To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

26 Απριλίου 2018

ΟΠΑΠ: Η μεθόδευση του ξεπουλήματος (3)

Καλοκαίρι 1999. Η χρηματιστηριακή τρέλα των ελλήνων βρίσκεται στο αποκορύφωμά της. Μπορεί να μην έχουν εφευρεθεί ακόμη τάμπλετ και σμάρτφον αλλά δεν υπάρχει παραλία δίχως λουόμενους με λάπτοπ κάτω από ομπρέλλες, να παρακολουθούν τις συνεδριάσεις τής Σοφοκλέους και να δίνουν τηλεφωνικά εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών, έστω και με Nokia-3310. Από τις αρχές Αυγούστου μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου ο δείκτης αυξάνεται εξωπραγματικά κατά 50% και στις 21 του μηνός γράφει το ιστορικό του ρεκόρ στις 6.484,38 μονάδες. Μόνο που την επομένη αρχίζει η πτώση και την μεθεπομένη, εκείνη την "μαύρη Πέμπτη", αρχίζει η κατρακύλα. Μέχρι το μεσημέρι τής επόμενης μέρας, ο δείκτης θα έχει χάσει 17% σε σχέση με το ρεκόρ τής Τρίτης. Μέσα στην επόμενη χρονιά θα χάσει άλλο ένα 38,77% κι ως τα τέλη τού 2001 θα έχει πέσει συνολικά κατά 60%.

Λωζάννη, 5/9/1997. Ο Σάμαρανκ ανακοινώνει την ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα
και η ελληνική αποστολή πανηγυρίζει. Μπροστά: Θεόδωρος Αγγελόπουλος, Γιάννα Δασκαλάκη-Αγγελοπούλου,
Ανδρέας Φούρας. Πίσω τους: Δημήτρης Αβραμόπουλος, Γιώργος Παπανδρέου, Γιάννης Σγουρός.

Η κυβέρνηση Σημίτη κάνει ό,τι μπορεί για να μη συνθλιβεί από ενδεχόμενη έκρηξη όσων βλέπουν τις αποταμιεύσεις τους να γίνονται καπνός. Η πρωτοχρονιά τού 2001 βρίσκει τον δείκτη στις 3.265 μονάδες και οι προβλέψεις μιλάνε για περαιτέρω πτώση. Εκείνο το "χρυσό" 1999, η συνολική αξία των χρηματιστηριακών συναλλαγών ήταν 58 τρισ. δραχμές (κάπου 170 δισ. ευρώ) αλλά το 2000 έφτασε μόλις τα 34 τρισ. δραχμές (100 δισ. ευρώ). Μέσα στο 2001 πρέπει να γίνει κάτι για να μη σβήσει τελείως η χρηματιστηριακή αγορά. Το ενδιαφέρον των "επενδυτών" πρέπει να αναζωπυρωθεί επειγόντως. Έτσι, το οικονομικό επιτελείο τής κυβέρνησης αρχίζει να σπρώχνει στην Σοφοκλέους τα "βαρειά χαρτιά" τού κράτους. Η αρχή γίνεται τον Απρίλιο με τον ΟΠΑΠ. Λίγο πριν βγει η χρονιά, θα ακολουθήσει και η ΔΕΗ. Η είσοδος ΟΠΑΠ και ΔΕΗ αλλά και της Motor Oil βοηθάει να κρατηθούν οι συναλλαγές στα 16,4 τρισ. δραχμές (48 δισ. ευρώ). Ο ΟΠΑΠ βρέθηκε στην πρώτη πεντάδα από πλευράς αντλήσεως κεφαλαίων, αποκομίζοντας 32 δισ. δραχμές (93 εκατ. ευρώ) από το σπρώξιμο του 5,4% των μετοχών του.

Το 2001, ο ΟΠΑΠ κατέγραψε αύξηση των εσόδων του κατά 24,2% σε σχέση με το 2000 και τριπλασιασμό τους σε σχέση με το 1999, σημειώνοντας εκρηκτική αύξηση του τζίρου του, ο οποίος έφτασε το 1,8 δισ. ευρώ, ήτοι 24% πάνω από την προηγούμενη χρονιά. Η τεράστια αυτή αύξηση οφείλεται κυρίως στο "Πάμε Στοίχημα", που ξεκίνησε μέσα στο 2000 και έφερε το 73% των εσόδων τής εταιρείας το 2001. Έτσι, ο οργανισμός αναδείχθηκε σε μια από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις τής χώρας, με κέρδη 374 εκατ. ευρώ, κατά 14,4% αυξημένα ως προς το 2000 και κατά 82% ως προς το 1999.

Για να τραβήξει το ενδιαφέρον των επενδυτών, η τιμή εισαγωγής τής μετοχής στο χρηματιστήριο ορίστηκε στα 5,5 ευρώ. Αυτή η τιμή διαμόρφωνε την χρηματιστηριακή αξία τής εταιρείας στο 1,76 δισ. ευρώ, ήτοι λίγο κάτω από τον τζίρο και λίγο κάτω από το πενταπλάσιο των κερδών εκείνης της χρονιάς. Ήταν σαν να έλεγες του επενδυτή ότι, αγοράζοντας μετοχές τού ΟΠΑΠ, τα χρήματά του θα είχαν ετήσια απόδοση πάνω από 20%. Φυσικά, η διάθεση θα μπορούσε να γίνει άνετα και με την διπλάσια τιμή αλλά, όπως είπαμε, η κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν τότε να μαζέψει χρήμα. Ενδιαφερόταν πρωτίστως να αναζωπυρώσει την κίνηση στο χρηματιστήριο και να φρενάρει κάπως τις μουρμούρες μεταξύ των απογοητευμένων μικροεπενδυτών.

Με τούτα και μ' εκείνα, η κατάσταση έμεινε υπό σχετικό έλεγχο, αν και ο δείκτης συνέχισε να πέφτει ως τον Μάρτιο του 2003, όταν βρέθηκε στις 1.467 μονάδες. Τότε άρχισε και πάλι να τραβάει την ανηφόρα, χάρη κυρίως στις αόριστες ελπίδες που γεννούσε η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων τής Αθήνας. Ελπίδες που έμειναν ζωντανές ακόμη και μετά την λήξη των Αγώνων, αφού η πλειοψηφία τού κόσμου είχε πειστεί πως αυτοί οι Αγώνες θα γίνονταν η μήτρα ενός νέου ελληνικού θαύματος. Ελπίδες που οι ίδιες οι κυβερνήσεις φρόντιζαν να τροφοδοτούν με τον γνωστό αλλά πάντα αποδοτικό τρόπο τους. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση Σημίτη προχώρησε σε δεύτερη μετοχοποίηση του ΟΠΑΠ το 2002 (έσοδα 508 εκατ. ευρώ) αλλά και σε τρίτη το 2003 (έσοδα 736 εκατ. ευρώ). Το 2005 ήταν η σειρά τής κυβέρνησης Καραμανλή: τέταρτη μετοχοποίηση, με έσοδα 1,26 δισ. ευρώ. Κάπως έτσι, λοιπόν, το 66% των μετοχών τού ΟΠΑΠ έκανε φτερά και το δημόσιο έβαλε στα ταμεία του κάπου 2,6 δισ. ευρώ.

Παρένθεση. Όταν το ΠαΣοΚ κέρδισε εκείνες τις δραματικές εκλογές τού 2000, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την καθυστέρηση στην υλοποίηση των ολυμπιακών έργων και τα προβλήματα που παρουσιάζει η χρηματοδότησή τους. Μετά από ταραχώδη σύσκεψη των υπουργών οικονομικών Γιάννου Παπαντωνίου, ΠεΧωΔΕ Κώστα Λαλιώτη, πολιτισμού Ελισσάβετ Παπαζώη και των αρμοδίων υφυπουργών Πάχτα, Βερελή και Φούρα, η Παπαζώη ανακοινώνει ότι το κόστος των έργων θα καλυφθεί με την μετοχοποίηση του ΟΠΑΠ. Σύμφωνα με απολογισμό που έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή, οι Ολυμπιακοί Αγώνες κόστισαν 9 δισ. ευρώ "χωρίς να συμπεριλαμβάνονται δαπάνες για την κατασκευή έργων που ολοκληρώθηκαν ή επισπεύθηκαν λόγω των Αγώνων". H Standard & Poor's υπολόγισε το κόστος στα 11,27 δισ. ενώ δεν λείπουν εκτιμήσεις που ανεβάζουν το συνολικό κόστος ακόμη και στα 20 δισ. ευρώ. Πόσα είπαμε ότι μάζεψε συνολικά το κράτος από τις μετοχοποιήσεις τού ΟΠΑΠ; Κλείνει η παρένθεση.


Δείτε την παραπάνω εικόνα κι ελάτε να βγάλουμε μαζί ένα συμπέρασμα. Μέσα σε μια πενταετία (2001-2005) και μέσω τεσσάρων μετοχοποιήσεων, το δημόσιο εκχώρησε το 66% των μετοχών τού ΟΠΑΠ για να εισπράξει 2,6 δισ. ευρώ (μείον, βεβαίως, οι αμοιβές των χρηματοοικονομικών συμβούλων αυτών των τεσσάρων μετοχοποιήσεων). Κατά την δεκαετία 2001-2010 τα μερίσματα που μοίρασε ο ΟΠΑΠ στους μετόχους του εκτός δημοσίου έφτασαν τα 2,56 δισ. ευρώ. Συνεπώς, αν δεν μας έπιανε η βιασύνη και απλώς περιμέναμε, θα εισπράτταμε από κέρδη δέκα ετών όσα εισπράξαμε από πωλήσεις μιας πενταετίας κι από πάνω θα είχαμε και ολόκληρη την "κότα με τα χρυσά αβγά" στα χέρια μας. Αλήθεια, τί λογαριασμούς έκανε και πώς του ξέφυγε αυτό το απλό πραγματάκι εκείνου του λογιστή, που είχαμε κάποτε ως πρωθυπουργό;

Κάπου εδώ ολοκληρώσαμε την αναδρομή μας στο παρελθόν. Ας επιστρέψουμε στο 2013, καθ' ότι έχει μείνει άλλο ένα 33,329% που περιμένει να πουληθεί...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το ξανακοπιάρω διότι δεν μπορώ να αποχωριστώ τη συνωμοσιολογία μου...


Και επειδή όλα είναι τυχαία σκέψου πόσο τυχαία άρπαξαν το περίσσευμα του κοσμάκη στο χρηματιστήριο, πόσο τυχαία σε έβαλαν στο ευρώ (με νόμιμα και ηθικά γκρήκ στατίστικς), πόσο τυχαία ακρίβυνε η καθημερινότητα (μαϊντανός, τυρόπιττα, μπουκάλι γάλα), πόσο τυχαία αποβιομηχανίστηκε η χώρα, πόσο τυχαία όλες οι προμήθειες και κατασκευές του δημοσίου υπερ-υπερ κοστολογούνταν, πόσο τυχαία άνοιξε η κάνουλα για πάν εορτο-φοιτητο-διακοπο-καταναλωτο-στεγαστικο-επισκευαστικό(σε νεόδμητα) σκατοδάνειο, πόσο τυχαία οι μισθωτοί έπαιρναν >5% αύξηση κάθε χρόνο, πόσο φεσώθηκαν στην τσίγκινη 10 ετία, πόσο τυχαία έφτασε η τιμή ανά τ.μ. νεόδμητης κατοικίας σε λαϊκές γειτονιές τα 3000€/τ.μ. και πόσο τυχαία τράβηξαν το χαλάκι μετά.

Πιο άτυχος κερδίζεις και το τζόκερ...