"...


Οι άνθρωποι είχαν ηττηθεί
διότι η επέλαση αποκρούστηκε.

Μάταια οι σάλπιγγες τους πρόσταζαν
την επάνοδο στο αίμα
- αυτοί φεύγαν σαν τα πρόβατα
στην προσέγγιση του τραίνου.

Ηττημένοι και δειλοί
(οι πρώην άτρομοι)
τον σωστό 'χαν έβρει δρόμο...


[Από την συλλογή "Βοϊδάγγελοι" (α' έκδοση: Αίγαγρος 1968, β' έκδοση: Κάκτος 1976). Το ποίημα εμφανίζεται και άτιτλο στην δεύτερη έκδοση του πεζογραφήματος "Το σόλο τού Φίγκαρω" (α' έκδοση: Γκοβόστης 1939, β' έκδοση: Κάκτος 1971)]

6 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 75. Οι οίκοι αξιολόγησης και τα δομημένα ομόλογα

Έχουμε αναφερθεί παλιότερα στα παιχνίδια των οίκων αξιολόγησης ("Οίκοι αξιολόγησης ή οίκοι ανοχής;", "Οίκοι αξιολόγησης ή ωμοί εκβιαστές;", "Ο σκοτεινός ρόλος των οίκων αξιολόγησης"). Τώρα θα συμπληρώσουμε εκείνα τα κείμενα, επειδή αυτοί οι "οίκοι" αποτελούν βασικό εργαλείο του καπιταλιστικού συστήματος και όσο περισσότερα γνωρίζουμε γι' αυτούς τόσο καλύτερα καταλαβαίνουμε τα όσα διεκτραγωδούνται σήμερα σε όλο τον κόσμο.

Κατ' αρχάς, οι τρεις μεγάλοι οίκοι (Μoody's, Fitch, Standard & Poor's) χαρακτηρίζονται από στρεβλά κίνητρα εφ' όσον υπάρχει ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Καλεί μια τράπεζα την Moody's να αξιολογήσει ένα επενδυτικό προϊόν της. Αν η Moody's δεν βγάλει την βαθμολογία που βολεύει την τράπεζα, η τράπεζα θα στραφεί στην Fitch. Τί να κάνει η δόλια η Moody's, λοιπόν; Να πει ότι το ομόλογο είναι επικίνδυνο και να χάσει τον πελάτη ή να δώσει υψηλή βαθμολογία και να τσεπώσει την αμοιβή; Στον καπιταλισμό η απάντηση είναι ευνόητη.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από ένα κόλπο που έχουν βρει αυτοί οι "οίκοι" ώστε να αβγατίζουν τα έσοδά τους: παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, π.χ. πώς να παίρνει κάποιος καλή βαθμολογία για ένα επενδυτικό προϊόν. Δηλαδή: μαζεύουν χρήμα συμβουλεύοντας τις επενδυτικές εταιρείες πώς να πετυχαίνουν υψηλές αξιολογήσεις και μετά βγάζουν ακόμη περισσότερο χρήμα δίνοντας τις βαθμολογίες.

Τα "έξυπνα" στελέχη των επενδυτικών εταιρειών (σημ.: μη ξεχνάμε ότι η κατάργηση του νόμου Glass-Steagall έκανε όλες τις τράπεζες επενδυτικές εταιρείες) έμαθαν γρήγορα πώς να παίρνουν υψηλή βαθμολογία για τα προϊόντα τους. Αρχικά, έφτιαχναν πακέτα ενυπόθηκων δανείων και μετά τα τεμάχιζαν σε "μέρη". Κάθε είσπραξη που γινόταν κατέληγε πρώτα στο ασφαλέστερο "μέρος". Όταν ξοφλούνταν οι οφειλές αυτού του "μέρους", τα χρήματα πήγαιναν στο επόμενο ασφαλέστερο "μέρος" κ.ο.κ. Δηλαδή, το πιο επικίνδυνο "μέρος" εξοφλείτο τελευταίο. Μέχρι τότε, όμως, τί πετύχαιναν τα τζίνια; Το ασφαλέστερο "μέρος", που μάζευε γρήγορα τα λεφτά του, πετύχαινε βαθμολογία ΑΑΑ. Διοχετεύοντας, λοιπόν, ένα τμήμα των εσόδων του προς τα κάτω, "βοηθούσαν" την βαθμολογία του χαμηλότερου "μέρους". Έτσι, αν ένα πακέτο κομματιαζόταν σωστά, θα μπορούσε να συμπεριλάβει και κάμποσα "σκουπίδια". Τα πάντα ήταν ζήτημα "δομής" τού πακέτου. Αυτό το πακέτο είναι που μάθαμε όλοι να αποκαλούμε "δομημένο ομόλογο".

Ένα άλλο πρόβλημα των οίκων αξιολόγησης είναι ότι χρησιμοποιούν προβληματικά μοντέλα ανάλυσης επειδή...έτσι βολεύει. Για παράδειγμα, αυτά τα μοντέλα λειτουργούν με την παραδοχή ότι δεν θα πέσουν ποτέ οι τιμές σε κάποια αγορά (π.χ. στην αγορά ακινήτων) ή, αν πέσουν, η πτώση δεν θα είναι γενική. Θεωρητικά, αυτό μπορεί να σταθεί αλλά με μια προϋπόθεση: να υπάρχει διαφοροποίηση στους τίτλους. Όμως, στην πράξη όλα τα "δομημένα ομόλογα" μοιάζουν μεταξύ τους, αφού στηρίζονται στα ίδια προβληματικά δεδομένα: αλόγιστα δάνεια, χαμηλά επιτόκια, υψηλή κατανάλωση, χαμηλή ανεργία. Κατ' επέκταση, μια βίαιη μεταβολή σε οποιοδήποτε από αυτά τα δεδομένα προκαλεί οπωσδήποτε γενικό πρόβλημα. Έτσι, λοιπόν, όσο κι αν τα "παραμορφωμένα" golden boys καμώνονται πως δεν το καταλαβαίνουν, είναι ζήτημα απλής λογικής ότι το σκάσιμο μιας φούσκας σε οποιοδήποτε μέρος τού πλανήτη, πυροδοτεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Εξ άλλου, οι οίκοι αξιολόγησης αδιαφορούν για την προβληματικότητα των μοντέλων τους επειδή θεωρούν ότι βίαια οικονομικά γεγονότα συμβαίνουν μια φορά στα χίλια χρόνια. Και όμως, ο παππούς Κάρολος είχε καταδείξει -και αποδείξει με στοιχεία- από τα μέσα τού 19ου αιώνα ότι οι οικονομικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από μια περιοδικότητα δεκαετίας περίπου (*). Π.χ., η Moody's είχε ισχυριστεί ότι το χρηματιστηριακό κραχ τής 19ης Οκτωβρίου 1987 θα μπορούσε να συμβεί μία φορά στα 20 δισεκατομμύρια χρόνια. Κι όμως, δέκα χρόνια αργότερα, την διετία 1997-1998, σημειώθηκε νέα παγκόσμια χρηματιστηριακή κρίση (**). Και, βέβαια, μετά από άλλα δέκα χρόνια ξέσπασε η κρίση που βιώνουμε ακόμη και σήμερα.

Φαίνεται ότι ο φόρτος εργασίας δεν επιτρέπει στα στελέχη των οίκων αξιολόγησης να διαβάσουν και κανένα βιβλίο, ούτε ιστορικό ούτε οικονομικό. Προφανώς, το ίδιο πρόβλημα έχουν και όσοι επενδύουν σε "δομημένα ομόλογα", όπως συνέβη στην περίπτωση των διοικητών των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίοι εξανέμισαν την περιουσία χιλιάδων εργαζομένων καλυπτόμενοι πίσω από τα πιστοποιητικά των περίφημων οίκων αξιολόγησης...



(*) Διαβάστε σχετικά το εξαιρετικό βιβλιαράκι "Μαρξ-Ένγκελς: Κείμενα για την οικονομική κρίση" (Σύγχρονη Εποχή, σελ. 198). Θα εκπλαγείτε και από την σαφήνεια και από την απλότητά του.

(**) Η κρίση τού 1997-1998 οδήγησε στην κατάρρευση του Long-Term Capital Management, ενός hedge fund (στα ελληνικά: κεφάλαιο αντιστάθμισης κινδύνων), ενεργητικού ενός τρισεκατομμυρίου δολλαρίων. Αυτό το hedge fund είχε συσταθεί από τους Μάυρον Σόουλς και Ρόμπερτ Μέρτον, οι οποίοι πριν λίγο καιρό είχαν κερδίσει Νόμπελ Οικονομίας για το έργο τους στην αποτίμηση των δικαιωμάτων προαίρεσης!

5 Φεβρουαρίου 2012

"Ιχνηλασίες"

Ομολογώ ότι μόλις είδα το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο του βιβλίου στο οποίο αναφέρομαι σήμερα, άφησα να μου ξεφύγει μια βρισιά και έστριψα την πλάτη. Ευτυχώς, με την άκρη τού ματιού έπιασα τον εκδοτικό οίκο και ξαναγύρισα έκπληκτος. "Αδύνατον", σκέφτηκα, "ο Νίκος Παπανδρέου στην Σύγχρονη Εποχή...". Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου και η απορία μου λύθηκε, βλέποντας στο "αφτί" τού οπισθόφυλλου την φωτογραφία τού συγγραφέα. Καμμία σχέση με τον αδελφό τού τέως πρωθυπουργού.

Ο συγγραφέας τού σημερινού βιβλίου αποτελεί τυπική περίπτωση δημοκρατικού αντιστασιακού: κατά την διάρκεια της κατοχής βγήκε στο βουνό ως αντάρτης και μετά την κατοχή ξαναβγήκε ως κυνηγημένος από τους "εθνικόφρονες". Μετά την ήττα τού Δημοκρατικού Στρατού, πήρε τον δρόμο τής πολιτικής προσφυγιάς και βρέθηκε στην Ρουμανία, όπου σπούδασε φιλολογία. Με την πτώση τής χούντας, επέστρεψε στην Ελλάδα και συνέχισε να κάνει εκείνο που είχε μάθει να κάνει καλά: δημοσιογραφία, φιλολογικές μελέτες και μεταφράσεις.

Οι "Ιχνηλασίες" είναι μια συλλογή δεκατριών διηγημάτων, η κοινή ρίζα των οποίων προέρχεται από τα θέματα που σημάδεψαν την ιστορία αυτού του τόπου στο δεύτερο μισό τού περασμένου αιώνα: κατοχή, εμφύλιος, αντίσταση, εξορία. Μπορεί να έχουν γραφτεί αμέτρητα αφηγήματα με τέτοιο περιεχόμενο αλλά υπάρχει κάτι απροσδιόριστο που διαφοροποιεί τις "Ιχνηλασίες" από όλα αυτά. Ίσως να είναι η αγάπη με την οποία ο συγγραφέας περιβάλλει τους πρωταγωνιστές των ιστοριών του, ακόμη κι αυτούς που κάποιος θα χαρακτήριζε ως "κακούς". Ίσως, πάλι, να είναι η αποστασιοποίηση του αφηγητή, ο οποίος διηγείται δίχως να προσπαθεί να "διδάξει". Ίσως, ακόμη, να είναι η φόρτιση που δημιουργείται στον αναγνώστη από κάθε διήγημα, παρά την ολοφάνερη προσπάθεια του συγγραφέα να αποφύγει τις εύκολες συγκινήσεις. Σε τελική ανάλυση, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που με έκανε να ξεχωρίσω τούτο το βιβλίο αλλά σίγουρα κάτι υπάρχει.

Προσέξτε στην "Υπόσχεση" έναν υφέρποντα οίκτο τού συγγραφέα προς τον αστυνομικό διοικητή, τον οποίο κάποιος άλλος θα αντιμετώπιζε απλώς ως παλιοτόμαρο. Ο ίδιος οίκτος υπάρχει και στο "Το σπίτι δεν πουλιέται", αυτή την φορά για εκείνους που πλούτισαν ως συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων. Το "Ροζαμούντε" είναι ένας πίνακας αφιερωμένος στην στάση των απλών, καθημερινών ανθρώπων απέναντι στους κατακτητές. "Η Αμέρικα του Προκόπη" εντυπωσιάζει ως ηθογραφία και χαρακτηρίζεται από το τέλος του πρωταγωνιστή της, ο οποίος πεθαίνει μουτζώνοντας τον ουρανό. Η "Ηθική Αγωγή" διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο ένας συγγραφέας μπορεί να πει τα πάντα για την Μακρόνησο μέσα σε 24 μόλις σελίδες. "Ο Εισαγγελέας" αφήνει μια όμορφη, γλυκόπικρη γεύση ενώ στο "Άβυσσος η ψυχή" μπορούμε να γελάσουμε μέχρι δακρύων με όσα συμβαίνουν όταν πεθαίνει ένας "σκατόψυχος" δεσπότης, "Η Μπέσα" θα θυμίσει στους σινεφίλ αναγνώστες την εκπληκτική (αν και σχετικά άγνωστη) ταινία τής Λαρίσας Σέπιτκο "Η Ανάβαση"(*). Το "Ένα καλάμι στην Μπόρα" είναι άλλο ένα στιγμιότυπο από την Μακρόνησο και "Τα σαμποτέρια" καταγράφουν ένα εύθυμο περιστατικό από τον εμφύλιο, όπου πρωταγωνιστεί ένα...μοσχάρι. Τα δυο τελευταία διηγήματα, "Το Σφάλμα" και "Δράμα σε πράξεις τρεις" είναι μάλλον αδύναμα και αφήνουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι κάτι τους λείπει.

Τελικά, μπορεί οι "Ιχνηλασίες" να μη συνιστούν αυτό που οι κριτικοί αποκαλούν "αριστούργημα" αλλά αξίζει με το παραπάνω να ασχοληθούμε μαζί τους. Άλλωστε, δεν είναι καθόλου εύκολο να βρεις μια συλλογή με απλά διηγήματα, που να μιλούν κατ' ευθείαν στην ψυχή, δίχως φιοριτούρες. Και νομίζω ότι εντόπισα, επί τέλους, τι είναι αυτό που με έκανε να ξεχωρίσω τούτο το βιβλίο: τέτοιες ιστορίες θα ήθελα να μου διηγιόταν η γιαγιά μου πριν καμμιά σαρανταπενταριά χρόνια. Ανάθεμά με αν αυτό και μόνο δεν είναι αρκετό για να δικαιολογήσει τα 10 ευρώ που έδωσα στον βιβλιοπώλη...



(*) Άσχετο μεν αλλά η μια κουβέντα φέρνει την άλλη. Η Λαρίσα Σέπιτκο είναι η πρόωρα χαμένη σύντροφος ενός άλλου μεγάλου ρώσου κινηματογραφιστή: του Έλεμ Κλίμοφ. Θα δυσκολευτείτε να βρείτε την "Ανάβαση" (The Ascent, Восхождение) αλλά αναζητείστε το αριστούργημα του Κλίμοφ "Έλα να δεις" (Come and SeeИди и смотри), το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα σε dvd. Δεν έχουν άδικο όσοι λένε πως πρόκειται για μια από τις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών.

4 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 74. Τραπεζική απληστία

Στο σημείο αυτό αξίζει να ανοίξουμε μια παρένθεση για να δούμε αναλυτικά τα τερτίπια που μηχανεύτηκαν οι τράπεζες των ΗΠΑ προκειμένου να προσποριστούν γρήγορα και μεγάλα κέρδη. Στο τέλος της ανάγνωσης αυτού του σημειώματος, ο αναγνώστης θα μπορεί αβίαστα να κάνει παραλληλισμούς με όσα έγιναν στον τόπο μας στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.

Πρώτα-πρώτα, στις ΗΠΑ τα στεγαστικά δάνεια χορηγούνται ως "ενυπόθηκα άνευ προσφυγής". Το "ενυπόθηκα" το καταλαβαίνουμε. Το "άνευ προσφυγής" σημαίνει ότι η μόνη κάλυψη της τράπεζας είναι το υποθηκευμένο ακίνητο. Με άλλα λόγια, αν εγώ πάρω ένα τέτοιο δάνειο και πάψω να το εξυπηρετώ, η τράπεζα μου παίρνει το ακίνητο αλλά δεν μπορεί να προσφύγει κατά των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων μου. Έτσι, ένα ενυπόθηκο δάνειο άνευ προσφυγής ίσο με το 100% της αξίας του ακινήτου ονομάζεται στην οικονομική επιστήμη "δικαίωμα προαίρεσης". Τι σημαίνει αυτό; Αν ανεβεί η τιμή τού ακινήτου, ο ιδιοκτήτης καρπώνεται την διαφορά. Αν πέσει, παραδίδει απλώς τα κλειδιά και "την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια".

Με την κόντρα που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους οι τράπεζες, το φαινόμενο των δανείων με 100% κάλυψη δεν ήταν απλώς συνηθισμένο αλλά σχεδόν πάγια πρακτική. Μάλιστα, πολύ συχνά χορηγούνταν δάνεια στο 120% ή και στο 130% της αξίας του ακινήτου! Κι αφού ο δανειζόμενος ήταν εξασφαλισμένος σε περίπτωση μείωσης της αξίας, είχε συμφέρον να αγοράσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και ακριβώτερο ακίνητο, ώστε να κερδίσει περισσότερα σε περίπτωση που ανέβαινε η αξία του. Από την άλλη, όσο μεγαλύτερο ήταν το δάνειο τόσο μεγαλύτερη προμήθεια εισέπρατταν οι τράπεζες. Έτσι, κανένας δεν είχε κίνητρο να βάλει φρένο σ' αυτόν τον παραλογισμό.

Ένα άλλο τερτίπι των τραπεζών ήταν τα δάνεια με επιτόκια "κράχτες": εξαιρετικά χαμηλό έως μηδενικό επιτόκιο τα πρώτα χρόνια και προοδευτική αύξησή του όσο πλησίαζε η λήξη. Όμως, κανένας δανειολήπτης δεν ανησυχούσε για το τι θα γινόταν μετά από π.χ. 2 χρόνια, εφ' όσον και γι' αυτό υπήρχε λύση: όταν στην διετία επρόκειτο να αυξηθεί το επιτόκιο, εκείνος "αμπαλάριζε" το δάνειό του και το αναχρηματοδοτούσε πηγαίνοντάς το σε άλλη τράπεζα, οπότε...φτου κι απ' την αρχή. Φυσικά, οι τράπεζες το ήξεραν αυτό το "κόλπο" (άλλωστε αυτές το εισήγαγαν!) αλλά δεν είχαν λόγο να το φρενάρουν, αφού κάθε αναχρηματοδότηση σήμαινε νέες προμήθειες.

Παράλληλα, η ίδια η "φούσκα" διευκόλυνε την δανειακή έκρηξη. Δείτε ένα παράδειγμα: Αγοράζω ένα ακίνητο αξίας 100.000 δολλαρίων, παίρνοντας δάνειο 120.000 με επιτόκιο "κράχτη". Πάνω στην διετία μεταφέρω το δάνειό μου σε άλλη τράπεζα. Στο μεταξύ, η αξία του ακινήτου μου έχει πάει στα 110.000 δολλάρια, οπότε παίρνω άνετα από την νέα τράπεζα δάνειο 130.000, καθαρίζω το παλιό δάνειο και μου μένουν και 10 χιλιάρικα. Ουσιαστικά, δηλαδή, εξασφαλίζω ένα πολύ καλό χαρτζηλίκι κάθε δυο χρόνια, αγοράζοντας ξανά και ξανά το δικό μου σπίτι! Φανταστείτε τώρα πόσο καλύτερο θα ήταν αυτό το χαρτζηλίκι αν στην αρχή είχα προτιμήσει να αγοράσω ακίνητο αξίας 500.000 δολλαρίων...

Η απληστία των -εκτός παντός κρατικού ελέγχου- τραπεζών έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε χορηγούσαν δάνεια με αρνητικό χρεωλύσιο. Δηλαδή, επέτρεπαν στον δανειολήπτη να πληρώνει κάθε χρόνο όσα εκείνος νόμιζε, μη υποχρεώνοντάς τον να καταβάλλει τουλάχιστον τους τόκους! Έτσι, στο τέλος της κάθε χρονιάς, ο δανειολήπτης χρωστούσε περισσότερα από όσα στην αρχή. Αν βρισκόταν κάποιος πελάτης που ανησυχούσε στην προοπτική να χρωστάει κάθε χρόνο και περισσότερα, οι τράπεζες έσπευδαν να τον καθησυχάσουν, λέγοντάς του ότι η αναμενόμενη αύξησης της αξίας του ακινήτου του θα υπερκάλυπτε την δανειακή του επιβάρυνση.

Σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους και τα "δάνεια του ψεύτη". Στην πρεμούρα τους να πουλήσουν δάνεια, οι τράπεζες παρότρυναν τους υποψήφιους πελάτες να δηλώσουν εισοδήματα πολύ μεγαλύτερα από τα πραγματικά τους, προκειμένουν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο δάνειο και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερο ακίνητο. Συχνά, μάλιστα, οι ίδιες οι τράπεζες "φούσκωναν" τα συγκεκριμένα νούμερα, δίχως να ενημερώνουν καν τους δανειολήπτες. Είπαμε: φουσκωμένα εισοδήματα συνεπάγονται φουσκωμένα δάνεια, φουσκωμένες προμήθειες, φουσκωμένα αποτελέσματα για την τράπεζα και, τελικά, φουσκωμένα μπόνους για τους διευθυντάδες.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω θα λειτουργούσαν άψογα αν η αξία των ακινήτων αυξανόταν συνεχώς και στο διηνεκές. Πώς να γίνει κάτι τέτοιο όμως, όταν το πραγματικό εισόδημα των κατοίκων των ΗΠΑ έμενε στάσιμο επί σειρά ετών; Από την στιγμή, μάλιστα, που η αξία των ακινήτων αυξανόταν ταχύτερα από τον πληθωρισμό, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι ο κορεσμός δεν θα αργούσε για έναν απλό λόγο: τα τραπεζικά διαθέσιμα θα στέρευαν και οι τράπεζες δεν θα μπορούσαν πλέον να αναχρηματοδοτήσουν τα συνεχώς αυξανόμενα δάνεια.

Η χαριστική βολή στους καταναλωτές ήρθε από τον άνθρωπο, ο οποίος υποτίθεται ότι έπρεπε να τους διαφυλάσσει από την ανάληψη υπέρμετρων κινδύνων: τον Άλαν Γκρήνσπαν. Σε μια διαβόητη ομιλία του το 2004, ο Γκρήνσπαν συμβούλευσε τους δανειολήπτες να αφήσουν τα σταθερά επιτόκια και να επιλέξουν κυμαινόμενα. Προσωπικά, μόνο με δυο όρους μπορώ να χαρακτηρίσω αυτή την παρότρυνση του Γκρήνσπαν: ή χοντρομαλακία ή ξετσίπωτη προστυχιά. Ακόμη κι η κουτσή Μαρίκα ξέρει ότι πρέπει να επιλέξει κυμαινόμενο επιτόκιο μόνο αν προβλέπεται μείωση των επιτοκίων. Μα, ο ίδιος ο Γκρήνσπαν δεν ήταν που έναν χρόνο πρωτύτερα είχε ρίξει το επιτόκιο στο 1%; Πού στον διάβολο χαμηλότερα από το 1% θα μπορούσε να πάει; Και γεροντική άνοια να έχει κανείς, καταλαβαίνει ότι το 1% μόνο να αυξηθεί μπορεί, όχι να μειωθεί. Όντως: το 1% του 2003 έγινε 5,25% το 2006. Τόμπολα!

Είπα στον πρόλογο αυτού του σημειώματος ότι ο αναγνώστης θα μπορέσει άνετα να παραλληλίσει την ιστορία τρέλλας που παρουσιάσαμε παραπάνω, με όσα έγιναν στον τόπο μας πριν λίγα μόλις χρόνια. Δεν νομίζω ότι είχα άδικο. Προς το παρόν, κλείνουμε την παρένθεση που ανοίξαμε σήμερα και θα επανέλθουμε στο επόμενο.

3 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 73. Η φούσκα των ακινήτων σκάει

Κι ενώ οι απλοί πολίτες έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας, η Γουώλ Στρητ συμπεριφερόταν σαν υπνωτισμένη. Ειδικά οι τράπεζες δεν κατάφεραν να προωθήσουν ούτε ένα σοβαρό επενδυτικό προϊόν, το οποίο να συμπεριλαμβάνει και προστασία από το ενδεχόμενο να μειωθούν οι τιμές των ακινήτων. Αντίθετα, οι τραπεζίτες αποδύθηκαν στο κυνήγι γρήγορου κέρδους, δίχως να υπολογίζουν ούτε καν τον κίνδυνο για τις ίδιες τις τράπεζες.

Το παιχνίδι τους ήταν απλό. Όσο μεγαλύτερα κέρδη καταγράφει η τράπεζα στο τέλος τής χρήσης, τόσο υψηλότερα μπόνους διεκδικούν οι διευθυντές της (τα περίφημα golden boys). Επομένως, ο κάθε τραπεζικός μάνατζερ έχει συμφέρον να "πουλήσει" όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια, ώστε η τράπεζά του να εισπράξει τις προμήθειες και ο ίδιος να τσεπώσει ένα καλό πακέττο στο τέλος τής χρονιάς. Στην προσπάθειά τους, λοιπόν, να προσελκύσουν πελάτες, οι τράπεζες άρχισαν να ανταγωνίζονται δίχως μέτρο η μια την άλλη. Σε ένα τέτοιο κλίμα ανταγωνισμού, ήταν φυσικό να φουντώσουν τα subprime δάνεια.

Στην οικονομική θεωρία, ένα δάνειο αποκαλείται subprime όταν ο δανειολήπτης δεν έχει αντικειμενικά την δυνατότητα να το αποπληρώσει δίχως πρόβλημα. Με απλά λόγια: όταν μια τράπεζα χορηγεί σε πελάτη της δάνειο με ετήσια δόση 10.000 ευρώ ενώ ο πελάτης έχει οικογενειακό εισόδημα 15.000, είναι προφανές ότι ο δανειολήπτης δεν θα καταφέρει να είναι συνεπής στην αποπληρωμή αυτού του δανείου, οπότε μιλάμε για subprime δάνειο. Οι τράπεζες, όμως, προκειμένου να "πουλήσουν", έψηναν τον υποψήφιο πελάτη να πάρει το subprime δάνειο χρησιμοποιώντας ως δόλωμα την αύξηση της αξίας του ακινήτου. Με αυτά τα δεδομένα, σύντομα όλο το σύστημα βρέθηκε να ισορροπεί σε τεντωμένο σκοινί.

Κατά βάθος, όμως, οι τράπεζες αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο να τιναχτούν στον αέρα από μια ξαφνική κατάρρευση της αξίας των ακινήτων. Έτσι, καθώς είχαν απαλλαγεί από τον έλεγχο τού καταργημένου νόμου Glass-Steagall, άρχισαν να επιδίδονται σε υψηλή μόχλευση και να παράγουν τοξικά προϊόντα. Ομολογοποιούσαν τα subprime δάνεια που είχαν χορηγήσει και πουλούσαν το τοξικό προϊόν, πετυχαίνοντας με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: από τη μια ξεφορτώνονταν τον κίνδυνο των subprime δανείων κι από την άλλη κέρδιζαν τις προμήθειες από την πώληση των ομολόγων.

Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν τόσο απλό. Προσπαθώντας να "κουκουλώσουν" τον κίνδυνο, οι τράπεζες δημιουργούσαν πολυπλοκώτατα προϊόντα (πάντοτε βασισμένα στα ενυπόθηκα δάνεια), με συνέπεια να χάσουν τελικά τον μπούσουλα. Δεν ήταν μόνο η δυσκολία να διαπιστώσουν τα ανοίγματά τους. Το χειρότερο ήταν ότι η μια τράπεζα δεν γνώριζε σε ποια κατάσταση βρίσκονταν πραγματικά οι άλλες τράπεζες. Μπλεγμένες σε ένα απίθανο κουβάρι δομημένων ομολόγων και τοξικών παραγώγων, άρχισαν να χάνουν την εμπιστοσύνη μεταξύ τους.

Όπως λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα, τα πρώτα ανησυχητικά σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους τον Αύγουστο του 2007. Τότε, η διαφορά τού διατραπεζικού επιτοκίου (το επιτόκιο με το οποίο οι τράπεζες δανείζουν η μια την άλλη) με το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων τού δημοσίου (το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται το κράτος) σημείωσε κατακόρυφη αύξηση. Σε μια φυσιολογική οικονομία, αυτά τα δυο επιτόκια διαφέρουν ελάχιστα. Μια μεγάλη διαφορά σημαίνει, πολύ απλά, ότι οι τράπεζες δεν εμπιστεύονται η μια την άλλη. Και όχι άδικα, αφού η κάθε μια ξεχωριστά γνώριζε τους κινδύνους που κρύβονταν στους δικούς της ισολογισμούς.

Το πρόβλημα άρχισε να βγάζει μάτια και η στεγαστική αγορά όχι μόνο ανέκοψε την τρελλή της άνοδο αλλά άρχισε να βάζει και την όπισθεν. Τα πρώτα subprime δάνεια άρχισαν να "σκάνε", πολλαπλασιάζοντας τις ανησυχίες. Σύντομα οι τιμές των ακινήτων πήραν κανονικά την κατηφόρα και η αγορά πάγωσε. Με την αξία των σπιτιών τους να πέφτει, οι πολίτες είτε δεν μπορούσαν να ξωφλήσουν τα δάνειά τους πουλώντας τα ακίνητά τους είτε δεν τους συνέφερε να τα ξωφλήσουν.

Αυτή ανατροπή έφερε τα πάνω κάτω στην αγορά. Η μείωση των τιμών των ακινήτων σταμάτησε βίαια το παιχνιδάκι "αγοράζω σπίτι, το πουλάω με κέρδος και αγοράζω άλλο", με συνέπεια να μπει φρένο στην κατανάλωση. Παράλληλα, πολλοί δανειολήπτες άρχισαν να "φεσώνουν" τις πιστωτικές τους κάρτες, προσπαθώντας να εξοικονομήσουν χρήματα για να κρατήσουν το σπίτι τους. Έτσι, δημιουργήθηκε ένα ντόμινο: το "ξεφούσκωμα" των ακινήτων έφερε μείωση στην κατανάλωση, δημιουργώντας πρόβλημα σε πολλές επιχειρήσεις, οι οποίες μοιραία άρχισαν να αθετούν τις πληρωμές τους. Τελικά, οι τράπεζες δέχτηκαν διπλό πλήγμα: ένα από τα στεγαστικά δάνεια και ένα από τα εμπορικά.

Με την καταστροφή προ των πυλών, ο πρόεδρος Μπους ο Β(λαξ) επέμενε ότι επρόκειτο για μια μικρή αναταραχή. Στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την αγορά κατοικίας στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 14 ετών, ο Μπους δήλωνε: "Νοιώθω ικανοποίηση για πολλούς από τους οικονομικούς δείκτες εδώ στις ΗΠΑ". Στις 13 Νοεμβρίου ήταν καθησυχαστικός: "Τα υποστηλώματα της οικονομίας μας είναι ισχυρά". Έπρεπε να φτάσει ο Δεκέμβριος για να παραδεχτεί ότι ίσως υπήρχε πρόβλημα: "Είναι σαφές ότι υπάρχουν κάποια μαύρα σύννεφα και κάποιες ανησυχίες, αλλά τα υποστηλώματα είναι γερά".(*)

Θα συνεχίσουμε.


(*) Όλη η "ευφυΐα" τού προέδρου, στο "Bush mixes concern, optimism on economy" (USA Today, 23/03/2008)

2 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 72. Ο Γκρήνσπαν γκρεμίζει τα επιτόκια

Ένα από τα θέσφατα του Φρήντμαν είναι ότι απαιτείται ταχύτατη και πλήρης απορρύθμιση, αποδόμηση και ισοπέδωση του χώρου στον οποίο θα οικοδομήσει το τέλειο κτίσμα της η ελεύθερη αγορά. Είδαμε πως ισοπεδώθηκαν (ή, τουλάχιστον, επιχειρήθηκε να ισοπεδωθούν), προς δόξαν αυτού του αξιώματος, η Βολιβία, η Ινδονησία, η Χιλή, η Αργεντινή, η Πολωνία, η Κίνα, η Ρωσσία, το Ιράκ κλπ. Από το μένος των φρηντμανιστών δεν θα μπορούσε να γλιτώσει ούτε η ίδια τους η πατρίδα, όπως είδαμε στην πολύπαθη Λουιζιάνα.

Ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας στον κόσμο, φτάνουμε στις παραμονές του ξεσπάσματος της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης τού 2008, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα τελειώσει. Θα περίμενε κανείς, μετά την συνεχή κατάρριψη των φρηντμανικών θεωριών στην πράξη, οι νεοφιλελεύθεροι να είχαν "ανακρούσει πρύμναν" με το ξέσπασμα της κρίσης και να είχαν αρχίσει την επανεξέταση των θεωριών τους προκειμένου να εντοπίσουν τι τους πήγε λάθος. Όμως, ο φρηντμανισμός λειτουργεί όπως οι θρησκείες, οι οποίες ποτέ δεν σφάλλουν και για όλα τα στραβά φταίνε οι πιστοί που δεν εφαρμόζουν σωστά τις θείες εντολές. Έτσι και οι οπαδοί τού Φρήντμαν επιμένουν ότι το μόνο αντίδοτο στις κρίσεις είναι η αξιοποίησή τους για πιο ριζικές ανατροπές υπέρ της ελευθερίας των αγορών.

Όταν, λοιπόν, ο καπιταλισμός "μπούκωσε" από τα υπερσυσσωρευμένα κέρδη και μπήκε σε κατάσταση κρίσης, τα παιδιά τού Σικάγου αποφάσισαν το "χοντρό κόλπο": την βίαιη εξαγωγή τής αντεπανάστασής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ως τότε αμυνόταν σθεναρά στις πιέσεις τους. Βέβαια, οι πρώτες προσπάθειες είχαν γίνει επί Θάτσερ, αλλά δεν απέδωσαν. Όπως δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα και οι προσπάθειες του Σακς στην Πολωνία. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί άλλο αδύνατο σημείο για να πέσει το τείχος τής Ευρώπης.

Πριν περάσουμε, όμως, τον Ατλαντικό, ας μείνουμε λίγο ακόμη στις ΗΠΑ, μιας και εκεί ήταν που ξέσπασε η κυοφορούμενη κρίση. Είδαμε πώς οι κυβερνήσεις Μπους του Β(λάκα) μοίρασαν αφειδώς το δημόσιο χρήμα και διέλυσαν τις κρατικές υποδομές προς όφελος των ιδιωτικών εταιρειών. Αυτή η πολιτική άνοιξε την όρεξη των κεφαλαιοκρατών, οι οποίοι αύξησαν τις πιέσεις για ακόμη μεγαλύτερες παροχές. Μη θέλοντας να τους χαλάσει την καρδιά, ο Μπους προώθησε ένα πακέττο φορολογικών ελαφρύνσεων, το οποίο άφηνε ουσιαστικά αφορολόγητα τα τεράστια κέρδη των πολυεθνικών.

Σε μια πραγματικά ελεύθερη και ανοικτή αγορά, η μείωση των φορολογικών βαρών επιφέρει -θεωρητικά- αύξηση των επενδύσεων (κάπου πρέπει να επενδυθούν τα κέρδη) και, συνεπώς, ανάπτυξη. Στην πράξη, όμως, η θετική επίπτωση στις επενδύσεις ήταν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη, επειδή τα κέρδη συσσωρεύονταν με τόσο γοργό ρυθμό ώστε δεν ήταν εύκολο να βρεθούν τόσες καλές επενδύσεις για να τα απορροφήσουν!

Τότε, το 2004, έσκασε μύτη ένα άλλο καπιταλιστικό μουσούδι, το οποίο, μάλιστα, θεωρείται μεγάλο μυαλό και γκουρού τής οικονομίας: ο πολύς Άλαν Γκρήνσπαν, επί 19 χρόνια διοικητής τής ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (1987-2006). Ο Γκρήνσπαν, λοιπόν, σκέφτηκε έναν πρωτότυπο τρόπο για να τονώσει την οικονομία: κατακρήμνισε το επιτόκιο δανεισμού στο 1%, πλημμυρίζοντας την αγορά με τζάμπα χρήμα. Ήταν στραβό το κλήμα με τα υπερσυσσωρευόμενα κέρδη, το έφαγε κι ο γάιδαρος με την προσφορά φτηνών κεφαλαίων...

Η αψυχολόγητη ενέργεια του Γκρήνσπαν έθρεψε την περίφημη "στεγαστική φούσκα". Ξαφνικά, οι κάτοικοι των ΗΠΑ διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να πάρουν δάνειο με σχεδόν αμελητέο επιτόκιο, προκειμένου να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, η αγορά ακινήτων γνώρισε μια πρωτοφανή έκρηξη. Κι επειδή οι τιμές ανεβαίνουν όταν υπάρχει αυξημένη ζήτηση, οι καταναλωτές άρχισαν σύντομα να διαπιστώνουν ότι η αξία του ακινήτου, το οποίο είχαν αγοράσει με δάνειο, αυξανόταν με ρυθμό που τους επέτρεπε να το πουλήσουν, να ξεπληρώσουν το δάνειο και να βγάλουν κι ένα καλό κέρδος. Οι περιπτώσεις όπου κάποιοι αγόραζαν με δάνειο ένα ακίνητο για να το πουλήσουν λίγο αργότερα και να αγοράσουν άλλο με καινούργιο δάνειο, δεν αποτελούσαν την εξαίρεση αλλά τον κανόνα.

Τα κέρδη που προσπορίζονταν οι απλοί πολίτες με την συνεχή αγοραπωλησία των ακινήτων, αύξησαν κατακόρυφα την κατανάλωση. Έτσι, όλοι βρίσκονταν σε κατάσταση ευτυχίας: οι καταναλωτές καλοπερνούσαν, οι τράπεζες κονόμαγαν (κυρίως από τις προμήθειες για την σύναψη δανείων), οι κεφαλαιούχοι βρήκαν το real estate για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους, ο Γκρήνσπαν κορδωνόταν κι ο Μπους ανέβαζε την δημοτικότητά του. Αλλά κι η Γουώλ Στρητ δεν είχε λόγο να παραπονιέται: με τα χαμηλά τραπεζικά επιτόκια, ήταν προτιμώτερο για κάποιον να επενδύει σε μετοχές παρά να φυλάει τα μετρητά του στην τράπεζα.

Όλα καλά λοιπόν. Όλα καλά, μέχρι τον Αύγουστο του 2007 όταν έπεσε η πρώτη σκιά...

1 Φεβρουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 71. Το "κακό" κράτος τού Φρήντμαν

Στην Νέα Ορλεάνη σωριάστηκε σε συντρίμμια ο φρηντμανικός μύθος πως τάχατες οι ιδανικές αγορές είναι αυτοδύναμες κι αυτορρυθμιζόμενες και δεν έχουν ανάγκη καμμία κρατική παρέμβαση. Απεδείχθη ότι αυτό το παραμύθι υπάρχει μόνο στην θεωρία. Στην πράξη, οι νεοφιλελεύθερες αγορές απομυζούν τα δημόσια ταμεία, επιβάλλοντας στο κράτος τον ρόλο τού εισπράκτορα: την συλλογή φόρων από τους εργαζόμενους και την διάθεσή τους για ενίσχυση των επιχειρήσεων. Αλλά, καλύτερα να μιλήσουμε με παραδείγματα και αποδείξεις:

(1) Η AshBritt εισέπραξε μισό εκατομμύριο δολλάρια για την αποκομιδή των ερειπίων. Ο Πάτρικ Ντάννερ, δημοσιογράφος τής "Miami Heard", αποκαλύπτει ότι η AshBritt ανέθεσε όλη την δουλειά σε υπεργολάβους, επειδή δεν διέθετε ούτε ένα φορτηγό.

(2) Η Lighthouse Disaster Relief πήρε από την FEMA 5,2 εκατομμύρια για να φτιάξει έναν καταυλισμό, όπου θα έμεναν τα μέλη των συνεργείων διάσωσης. Τα χρήματα δόθηκαν, αλλά ο καταυλισμός δεν έγινε ποτέ. Και πώς να γίνει, αφού η εταιρεία δεν ήταν κατασκευαστική αλλά... θρησκευτική; Την είχε φτιάξει "στο φτερό" ο πάστορας Γκάρυ Χέλντρεθ, ο οποίος αξιοποίησε τις γνωριμίες του για να κλείσει την δουλειά, προκειμένου να βγάλει χρήματα για να κτίσει μια εκκλησία(!). Όπως δήλωσε ο ίδιος στο PBS, "ό,τι πιο σχετικό είχα κάνει ήταν να οργανώσω μια κατασκήνωση νέων στην ενορία μου".

(3) Η Shaw ανέλαβε να τοποθετήσει πισσαρισμένους μουσαμάδες σε στέγες που είχαν πάθει ζημιές. Η συμφωνία έκλεισε με αμοιβή 1.750 δολλάρια ανά τετραγωνικό μέτρο τοποθετούμενου μουσαμά (!). Λεπτομέρεια: στην τιμή δεν περιλαμβανόταν η αξία των μουσαμάδων, τους οποίους χορηγούσε στην εταιρεία η FEMA (!!).

(4) Η Kenyon (γνωστή ως βασικός χρηματοδότης τού Μπους) ανέλαβε να μαζέψει τα πτώματα από την κατεστραμμένη πόλη. Για κάθε πτώμα, η εταιρεία εισέπραττε 12.500 δολλάρια. Λεπτομέρεια: η σύμβαση που είχε υπογράψει η Kenyon, έθετε ως όρο να μη μαζεύει πτώματα κανένας άλλος, ούτε καν τα συνεργεία διάσωσης!(*)

Σε τελική ανάλυση, με αφορμή την καταστροφή από τον τυφώνα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δαπάνησε δεκάδες εκατομμύρια αλλά ελάχιστα ψίχουλα απ'αυτά έφτασαν μέχρι τα θύματα. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση των ρεπουμπλικανών "μπούκωσε" με λεφτά τις εταιρείες κι εκείνες ανταπέδωσαν χρηματοδοτώντας την επόμενη προεκλογική τους εκστρατεία. Σε άρθρο της με τίτλο "In Washington, contractors take on biggest role ever", η εφημερίδα New York Times δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες: "Οι 20 μεγαλύτερες εργοληπτικές εταιρείες ξόδεψαν σχεδόν 300 εκατομμύρια από το 2000 στο lobbying και έχουν δωρίσει 23 εκατομμύρια για προεκλογικές καμπάνιες... Πράγματι, ο μεγαλύτερος ομοσπονδιακός εργολάβος, η Λόκχηντ, η οποία έχει ξοδέψει 53 εκατομμύρια σε lobbying και 6 εκατομμύρια σε χορηγίες από το 2000, παίρνει περισσότερο ομοσπονδιακό χρήμα κάθε χρόνο απ' ό,τι παίρνουν τα υπουργεία δικαιοσύνης ή ενέργειας".

Στην Νέα Ορλεάνη σημειώθηκε και το "περίεργο" φαινόμενο να μη βρίσκουν δουλειά οι ντόπιοι παρά τα έργα εκατομμυρίων που υλοποιούνταν. Η εξήγηση είναι απλή: οι μεγάλες εταιρείες έκλεισαν τις δουλειές με την κυβέρνηση και, αφού πήραν το χρήμα, μοίρασαν τις δουλειές σε υπεργολάβους (με τα μισά και λιγώτερα λεφτά, εννοείται), οι οποίοι με την σειρά τους, προκειμένου να κερδίσουν περισσότερα, προσέλαβαν παράνομους μετανάστες με ψίχουλα για μεροκάματο. Π.χ. στην περίπτωση της Shaw που προαναφέραμε, από τα 1.750 δολλάρια ανά τετραγωνικό που πλήρωνε το κράτος, ο εργάτης που τοποθετούσε τον μουσαμά έπαιρνε μόνο τα 20!

Αλλά μήπως οι εργάτες έπαιρναν όλα τα ψίχουλα τους; Μια ομάδα ακτιβιστών τής Νέας Ορλεάνης υπολόγισε (μετά από έρευνα και από καταγγελίες) ότι το 60% των μεταναστών εργατών δεν πληρώθηκε ποτέ την συμφωνημένη αμοιβή. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συνέβη σε εργοτάξιο της Halliburton: το βράδυ πριν την ημέρα πληρωμής, ο υπεργολάβος ξύπνησε τους εργάτες για να τους πληροφορήσει ότι η υπηρεσία μετανάστευσης έρχεται για αιφνιδιαστικό έλεγχο. Φυσικά, όλοι οι παράνομοι μετανάστες το έβαλαν στα πόδια. Έχασαν, βέβαια, τα λεφτά τους από την Halliburton αλλά γλίτωσαν την σύλληψη και την φυλάκισή τους σε κάποια από τις ιδιωτικές φυλακές που είχε φτιάξει η...Halliburton!

Και τώρα, το κερασάκι. Τον Νοέμβριο του 2005, το -ελεγχόμενο από τους ρεπουμπλικανούς- κονγκρέσσο, προκειμένου να εξοικονομήσει τα χρήματα που διατέθηκαν για την "αποκατάσταση" των καταστροφών, ανακοίνωσε περικοπές 40 δισ. στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, εις βάρος της κοινωνικής περίθαλψης και της παιδείας. Με άλλα λόγια, οι πολύπαθοι κάτοικοι της Λουζιάνας (και των άλλων πληγεισών περιοχών) πλήρωσαν εις διπλούν την "βοήθεια" που τους δόθηκε: πρώτα με τα εκατομμύρια που σκορπίστηκαν στους "εργολάβους της καταστροφής" και ύστερα με την περικοπή των κοινωνικών δαπανών.

Κατά τα άλλα, ο καπιταλισμός έχει πρόβλημα με το κράτος...


(*) Για την Kenyon αλλά και για πολλές άλλες εταιρείες, οι οποίες εκμεταλλεύθηκαν την καταστροφή για να κερδίσουν χρήματα, διαβάστε τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα "Big easy money: Disaster profiteering on the American Gulf Coast" και "Disaster Profiteering on the American Gulf Coast Fact Sheet" στον ιστοχώρο τής Corpwatch.