To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

12 Ιανουαρίου 2012

Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού - 57. Ο καπιταλισμός της καταστροφής


Μπορεί τα γεγονότα τής 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να έβγαλαν στην επιφάνεια τις επιπτώσεις από την διάλυση τής κρατικής μηχανής, αλλά ο Μπους και η παρέα του (όντας φρηντμανικοί ως το κόκκαλο) δεν είχαν καμμιά διάθεση να αλλάξουν ρότα. Με σημαία τους το σύνθημα "η 11η Σεπτεμβρίου τα άλλαξε όλα", συνέχισαν την δουλειά τους με μεγαλύτερη ένταση. Σύμφωνα με την διατύπωση της Ναόμι Κλάιν, το μπουσικό "νιου ντηλ" απευθυνόταν σε ένα κράτος κορπορατικό, εταιρικό.

Πράγματι, με την πεποίθηση ότι όλα τα καλά εκπορεύονται μόνο από τον ιδιωτικό τομέα, οργανώθηκε μια πρωτοφανής μεταφορά κολοσσιαίων χρηματικών ποσών από τα κρατικά ταμεία προς τις εταιρείες τού ιδιωτικού τομέα. Ο Μπους και τα τσιράκια του, εκμεταλλευόμενοι το σοκ που είχε προκαλέσει στην κοινή γνώμη το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, έβαλαν μπρος μια απίστευτη φάμπρικα συμβάσεων με ιδιώτες κεφαλαιούχους. Απίθανες συμβάσεις, που συχνά υπογράφονταν κρυφά και κάλυπταν ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς: ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εκπαίδευση, φυλακές, τεχνολογική έρευνα, τηλεπικοινωνίες, δημόσια έργα, υδρευτικά δίκτυα, συλλογή απορριμμάτων, μέσα ενημέρωσης. Το ωραιότερο είναι ότι πάνω από τις μισές συμβάσεις, που υπέγραφε το κράτος με τους ιδιώτες, δεν αποτελούσαν προϊόν διαγωνισμών!(*)

Με άλλα λόγια, η διακυβέρνηση Μπους τζούνιορ εισήγαγε την έννοια της "κενής κυβέρνησης": ενώ η κρατική μηχανή νεκρώνεται, τα πάντα αποτελούν ευκαιρίες για κερδοφόρες ιδιωτικές επενδύσεις. Κι όταν λέμε "τα πάντα", εννοούμε τα πάντα. Ακόμη και οι φυσικές καταστροφές. Ακόμη και οι πόλεμοι.

Πρόκειται για μια μετεξέλιξη της θεραπείας-σοκ, την οποία ούτε ο ίδιος ο Φρήντμαν δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Με αφορμή τούς δίδυμους πύργους, η ομάδα Μπους καινοτόμησε: εφηύρε έναν νέο πόλεμο, τον οποίο ονόμασε "πόλεμο κατά της τρομοκρατίας" και τον σχεδίασε απόλυτα ιδιωτικοποιημένο. Αρχικά, βομβάρδισε με κατάλληλη προπαγάνδα την κοινή γνώμη, ώστε οι πολίτες να αισθάνονται ότι πραγματικά κινδυνεύουν από τρομοκράτες. Στην συνέχεια, στηρίχτηκε σ' αυτή την -τεχνητά δημιουργημένη- αίσθηση κινδύνου ώστε να ενισχύσει εξωπραγματικά πολλές καίριες αρμοδιότητες της κεντρικής εξουσίας (π.χ. αστυνόμευση, παρακολούθηση, κράτηση, περιστολή ατομικών ελευθεριών, εσωτερική ασφάλεια, διεξαγωγή πολέμων κλπ), φροντίζοντας για την πλουσιοπάροχη χρηματοδότησή τους. Και τέλος, εκχώρησε όλες αυτές τις αρμοδιότητες στον ιδιωτικό τομέα.

Ο Φρήντμαν πρέπει να ένοιωθε απόλυτα δικαιωμένος όταν πέθανε στις 16/11/2006. Η καπιταλιστική αντεπανάσταση, την οποία είχε σχεδιάσει 50 χρόνια πρωτύτερα, έφτασε στην κορύφωσή της επί προεδρίας Μπους τζούνιορ: ενώ ίσαμε τότε οι αγορές τρέφονταν από το κράτος, τώρα έτρωγαν το ίδιο το κράτος. Αυτό που είχε περάσει στην παγκόσμια κοινή γνώμη ως "πόλεμος κατά της τρομοκρατίας", δεν ήταν παρά η οικοδόμηση ενός "καπιταλισμού τής καταστροφής". Ήταν η οικοδόμηση μιας οικονομίας νέου τύπου, η οποία θα βασιζόταν στην εθνική ασφάλεια και θα περιλάμβανε τα πάντα: διεξαγωγή πολέμων, ανοικοδόμηση μετά την καταστροφή, δόμηση ενός ιδιωτικοποιημένου αστυνομικού κράτους. Και μάλιστα, χάρη στο έντεχνα καλλιεργημένο αίσθημα φόβου, όλα αυτά θα γίνονταν δίχως να ανοίξει μύτη, δίχως να υπάρξει καμμία αξιόλογη λαϊκή αντίδραση.

Άλλωστε, πώς να υπάρξει αντίδραση με την αυστηρή αντιτρομοκρατική νομοθεσία που προώθησε η κυβέρνηση; Ποιος τολμούσε να κρίνει (πόσο μάλλον να επικρίνει) οποιαδήποτε κεντρική απόφαση, διακινδυνεύοντας να χαρακτηριστεί ως εχθρός τής πατρίδας ή ως συμπαθών την τρομοκρατία; Σε άρθρο της με τίτλο "In Washington, contractors take on biggest role ever" (04/02/2007), η εφημερίδα "New York Times" σχολίασε καυστικά την διάλυση της κρατικής μηχανής και το ξεπούλημά της στο ιδιωτικό κεφάλαιο: "Χωρίς δημόσιο διάλογο ή επίσημη πολιτική απόφαση, οι εργολήπτες αναδείχθηκαν σε τέταρτη εξουσία...φτιάχνουν πλοία και δορυφόρους...συλλέγουν φόρους και επεξεργάζονται υπηρεσιακούς προϋπολογισμούς... Η εργοληπτική έξαρση γεννάει ερωτήματα..."

Το πρόβλημα, για τον Μπους και την παρέα του, ήταν ότι δεν μπορούσαν να πειραματιστούν απόλυτα πάνω στους ίδιους τους υπηκόους τους, μιας κι έπρεπε να τηρηθούν κάποια προσχήματα ώστε να μπορεί ο πρόεδρος να ανανεώσει την θητεία του. Για την τελική δοκιμή τής νέας φρηντμανικής βόμβας έπρεπε να βρεθεί ένα άλλο πεδίο. Τελικά, το καινούργιο Μπικίνι βρέθηκε εύκολα: ήταν το Ιράκ, του -άχρηστου πλέον- Σαντάμ Χουσσέιν...



(*) Σύμφωνα με στοιχεία της εφημερίδας "New York Times", το 2005 πραγματοποιήθηκαν διαγωνισμοί μόνο για το 48% των συμβάσεων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: