To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

23 Φεβρουαρίου 2018

Ροκ εντ ρολ: έτσι άρχισαν όλα

Άλλη μια Παρασκευή και, όπως σωστά μαντέψατε, δεν έχω διάθεση να κουβεντιάσω ούτε για πολιτικά ούτε για οικονομικά θέματα. Κι ενώ αναρωτιόμουν για ποιο πράγμα θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε σήμερα, μου ήρθε να σας κάνω μια ερώτηση, μιας και αύριο στα "Σαββατιάτικα" σκέφτομαι να ακούσουμε ένα σημαντικό ροκ άλμπουμ: γνωρίζετε πότε και από ποιον γεννήθηκε το ροκ εντ ρολ;

Υποθέτω ότι οι εννιά στους δέκα θα απαντήσετε ότι το ροκ εντ ρολ γεννήθηκε το 1955 από τον Bill Haley και το πασίγνωστο "Rock around the clock", έτσι δεν είναι; Θα κάνετε λάθος. Ας πιάσουμε, λοιπόν, την ιστορία από την αρχή και είμαι σίγουρος ότι θα την βρείτε ενδιαφέρουσα.

O Wild Bill Moore και το σινγκλ με το οποίο άρχισαν όλα.

Πάμε πίσω, στα 1947, στην απέναντι πλευρά τού Ατλαντικού. Ο τριαντάχρονος σαξοφωνίστας της τζαζ William Moore (γνωστός ως Wild Bill Moore), αφήνει το Λος Άντζελες, όπου δούλευε επί 2-3 χρόνια με μεγάλους καλλιτέχνες (Big Joe Turner, Slim Gaillard κλπ) και επιστρέφει στην γενέτειρά του, το Ντητρόιτ, για να φτιάξει την δική του μπάντα. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς, ο Wild Bill Moore ηχογραφεί στην Savoy Records ένα τραγούδι με πρωτόγνωρο ήχο και παράξενο τίτλο: "We're Gonna Rock, We're Gonna Roll".

Παρένθεση. Το δισκάκι κάνει απρόσμενα υψηλές πωλήσεις και ο νέος ρυθμός που προτείνει ο Moore ξετρελαίνει την νεολαία, προκαλώντας τις αντιδράσεις του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, που δεν μπορεί να βλέπει τους νέους να χορεύουν σαν δαιμονισμένοι. Ειδικά με ένα δισκάκι που έχει τον αριθμό παραγωγής του τυπωμένο ζωηρά πάνω του: 666. Είναι προφανές ότι αυτή η μουσική είναι του σατανά. Κλείνει η παρένθεση.

Στην μπάντα τού Bill Moore κάνει φωνητικά ο μεγάλος Scatman Crothers, ο οποίος ηχογραφούσε τότε στην Modern Records. Για να εκμεταλλευτεί την επιτυχία τού Moore, η Modern συμφωνεί με τον δημιουργό να κυκλοφορήσει μια άλλη εκτέλεση του κομματιού με ερμηνευτή τον Crothers. Ο Moore δέχεται και η Modern κυκλοφορεί το δισκάκι με αριθμό 674 και με τον αρχικό μακρύ τίτλο αρκετά συντομευμένο: "Rock and Roll". Στις 12 Ιουλίου 1951, ο μουσικός παραγωγός Alan Freed παρουσιάζει το κομμάτι από την εκπομπή του "Moon Dog House" στο ραδιόφωνο του Κλήβελαντ, συνοδεύοντάς το με το εξής σχόλιο: "Boy, there's a real rockin' thing to get us off and rollin'!". Από λάθος, όμως, ο Freed παίζει το δισκάκι τής Savoy αντί για εκείνο της Modern. "They are both Rock and Roll", δικαιολογήθηκε ο Freed. Αυτό ήταν! Η καινούργια μουσική πρόταση απέκτησε όνομα: Rock and Roll.


Φτάνουμε στα τέλη τού 1952. Ο Max Freedman με τον Games Myers γράφουν ένα τραγουδάκι με τίτλο "Dance around the clock" αλλά σκέφτονται ότι το clock πάει καλύτερα με το rock, οπότε αλλάζουν τον τίτλο σε "Rock around the clock". Ο Bill Haley το ακούει και θέλει να το ερμηνεύσει αλλά η εταιρεία του αρνείται την ηχογράφηση. Έτσι, το κομμάτι καταλήγει στους Sunny Dae and the Knights και περνάει απαρατήρητο από τον κόσμο.

Το 1954, ο Haley αλλάζει εταιρεία και ο Myers του ξαναδίνει το κομμάτι. Η νέα εταιρεία τού κλείνει για τρεις ώρες στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσει το "Thirteen women" με φλιπσάιντ το "Rock around the clock". Οι δυόμισυ ώρες ξοδεύονται για την ηχογράφηση του πρώτου κομματιού. Στο μισάωρο που απομένει, ο Haley και οι Comets του προλαβαίνουν να γράψουν μόνο δυο φορές το φλιπσάιντ. Το δισκάκι κυκλοφορεί αλλά δεν γνωρίζει επιτυχία.

Την επόμενη χρονιά, ο Myers έχει την φαεινή ιδέα να παραχωρήσει το "Rock around the clock" για το μουσικό ντύσιμο της -κλασσικής πλέον- ταινίας "Η ζούγκλα τού μαυροπίνακα", η οποία έχει ως θέμα την παραβατική συμπεριφορά των μαθητών. Αυτό ήταν! Το κομμάτι αγκαλιάζεται από τους νέους, οι οποίοι κατά την προβολή τής ταινίας χορεύουν πάνω στα καθίσματα και προκαλούν ζημιές στους κινηματογράφους. Οι βανδαλισμοί υπό τους ήχους τού κομματιού επεκτείνονται και εκτός των αιθουσών, με αποτέλεσμα η ταινία να λογοκριθεί σε πολλές χώρες ενώ αποβάλλεται και από το φεστιβάλ τής Βενετίας.

Κλήβελαντ, 20/10/1955: Bill Haley και Elvis Presley σε κοινή συναυλία στο Brooklyn High School Auditorium

Παρά τις απαγορεύσεις, η εταιρεία επανακυκλοφορεί το σινγκλάκι, προκειμένου να εκμεταλλευτεί τον ντόρο. Πράγματι, αυτή την φορά οι πωλήσεις σπάνε ρεκόρ και το κομμάτι πάει στο Νο 1 των ΗΠΑ, όπου μένει για οκτώ βδομάδες. Ήταν απίστευτο αλλά χάρη στο ροκ εντ ρολ ο ήδη τριαντάρης και εμφανισιακά μπούλης Bill Haley κατάφερε να γίνει ο εκφραστής τής επαναστατικότητας μιας νέας γενιάς, η οποία πολύ σύντομα θα ανακάλυπτε τον κορυφαίο ερμηνευτή αυτής της μουσικής. Έναν -άσημο ακόμη- νεαρό από το Τουπέλο τού Μισσισσιπή, ο οποίος είχε ήδη ηχογραφήσει το πρώτο του σινγκλ, το "My happiness", στις 18/7/1953. Το όνομά του: Elvis Presley.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γειά σου,ωρέ Θοδωρή!...Έχουμε μάθει πολλά από τά οικονομικοκοινωνικά σου κείμενα,αλλά καί τά μουσικά δέν πάνε πίσω. Άλλο ένα πολύ καλό μουσικό κείμενο...Σίγουρα άκουγες Γιάννη Πετρίδη.... Π.Γιώργος

Παπουτσωμενος Γατος είπε...

Πιστευετε οτι ο υποσκελισμος των μαυρων μουσικων στο rock n' roll απο λευκους σαν τον Πρισλει και αργοτερα τους Μπιτλς ειχε πολιτικη σκοπιμοτητα?