To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

11 Νοεμβρίου 2012

"Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι"

Ο Ζιλ Κουρτμάνς δεν είναι συγγραφέας. Είναι ένας καναδός δημοσιογράγος, ο οποίος έχει αφιερωθεί σε ρεπορτάζ και ντοκυμανταίρ τα οποία αναδεικνύουν τα προβλήματα του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Στις αρχές τής δεκαετίας τού '90 βρέθηκε στην Ρουάντα, όπου έζησε από κοντά την γενοκτονία που συγκλόνισε την χώρα, καθώς οι φυλές των Τούτσι και των Χούτου εξόντωναν η μια την άλλη μέσα σε μια γενική παραφροσύνη. Συγκλονισμένος από αυτά που έβλεπε, ο Κουρτμάνς έγραψε ένα βιβλίο, χρησιμοποιώντας το υλικό των ρεπορτάζ του. Τίτλος αυτού του βιβλίου: "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι".

Το "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι" δεν είναι μυθιστόρημα, με την πραγματική έννοια της λέξης, αφού η ιστορία που διηγείται είναι πραγματική και έχει ως πρωταγωνιστές υπαρκτά πρόσωπα. Μάλιστε δε, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, τα περισσότερα πρόσωπα της ιστορίας εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα.

Επίσης, παρ' ότι το "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι" αφηγείται μια ιστορία έρωτα κι αγάπης, δεν είναι αισθηματικό μυθιστόρημα, αφού οι σελίδες του στάζουν φρίκη, αίμα και θάνατο. Όπως δηλώνει στον πρόλογό του ο συγγραφέας, πλανώνται πλάνην οικτράν όσοι θεωρήσουν ότι ορισμένες σκηνές βίας οφείλονται σε υπερβολική φαντασία. Και είναι αλήθεια πως συχνά η φρίκη γίνεται τόσο έντονα αηδιαστική ώστε το στομάχι τού αναγνώστη δοκιμάζεται σκληρά:

"Γονατιστός ανάμεσα στους μηρούς της, την κοίταξε επί μακρόν ενώ οι πολιτοφύλακες ούρλιαζαν από ανυπομονησία. Ξάπλωσε πάνω της και άρχισε να την φιλάει. (...) Ο κοντός μουσάτος πλησίασε και τον χτύπησε με δύναμη στην πλάτη με την χατζάρα. Ο Σιπριέν αισθάνθηκε το αίμα του να ρέει σαν καυτό ποτάμι ανάμεσα στα οπίσθιά του και να του βρέχει τους όρχεις. (...) Μπήκε μέσα της και, δευτερόλεπτα πριν έρθει σε οργασμό, ο αστυνομικός πυροβόλησε. Το κορμί τού Σιπριέν συσπάστηκε κι έπεσε ανάσκελα πλάι στη γυναίκα του. Το σπέρμα του πιτσίλισε τον αστυνομικό, που άρχισε να ουρλιάζει.
Η Τζορτζίνα ικέτευε.
- Σκοτώστε με τώρα. Σας παρακαλώ, σκοτώστε με.
Ο αστυνομικός έξαλλος κατέβασε το παντελόνι του κι έπεσε πάνω της. Άρχισε να κουνιέται με μανία σαν να ήθελε να τη διαπεράσει. Η Τζορτζίνα παρέμενε ανέκφραστη. Δεν εξέφραζε ούτε πόνο ούτε ηδονή. Δεν έβγαλε άχνα. Τα μάτια της ανέκφραστα, νεκρά. Ο αστυνομικός σηκώθηκε αηδιασμένος. Την εκτέλεσαν χωρίς ενθουσιασμό με απανωτές μαχαιριές, σαν να αποτελείωναν μια μονότονη δουλειά. Τα δυο κορμιά έμοιαζαν με απορρίμματα σφαγίων, με κρέατα κακοτεμαχισμένα από αδέξιους χασάπηδες..."

Παρ' όλα αυτά, είναι στιγμές που το "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι" ξεχειλίζει από συναίσθημα. Και πώς να μη συμβαίνει αυτό με ένα βιβλίο που στις σελίδες του βρίσκονται διάσπαρτοι στίχοι τού Πωλ Ελυάρ;

"Η Ευγενία τού είχε πει μπαίνοντας στο δωμάτιό του: «Κάνε με να έρθω πάλι σε οργασμό με λέξεις». Πήρε το αντίτυπο των Απάντων του Πωλ Ελυάρ και την οδήγησε κάτω από το δέντρο. Η Ευγενία ξάπλωσε στο ζεστό χορτάρι σαν γυναίκα που περιμένει να την πάρει ο εραστής της. (...) Ο Βαλκούρ μιλούσε στην Ευγενία και ζούσε μάλλον παρά απήγγελε. (...)
«Μιλάω από τα βάθη του γκρεμού
Μιλάω από τα βάθη της αβύσσου μου...»
(...) Όταν άκουσε «μιλώ από τα βάθη της αβύσσου», ζήτησε από τον Βαλκούρ να το επαναλάβει, ύστερα πήρε το χέρι του.
- Είσαι εσύ, είμαι εγώ, εδώ. Μιλάμε από τα βάθη της αβύσσου..."

Φρίκη, βία, θάνατος... κι από δίπλα το έιτζ να σκοτώνει κυνηγούς και κυνηγημένους. Από το έμπειρο μάτι τού Κουρτμάνς δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη η πραγματική αιτία όλων αυτών των δεινών. Και, ως γνωστόν, πίσω από όλα τα κακά που μαστίζουν την ανθρωπότητα δεν μπορεί παρά να βρίσκεται ο αδηφάγος καπιταλισμός. Έτσι, ο συγγραφέας κάνει την απαραίτητη μνεία, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το βιβλίο διεκδικεί δάφνες οικονομικής ανάλυσης:

"- Κύριε Βαλκούρ, έκανα ένα διάστημα πρακτική στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δεν μου χρειάζεται η αριστερή δημαγωγία σας. Με αυτόν τον τρόπο πετύχαμε την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών πολλών αφρικανικών χωρών.
- Ασφαλώς. Όταν συζητάτε γι' αυτά σε κάποιο γραφείο τής Ουάσιγκτον ή σχεδιάζετε οικονομετρικές καμπύλες μ' έναν υπολογιστή, όλα μοιάζουν λογικά. Ζητάτε πρώτα απ' όλα μέρος των νοσηλείων με την εισαγωγή των ασθενών. Οι μισοί παύουν να έρχονται και ξαναγυρνούν στους (...) μάγους ή τους τσαρλατάνους. Το κόστος των φαρμάκων αυξάνεται επειδή είναι εισαγόμενα και η διαρθρωτική προσαρμογή προκαλεί την υποτίμηση των εγχώριων νομισμάτων. Κατ' αυτό τον τρόπο το φαρμακείο μετατράπηκε σε σαλόνι για κεντήστρες. Στη συνέχεια μειώνετε το προσωπικό. Ζητάτε να πληρώνονται τα γεύματα, τα φάρμακα, οι επίδεσμοι και το καθετί. (...) Ένα νοσοκομείο-διαρθρωτική προσαρμογή είναι ένα μέρος όπου πρέπει να πληρώνει κανείς για το θάνατό του. (...) Ανακάλυψα ότι, από τότε που επέβαλαν δίδακτρα για την παρακολούθηση του σχολείου, όλο και περισσότερες νέες κοπέλες επιδίδονταν στην περιστασιακή πορνεία (...) αυτή η νέα άφιξη φρέσκου αιδοίου στην αγορά έκανε να εκτοξευτεί στα ύψη το ποσοστό διάδοσης του έιτζ στις κυριότερες πόλεις της χώρας..."

Ως εδώ, είπαμε τι δεν είναι το "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι". Δεν είναι ρεπορτάζ, δεν είναι μυθ-ιστόρημα, δεν είναι αισθηματική ιστορία, δεν είναι θρίλλερ, δεν είναι οικονομικό σύγγραμμα. Τελικά, τί είναι; Η απάντηση είναι απλή: το "Μια Κυριακή στην πισίνα στο Κιγκάλι" είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί. Μάλιστα δε, η ελληνική έκδοση ευτύχησε να έχει μια θαυμάσια μετάφραση, σε ρέουσα γλώσσα χωρίς νεοβαρβαρισμούς (π.χ. χάρηκα που διάβασα "της Ρουάντας" αντί για το συνηθισμένο και απαράδεκτο "της Ρουάντα"), γεγονός που επιτείνει την αναγνωστική απόλαυση. Κυκλοφορεί από τον Εξάντα και σας διαβεβαιώ ότι αξίζει και την τελευταία δεκάρα των 15 ευρώ (περίπου) που κοστίζει η απόκτησή του.


Ασκήσεις για μετά την ανάγνωση:
α) Την ίδια εποχή βρέθηκε στην Ρουάντα και η Λιάνα Κανέλλη, ως απεσταλμένη τής ΕΡΤ. Με το υλικό εκείνων των ρεπορτάζ έγραψε το βιβλίο-άλμπουμ "Ρουάντα: Ο ρους του κάτω κόσμου" (εκδόσεις Καστανιώτη, 1994, 158 μεγάλες σελίδες, 26 ευρώ περίπου). Αναζητήστε το.
β) Δείτε την ταινία τού Τέρρυ Τζωρτζ "Hotel Rwanda" (2004). Παρά τις αδυναμίες της, δίνει αποτελεσματικά την εικόνα τόσο της σφαγής όσο και της απαράδεκτης στάσης των κυανόκρανων του ΟΗΕ, οι οποίοι υποτίθεται ότι έπρεπε να προστατεύσουν τους κυνηγημένους Τούτσι. Δυστυχώς, απ' όσο ξέρω, η κινηματογραφική μεταφορά τού βιβλίου από τον καναδό σκηνοθέτη Ρομπέρ Φαβρώ "Μια Κυριακή στο Κιγκάλι" (2006) δεν κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά. Αν δεν έχετε πρόβλημα με τα γαλλικά σας, αναζητήστε την στο διαδίκτυο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: