To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

23 Ιουλίου 2014

Χρονικό (δεκαετιών) ενός προαναγγελθέντος θανάτου

[Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε τον Γενάρη τού 2009 αλλά είναι εντυπωσιακό το πόσο επίκαιρο παραμένει, παρ' ότι στο "παιχνίδι" έχουν μπει καινούργια δεδομένα (π.χ. η ανακήρυξη των ΑΟΖ τής περιοχής, η εκμετάλλευση υποθαλασσίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων κλπ). Άλλη μια απόδειξη για το πόσο μεγάλη δασκάλα είναι η Ιστορία:]


Το λουτρό αίματος στη Γάζα φαίνεται να είναι και αυτό μέρος του ευρύτερου ιμπεριαλιστικού σχεδίου για την «ευρεία Μέση Ανατολή», για το οποίο διαγκωνίζονται όσοι οψίμως επιδίδονται σε κλαυθμούς για τον παλαιστινιακό λαό, ενώ υποστηρίζουν, πάντα, τον Ισραηλινό «χωροφύλακα» της περιοχής

«Η γη τελειώνει για μας, μας σπρώχνει στο τελευταίο μονοπάτι, και θρυμματίζουμε τα μέλη μας για να χωρέσουμε σε αυτό. Πού θα πάμε μετά τα τελευταία σύνορα; Πού θα πετάξουν τα πουλιά μετά τον τελευταίο ουρανό;»... Με αυτά τα λόγια περιέγραφε ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούντ Νταργουίς την έξοδο των μαχητών της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) από τη Βηρυτό, μετά την εισβολή του ισραηλινού στρατού το 1982. Τα λόγια αυτά θυμήθηκε το 2002 για να περιγράψει την κατάσταση μετά τις ευρείες επιχειρήσεις του ισραηλινού στρατού στη Δυτική Οχθη, που οδήγησαν σε ανακατάληψή της, ο Παλαιστίνιος καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας, Εντουαρντ Σαΐντ. Σήμερα, που και οι δύο δε ζουν πια, τα ίδια λόγια θα μπορούσε κανείς να τ' απευθύνει στον πολύπαθο λαό της Γάζας.

Τώρα είναι η Λωρίδα της Γάζας. Για την ακρίβεια, εδώ και 18 μήνες είναι η Γάζα. Το τωρινό λουτρό αίματος προδιαγραφόταν σχεδόν ως βέβαιο εδώ και αρκετό καιρό. Σαν προμελετημένο έγκλημα. Ενα έγκλημα που μπορεί τα τελευταία 24ωρα να κυριαρχεί στην ειδησεογραφία και στις τηλεοπτικές οθόνες, όμως διαπράττεται σταθερά και μεθοδικά εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο στη Γάζα αλλά στο σύνολο των παλαιστινιακών εδαφών.

Τώρα, είναι η ανατροπή της «Χαμάς». Την προηγούμενη φορά ήταν η «εξάλειψη της απειλής των ρουκετών». Την προπροηγούμενη φορά ήταν η «εξάλειψη της απειλής των βομβιστών». Και ούτω καθεξής... Πάντα υπάρχει για τις ισραηλινές κυβερνήσεις μια «απειλή για να εξαλειφθεί». Πάντα υπάρχει το «ισραηλινό δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Πάντα η παλαιστινιακή πλευρά καλείται να αποδείξει κάτι απέναντι στο Ισραήλ.

Οπως χαρακτηριστικά υποστήριζε και η Ισραηλινή δημοσιογράφος Τάνια Ράινχαρτ, οι ισραηλινές ηγεσίες και ο ισραηλινός στρατός ουδέποτε αντέδρασαν «εν θερμώ» ή ως «απάντηση» σε κάποια παλαιστινιακή πράξη. Αντίθετα, δρουν πάντα στη βάση καλά μεθοδευμένων και οργανωμένων σχεδίων που, όπως έλεγε η Ράινχαρτ, είναι έτσι εκπονημένα ώστε να διαμορφώνουν τις συνθήκες εκείνες που η ισραηλινή πλευρά επιδιώκει προκειμένου να... «αντιδράσει αυτοαμυνόμενη». Αυτό έγινε και αυτή τη φορά.


Από το Οσλο στον «τρομοκράτη» Αραφάτ και στην αποχώρηση από τη Γάζα

Το 1993, στη συμφωνία του Οσλο, που θεωρητικώς αποτελούσε τη βάση για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις οι οποίες θα κατέληγαν σε ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, η παλαιστινιακή πλευρά υποχρεώθηκε ν' αποδεχτεί ότι θα επαναδιαπραγματευτεί τις ειλημμένες αποφάσεις του ΟΗΕ, που ζητούν σαφώς τερματισμό της κατοχής και διάλυση των εποικισμών άνευ όρων και προϋποθέσεων. Οι διαπραγματεύσεις αυτές, όπως άλλωστε, αναμενόταν, δεν κατέληξαν πουθενά. Αντίθετα, οδήγησαν σε έναν κυκεώνα «ενδιάμεσων συμφωνιών», κατά τις οποίες τα θύματα καλούνταν ν' αποδείξουν τις καλές τους προθέσεις απέναντι στο θύτη.

Το όποιο σκηνικό «ευφορίας» κατέρρευσε μία και καλή το καλοκαίρι του 2000, στο Καμπ Ντέιβιντ, όταν, σε αντίθεση με τους μέχρι σήμερα ισραηλινούς ισχυρισμούς, ζητήθηκε από τον Γιάσερ Αραφάτ να αποδεχτεί όρους υποταγής για τη δημιουργία ενός απολύτως ελεγχόμενου και κατακερματισμένου παλαιστινιακού κράτους, κάτι που δεν έπραξε. Η απογοήτευση και η οργή του παλαιστινιακού λαού ξέσπασε. Η δεύτερη Ιντιφάντα ήταν γεγονός. Οπως επίσης, ήταν γεγονός ότι ενώ δεν υπήρχε ούτε μία επίθεση επί ισραηλινού εδάφους, τις πρώτες εβδομάδες της, ο ισραηλινός στρατός αιματοκυλούσε τα παλαιστινιακά εδάφη πυροδοτώντας τη γνωστή περαιτέρω κλιμάκωση.

Το «έργο» πλέον είναι γνωστό. Και το σκηνικό είναι σχεδόν πάντα το ίδιο. Ενα σκηνικό κόλασης, ισοπέδωσης, θρήνου, θανάτου και αιματοκυλίσματος ενός ολόκληρου λαού. Το 2000 ήταν η δεύτερη Ιντιφάντα και η Δ. Οχθη. Το 2002, επαναλήφθηκε η ίδια κατάσταση όταν επί μήνες έμεινε φυλακισμένος στη Μουκάτα'α, ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιάσερ Αραφάτ, γιατί ο ισραηλινός στρατός «αμυνότανε» ισοπεδώνοντας χωριά, σπίτια, με την κορύφωση της σφαγής να γίνεται στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν. Τότε, «η απειλή» για το Ισραήλ και τον πρωθυπουργό του, Σαρόν, είχε προσωποποιηθεί στον Γιάσερ Αραφάτ, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για κάθε αντι-ισραηλινή επίθεση. Βέβαια, την ίδια στιγμή, ο ισραηλινός στρατός διέλυε τις παλαιστινιακές δυνάμεις ασφαλείας. Πολλοί τότε εκτιμούσαν ότι στόχος του Σαρόν ήταν η υπόσκαψη της παλαιστινιακής ενότητας και ο διχασμός της παλαιστινιακής πολιτικής σκηνής. Εδώ και τρία χρόνια παραμένει σε βαθύ κώμα, και δεν μπορεί να δει ότι τα σχέδιά του έφεραν καρπούς.

Λίγους μήνες αργότερα, έκανε την εμφάνισή του ο «Οδικός χάρτης» το νέο διαμεσολαβητικό σχέδιο των ΗΠΑ, που στόχευε (σε τι άλλο;) στην «αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην επίτευξη προόδου στις συνομιλίες των δύο πλευρών, με απώτερο στόχο μια τελική συμφωνία». Για άλλη μια φορά, όπως και τόσες άλλες, οι Παλαιστίνιοι καλούνταν να καταθέσουν εχέγγυα της «καλής τους πρόθεσης», ενώ δε γινόταν καμία αναφορά στις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ.

Μετά από μήνες εκεχειριών που κλυδωνίζονταν μέχρι να καταρρεύσουν εντελώς για να «διαμεσολαβήσουν» πάλι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και να επιτευχθεί νέα «συμφωνία κατάπαυσης του πυρός», το Ισραήλ προχώρησε, τον Αύγουστο του 2005, στην απόσυρση των δυνάμεών του από τη Λωρίδα της Γάζας, διαλύοντας τους 17 εποικισμούς που διατηρούσε και απομακρύνοντας τους περίπου 8.500 εποίκους. Η κίνηση χαρακτηρίστηκε «σαφές δείγμα καλής θέλησης», αν και ο ίδιος ο Σαρόν, τότε, τη χαρακτήριζε απλώς «βολική», γιατί μείωνε σημαντικά το κόστος της διαρκούς στρατιωτικής παρουσίας εντός της Γάζας μεγάλου αριθμού δυνάμεων. Αυτό πλέον θα μπορούσε να γίνει από τα σύνορα και από τα μεθοριακά φυλάκια.

Ο ισραηλινός στρατός παρέμεινε ο απόλυτος κυρίαρχος του εναέριου χώρου, της θάλασσας και της περιμέτρου. Παρέμεινε, δηλαδή, ο δεσμοφύλακας των Παλαιστινίων της Γάζας, που βρέθηκαν έγκλειστοι σε μια μεγάλη φυλακή. Η ίδια τύχη περιμένει ουσιαστικά και τους κατοίκους της Δ. Οχθης, αφού συνεχίζεται η ανέγερση του διαχωριστικού τείχους, το οποίο χτίζεται κατά 80% εντός επιπλέον προσαρτημένου παλαιστινιακού εδάφους διαλύοντας τη ζωή και την περιουσία περισσοτέρων από 300.000 Παλαιστινίων, αλλά αντιθέτως διαφυλάσσοντας τους μεγαλύτερους εποικισμούς, περίπου 400.000 εποίκους, και την ισραηλινή κυριαρχία σε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ.


Η... απειλή της «Χαμάς»

Η «Χαμάς» εκλέχτηκε δημοκρατικά ως κυβέρνηση από τις ψήφους των Παλαιστινίων στις εκλογές των αρχών του 2006. Εκλογές που πραγματοποιήθηκαν μετά από ασφυκτική πίεση του Ισραήλ, των ΗΠΑ, αλλά και του περίφημου «διαμεσολαβητικού» Κουαρτέτου (ΗΠΑ, Ρωσία, ΕΕ, ΟΗΕ), που υποχρέωσαν τους Παλαιστινίους να προχωρήσουν στη διενέργειά τους, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για την επανάληψη των «ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων». Οσο διεξαγόταν η προεκλογική εκστρατεία, το Ισραήλ, με επιδρομές, δολοφονίες «ακριβείας», αποκλεισμούς και απαγορεύσεις, υπέσκαψε τα μέγιστα τη «Φατάχ», την ετέρα μεγάλη πολιτική παλαιστινιακή δύναμη, που, ήδη, μετά το θάνατο του Γιάσερ Αραφάτ, κλυδωνιζόταν από τις καταγγελίες για σκάνδαλα διαφθοράς κατά τη διάρκεια της πολυετούς ηγεσίας της.

Η εκλογή της «Χαμάς», που πρωτοεμφανίστηκε ως «ανθρωπιστική οργάνωση» κατά τη διάρκεια της πρώτης Ιντιφάντα του 1987 και ήταν και η μόνη που δεν υπέστη τη «σιδηρά πυγμή» του ισραηλινού στρατού τότε, δεν αναγνωρίστηκε, επί της ουσίας, ποτέ ούτε από το Ισραήλ, ούτε από την ΕΕ, ούτε από το Κουαρτέτο. Οσο για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ακολούθησε την προσφιλή τακτική του, τα τελευταία χρόνια εκφράζοντας τον υπάρχοντα αρνητικό, για τους λαούς, διεθνή συσχετισμό δύναμης: συνέχισε το ανθρωπιστικό του έργο και αρκέστηκε, στην καλύτερη περίπτωση, σε εκκλήσεις. Παράλληλα, οι ισραηλινές ηγεσίες συνέχισαν, με τις διαρκείς επιδρομές και την προκλητική περιφρόνηση κάθε είδους διεθνούς δικαίου, να καλλιεργούν έριδες και διχασμό μεταξύ των παλαιστινιακών πολιτικών οργανώσεων χαρακτηρίζοντας τους μεν «ιδανικούς συνομιλητές» (αφού βέβαια πριν τις εκλογές τους χαρακτήριζαν επίσης τρομοκράτες) και τους δε «τρομοκρατική απειλή».

Οι ισραηλινές προσπάθειες έφεραν αποτέλεσμα καθώς, τελικά, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι ενδο-παλαιστινιακές αντιπαραθέσεις έλαβαν, κατά διαστήματα, και τη μορφή ανοιχτών συγκρούσεων και κατέληξαν στην ανάληψη της εξουσίας στη Λωρίδα της Γάζας από τη «Χαμάς» διά των όπλων. Η σύλληψη από τη «Χαμάς» τον Ιούνη του 2006 του στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ εντός παλαιστινιακού εδάφους κατά τη διάρκεια επιδρομής αποτέλεσε το πρόσχημα για τη μετατροπή της Λωρίδας της Γάζας σε πεδίο βολής κατά βούληση του ισραηλινού στρατού και σε μια τεράστια φυλακή, όπου το 1,5 εκατομμύριο των κατοίκων της υποχρεώθηκε σε αργό θάνατο και λιμοκτονία.

Μπορεί η αμερικανόπνευστη σύνοδος της Ανάπολης, το Νοέμβρη του 2007, να διακήρυξε, για άλλη μια φορά, τις προθέσεις της Ουάσιγκτον να «προχωρήσει σε ουσιαστικές ισραηλινο-παλαιστινιακές συνομιλίες προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία μέχρι τα τέλη της θητείας Μπους», αλλά ήταν ξεκάθαρο εξαρχής ότι η διακήρυξη αυτή σχετιζόταν περισσότερο με τις απόπειρες βελτίωσης της εικόνας των ΗΠΑ στην αραβική και μουσουλμανική κοινή γνώμη προκειμένου να εξασφαλιστεί, χωρίς πολλές αντιδράσεις, η παράταση της κατοχής στο Ιράκ και η περαιτέρω προώθηση των αμερικανικών και ευρω-ενωσιακών σχεδίων περί «ευρείας Μέσης Ανατολής» παρά με την επίλυση του Παλαιστινιακού. Και αυτό φάνηκε πολύ γρήγορα, καθώς μπορεί οι κ.κ. Αμπάς και Ολμέρτ να συναντήθηκαν αρκετές φορές, όμως δεν επιτεύχθηκε καμία συγκεκριμένη πολιτική πρόοδος, ενώ αντίθετα η καθημερινότητα των Παλαιστινίων τόσο στη Δυτική Οχθη αλλά κυρίως στη Λωρίδα της Γάζας έγινε κόλαση.

Οι κάτοικοι της Γάζας δεν είχαν τρόφιμα, φάρμακα, ρεύμα, πόσιμο νερό, νοσοκομεία που να μπορούν να λειτουργήσουν, σχεδόν από τα μέσα του 2006. Δεν είχαν, δηλαδή, τα μέσα να επιβιώσουν στοιχειωδώς. Το 80% των κατοίκων ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Ενας ολόκληρος πληθυσμός καταδικάστηκε σε λιμοκτονία με το πρόσχημα της «Χαμάς». Και δεν καταδικάστηκε μόνο από το Ισραήλ. Καταδικάστηκε και από τις ΗΠΑ και από την ΕΕ, που συναίνεσαν στο φονικό εμπάργκο και κώφευσαν στις αλλεπάλληλες, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, εκκλήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών του ΟΗΕ, που επισήμαιναν ότι στη Γάζα συντελείται μια ανθρωπιστική τραγωδία άνευ προηγουμένου. 


Απροκάλυπτη στήριξη και η υποκρισία των ίσων αποστάσεων

Το ερώτημα που πολλάκις διατυπώνεται αυτά τα τελευταία 24ωρα είναι «πώς είναι δυνατόν η ισραηλινή ηγεσία να επιδεικνύει τέτοιο θράσος και τέτοια αδιαλλαξία ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης». Η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή. Η ισραηλινή ηγεσία, και τώρα και πάντα, γνωρίζει ότι έχει «ζεστές πλάτες». Εχει «ζεστές πλάτες» από την Ουάσιγκτον, που τόσες δεκαετίες, ασχέτως αμερικανικής διοίκησης, έχει σταθεί λιγότερο ή περισσότερο απροκάλυπτα στο πλευρό του Τελ Αβίβ, και απέναντι από τον παλαιστινιακό λαό, από τον οποίο ζητά σχεδόν υποταγή στους όρους που θέτει ο κατακτητής. Το ίδιο έπραξε και τώρα. Η απερχόμενη ηγεσία Μπους ήταν η πρώτη που επέρριψε την ευθύνη στη «Χαμάς» και δικαιολόγησε πλήρως το ισραηλινό λουτρό αίματος. Οσο για τη νέα ηγεσία Ομπάμα; Μπορεί οι αυταπάτες να είναι πολλές, αλλά προς το παρόν υπάρχει σιωπή και η στάση «νίπτουμε τας χείρας»...

Η ΕΕ, από την άλλη, ως τέτοια τηρεί γενικώς στάση ίσων αποστάσεων και επιμένει να επιμερίζει ευθύνες, αδιαφορώντας για τη, μάλλον, κομβική λεπτομέρεια ότι η διένεξη στη Μέση Ανατολή δεν «είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο κυρίαρχα κράτη, αλλά ο αγώνας ενός λαού ενάντια στον κατακτητή του». Ως ξεχωριστές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, διάφορες ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν ενίοτε λίγο σκληρότερο ύφος απέναντι στις ισραηλινές επιλογές. Οπως άλλωστε πράττει και ο ΟΗΕ, ως θεσμός, ή άλλες ηγεσίες όπως η Ρωσία ή η Κίνα, ή πολύ περισσότερο οι αραβικές ηγεσίες, των οποίων οι ανακοινώσεις βρίθουν από καταγγελίες και σκληρά λόγια, αλλά στην πράξη έχουν αρκεστεί σε χρηματικές βοήθειες επιπέδου φιλανθρωπίας και σε αξιοποίηση του δράματος του παλαιστινιακού λαού για εκτόνωση της λαϊκής δυσαρέσκειας προς τις ίδιες. Δεν είναι τυχαίο ότι στις διαδηλώσεις των ημερών αυτών στις αραβικές χώρες, πολλές φορές τα συνθήματα δεν ήταν αντι-αμερικανικά ή αντι-ισραηλινά, αλλά κατά της ηγεσίας της χώρας που γινόταν η διαδήλωση.

Η έλλειψη πράξης και η συνένοχη σιωπή αποτελεί και τη μέγιστη απόδειξη της υποκρισίας όλων όσοι σήμερα μιλούν για την «αναγκαιότητα δημιουργίας ενός ανθρωπιστικού διαδρόμου και επίτευξης εκεχειρίας στη Γάζα». Ολους αυτούς τους μήνες που οι Παλαιστίνιοι της Γάζας λιμοκτονούν, όλοι οι όψιμοι «ανησυχούντες» αρκέστηκαν μόνο σε ορισμένες δηλώσεις (οι αραβικές ηγεσίες) ή ακόμη συμμετείχαν και στον αποκλεισμό (όπως η ΕΕ). Ολα αυτά τα χρόνια που ο ισραηλινός στρατός ξεκληρίζει οικογένειες, δολοφονεί παιδιά και μανάδες, ισοπεδώνει σπίτια, καταστρέφει καλλιέργειες, χτίζει διαχωριστικά τείχη, επιβάλλει αποκλεισμούς και προστατεύει εποικισμούς, όλοι οι «ανησυχούντες» ξεχνούν επισταμένα ότι όλες αυτές οι πράξεις λέγονται «κατοχή»: ισραηλινή κατοχή επί του παλαιστινιακού λαού.

Είναι μια κομβική έννοια που τείνει σχεδόν να εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο της «διεθνούς διπλωματίας», των ιμπεριαλιστών, των οψίμως «ανησυχούντων», της «ευαίσθητης» ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών κυβερνήσεων και της ΝΔ, σήμερα, και του ΠΑΣΟΚ παλαιότερα, όταν ισοπεδωνόταν η Δ. Οχθη το 2002. Και ιδιαίτερα για την ΕΕ, που ορισμένοι, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, επιμένουν να την αντιμετωπίζουν ως «υποψήφιο αντίπαλο δέος, αν αναλάβει πρωτοβουλίες», χρειάζονται δύο λόγια παραπάνω.

Η ΕΕ, τόσα χρόνια, αν και είναι ο κυριότερος εμπορικός εταίρος του Ισραήλ δεν έχει ποτέ αξιοποιήσει το όπλο αυτό για να ασκήσει πίεση. Τόσα χρόνια χρηματοδοτεί με τα λεφτά των Ευρωπαίων φορολογουμένων τις παλαιστινιακές υποδομές που διαλύουν οι ισραηλινές ερπύστριες. Η ΕΕ αποδέχτηκε συνένοχα την εισβολή των ΗΠΑ και των «προθύμων» στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν παλαιότερα και πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, χωρίς καν απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά μιλά για «δικαίωμα αυτοάμυνας» του Ισραήλ και διεθνές δίκαιο, ενώ δεν έχει ποτέ ασχοληθεί με τις διεθνείς αποφάσεις που το Ισραήλ καταπατά περιφρονητικά, κάθε ώρα και στιγμή. Η ΕΕ επέλεξε να εγκρίνει, καταρχάς, την περαιτέρω αναβάθμιση των σχέσεων της με το Ισραήλ., την ώρα που το Τελ Αβίβ δεν επέτρεπε στον Αμερικανο-Εβραίο απεσταλμένο του ΟΗΕ για τ' ανθρώπινα δικαιώματα να αποβιβαστεί σε ισραηλινό έδαφος, γιατί σε έκθεσή του είχε καταδικάσει τη συλλογική τιμωρία του παλαιστινιακού λαού, ιδιαίτερα στη Γάζα, χαρακτηρίζοντάς την «τακτική ανάλογη με αυτή που οι Ναζί χρησιμοποίησαν για τους Εβραίους» και καταλήγοντας ότι ο ισραηλινός στρατός «διαπράττει εγκλήματα πολέμου στα παλαιστινιακά εδάφη».

Αυτοί είναι όλοι όσοι σήμερα με «χλιαρές» εκκλήσεις και δηλώσεις για τα μάτια του κόσμου, δίνουν το περιθώριο στις ισραηλινές ηγεσίες να αιματοκυλούν έναν ολόκληρο λαό επί δεκαετίες και να απαιτούν, κιόλας, να αποποιηθεί του δικαιώματός του στην αντίσταση ενάντια στην κατοχή, ειδάλλως τον χαρακτηρίζουν «τρομοκράτη».Αυτοί είναι που επέλεξαν να αφήσουν, για άλλη μια φορά, τον ισραηλινό στρατό ν' αποδείξει «το εύρος των δυνατοτήτων του» σε βάρος λιμοκτονούντων γυναικόπαιδων και αυτοσχέδιων ρουκετών, προκειμένου να διατηρήσουν το Ισραήλ ως «χωροφύλακα» στην περιοχή, όσο αυτό είναι φυσικά αναγκαίο για τα συμφέροντά τους, και να αξιοποιήσουν το Παλαιστινιακό, παρεμβαίνοντας με δήθεν «διαμεσολαβήσεις», ως μοχλό πίεσης προς όσες αραβικές ηγεσίες δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει πλήρως, για να προωθήσουν τα σχέδιά τους για την «ευρεία Μέση Ανατολή».

Η λύση του Παλαιστινιακού δεν είναι μόνο ένας ανθρωπιστικός διάδρομος και μια εκεχειρία σήμερα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο και αυτό), και μια νέα διαπραγμάτευση αύριο. Λύση είναι η δικαίωση του αιματηρού αγώνα του παλαιστινιακού λαού για ανεξάρτητο, βιώσιμο, κυρίαρχο κράτος, ενιαίο εδαφικά στα όρια του 1967, με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Λύση είναι η εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Λύση είναι ο τερματισμός της ισραηλινής κατοχής.

[Ελένη Μαυρούλη, "Ριζοσπάστης", 04/01/2009]

2 σχόλια:

Emmanuel Goldstein είπε...

Οταν λέει το άρθρο Ε.Ε. τι εννοεί? :)

Teddy είπε...

@ Emmanuel Goldstein

E.E. σημαίνει Ευρωπαϊκή Ένωση.