To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Ιουλίου 2012

"Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου"

Μας συγκλόνισε με το "Εκατό χρόνια μοναξιάς", μας συγκίνησε με το "Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει", μας συνεπήρε με το "Ο έρωτας στα χρόνια τής χολέρας", μας προβλημάτισε με το "Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου". Κι όταν έγραψε το αυτοβιογραφικό "Ζω για να την διηγούμαι", πιστέψαμε ότι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είχε κλείσει τον κύκλο του ως συγγραφέας και δεν είχε κάτι άλλο να μας πει. Όμως, καθώς ο μεγάλος κολομβιανός λογοτέχνης πλησίαζε τα 80 του χρόνια, επέστρεψε για να μας χαρίσει μια απροσδόκητη νουβέλλα, ένα μικρό αριστούργημα με τίτλο "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου".

Το θέμα τής μοναξιάς είναι διάχυτο σχεδόν σε όλα τα έργα τού Μάρκες, ενώ σε κάποια απ' αυτά ο συγγραφέας ανατέμνει την μοναξιά με σχεδόν ευλαβική εμμονή. Αυτή η ανατομία άρχισε στο "Εκατό χρόνια μοναξιάς", συνεχίστηκε με έναν στρατηγό, έναν συνταγματάρχη κι έναν πατριάρχη ("Το φθινόπωρο τού Πατριάρχη") και ολοκληρώνεται ιδανικά στο "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου", όπου ο "Γκάμπο" καταπιάνεται και με τον αγοραίο έρωτα για να εξετάσει την σχέση τής μοναξιάς με το σεξ. Αλλά ας πούμε δυο λόγια για το θέμα τού βιβλίου.

Ένας γέρος, άσχημος, συντηρητικός και ακόμη μάχιμος δημοσιογράφος, ο οποίος δεν παντρεύτηκε ποτέ και πάντοτε έκανε σεξ επί πληρωμή, αποφασίζει να κάνει στον εαυτό του ένα δώρο κατά την ενενηκοστή επέτειο των γενεθλίων του: να κάνει σεξ με μια παρθένα. Πιστεύει ότι μ' αυτόν τον τρόπο θα αποδείξει πως είναι ακόμη ζωντανός, ενώ παράλληλα θα πραγματώσει κάτι που ποτέ δεν είχε βιώσει μέσα στα ενενήντα χρόνια τής ζωής του. Έτσι, απευθύνεται στην Ρόζα Καμπάρκας, μια γνωστή του η οποία δευθύνει τον οίκο ανοχής όπου συχνάζει, ζητώντας της να του βρει μια παρθένα. Η Ρόζα ικανοποιεί την επιθυμία τού πελάτη της αλλά εκείνος, αντί να κάνει σεξ με το κορίτσι, το ερωτεύεται...

Ο Μάρκες καταφέρνει να αντιστρέψει το κοινώς λεγόμενο "το σεξ είναι η παρηγοριά που έχει κανείς όταν δεν υπάρχει έρωτας". Ο πρωταγωνιστής του ανακαλύπτει τον έρωτα σε μια ηλικία τελείως ακατάλληλη για σεξ, έχοντας ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή συναισθηματικά ανάπηρη. Δένεται ψυχικά με ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, αρκούμενος στην θέα ενός γυμνού κορμιού που τον συναρπάζει τόσο ώστε να θέλει να πεθάνει γι αυτό, μιας και "δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το να πεθάνει κανείς μόνος".

Για το "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου", ο Μάρκες επέλεξε την γραφή σε πρώτο πρόσωπο. Έτσι προσδίδει μιαν απρόσμενη αμεσότητα σε λόγο και συναίσθημα, καθώς σκάβει σε βάθος την ψυχή τού ήρωά του ώσπου, τελικά, καταφέρνει να ολοκληρώσει, με χειρουργική ακρίβεια, την επιχειρούμενη ανατομία τής σχέσης έρωτα και μοναξιάς, βάζοντας το νυστέρι στο χέρι τού ίδιου τού αφηγητή-πρωταγωνιστή.

Αν δεν ήξερα ότι ο Μάρκες βρίσκεται παντρεμένος για πάνω από μισό αιώνα με την ίδια γυναίκα, βιώνοντας μια ζεστή οικογενειακή ζωή, θα πίστευα ότι "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου" δεν είναι παρά ένα συμπλήρωμα στην αυτοβιογραφία του. Ομολογώ, πάντως, ότι κάποια στιγμή σκέφτηκα πως τούτη η νουβέλλα ίσως να καταγράφει κάποιες μύχιες επιθυμίες τού συγγραφέα. Σύντομα, όμως, θύμωσα με τον εαυτό μου επειδή επέτρεψα στον Μάρκες να με παρασύρει. Νομίζω πως ξέρω αρκετά τον τρόπο σκέψης τού Γκάμπο: είμαι σίγουρος ότι θα γέλαγε με την καρδιά του αν μάθαινε τι πέρασε από το μυαλό μου, μιας και πρέπει να επεδίωκε κάτι τέτοιο όταν έγραφε την ιστορία του...

Το βιβλίο ευτύχησε να μεταφραστεί με άψογο τρόπο από την Κλαίτη Σωτηριάδου, η οποία έχει προσθέσει και ένα θαυμάσιο επίμετρο για τον "Κύκλο της μοναξιάς" τού Μάρκες, εμπλουτισμένο με άφθονο φωτογραφικό υλικό. Κυκλοφορεί σε μια πολύ προσεγμένη έκδοση από τον "Λιβάνη", κοστίζει 15 ευρώ (μείον 10% στα καλά βιβλιοπωλεία), οι κάπου 200 αραιογραμμένες σελίδες του (μαζί με το επίμετρο) κυλούν απολαυστικά και η ανάγνωσή του επιβάλλεται, άσχετα αν έχετε διαβάσει άλλα βιβλία τού Μάρκες ή όχι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: