To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

26 Οκτωβρίου 2017

Χρωστάμε, ναι. Αλλά σε ποιόν;

Στα πρόσφατα κείμενά μας κάναμε ορισμένες αναφορές στο υπέρογκο δημόσιο χρέος που έχουν ορισμένες χώρες. Εκείνο που δεν σημειώσαμε είναι ότι και οι υπόλοιπες χώρες του κόσμου έχουν δημόσιο χρέος, το οποίο απλώς δεν θεωρείται υπέρογκο. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει χώρα πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη που να μη χρωστάει. Και κάπου εδώ επανέρχεται το κλασσικό ερώτημα των αδαών περί τα οικονομικά: αφού όλοι χρωστάμε, σε ποιόν χρωστάμε;

Για να έχει νόημα η απάντηση, δεν θα σας την δώσω μονολεκτικά. Επειδή ιστορικά επιβεβαιώνεται η μαρξική θέση ότι η οικονομία επιβάλλει την πολιτική, εκτιμώ ότι η σώφρων σκέψη και οι ορθές αποφάσεις των πολιτών προϋποθέτουν στοιχειώδεις γνώσεις των λειτουργιών της οικονομίας. Προς τούτο, προτίθεμαι να κουράσω τον αναγνώστη, δίνοντάς του το υλικό που απαιτείται για να καταλάβει το πώς παίζεται το παιχνίδι και να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα.

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, συγκεκριμένα δε στις 19 Ιουλίου 1844, η μεγάλη Βρεττανία θεσμοθέτησε τον περίφημο Τραπεζικό Νόμο του Peel (Peel Banking Act), ο οποίος πολύ σύντομα υιοθετήθηκε από όλον τον κόσμο, έστω και με μικρές παραλλαγές. Βάσει αυτού του νόμου, οι εκδότριες τράπεζες ήσαν υποχρεωμένες να καλύπτουν πλήρως και απολύτως τα χρήματα που τύπωναν. Θυμάστε τα παλιά χαρτονομίσματα της δραχμής, π.χ. το χιλιάρικο; Κάτω από το ολογράφως αποτυπωμένο "Δραχμαί Χίλιαι" έγραφε με μικρότερα γράμματα "Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει". Θυμάστε, επίσης, ότι τα χαρτονομίσματα λέγονται και τραπεζογραμμάτια; Αυτά, δηλαδή, δεν είναι λεφτά αλλά ισοδυναμούν με λεφτά, εφ' όσον η εκδότρια τράπεζα δεσμεύεται να δώσει το ανάλογο χρηματικό ποσό σε όποιον απλώς της τα δείξει. Για να έχει νόημα η δέσμευση, η τράπεζα πρέπει να διαθέτει τα αντίστοιχα χρήματα την ώρα που εκδίδει τα τραπεζογραμμάτια, αλλιώς μιλάμε είτε για πλαστογραφία είτε για έκδοση ακάλυπτων γραμματίων.

Σερ Ρόμπερτ Πηλ (1788-1850): Πρωθυπουργός της Αγγλίας και εμπνευστής του Τραπεζικού Νόμου

Αυτό ακριβώς έκανε ο Τραπεζικός Νόμος του Peel: ανάγκαζε τις εκδότριες τράπεζες να τυπώνουν χρήμα μέχρι το ποσό που βρισκόταν στα συρτάρια τους. Έτσι, θα έμπαινε φρένο στην τεχνητή πιστωτική ανάπτυξη, η οποία στηριζόταν σε εικονικό χρήμα και ως εκ τούτου προκαλούσε τεχνητές διαταραχές (ανοδικές ή καθοδικές) στην οικονομία.

Παρ' ότι ο Νόμος του Peel δεν καταργήθηκε ποτέ, δεν τροποποιήθηκε και ποτέ. Έτσι, στην πράξη επηρέασε ελάχιστα την τραπεζική κερδοσκοπία. Βλέπετε, η υποχρέωση των τραπεζών για καλύμματα ίσχυε μόνο για τα εκδιδόμενα τραπεζογραμμάτια και όχι για τις υπόλοιπες μορφές χρήματος, τις οποίες αποκαλούμε συλλήβδην λογιστικό χρήμα, όπως οι υποσχετικές, τα γραμμάτια, τα δάνεια κλπ. Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου οι τράπεζες μείωναν όλο και περισσότερο τις συναλλαγές τους με μετρητά, αντικαθιστώντας τις με λογιστικές εγγραφές, παρακάμπτοντας τον Νόμο του Peel.

Κλασσικό παράδειγμα ενός ολόκληρου κύκλου συναλλαγών που δεν χρειάζεται πραγματικό χρήμα για να πραγματοποιηθεί, είναι το γνωστό ανέκδοτο με τον πελάτη του ξενοδοχείου, ο οποίος πληρώνει το δωμάτιο αλλά, επειδή δεν μένει ικανοποιημένος, μετά από λίγο παίρνει πίσω τα λεφτά του και φεύγει. Στο μεταξύ, όμως, με αυτά τα λεφτά ο ρεσεψιονίστ πλήρωσε την καμαριέρα, εκείνη τον γκρουμ, αυτός τον σερβιτόρο, εκείνος τον μάγειρο και ο τελευταίος επέστρεψε στον ρεσεψιονίστ τα δανεικά που του είχε πάρει. Για να γίνει το παράδειγμα πιο χαρακτηριστικό, αντικαταστήστε τα μετρητά τού ανέκδοτου με μια επιταγή και... ιδού!

Αυτά έγιναν το 1844 και, όπως είπαμε, αποδείχτηκαν απλώς καλές προθέσεις. Πρακτικά, δηλαδή, δεν εμπόδισαν την ασυλλόγιστη τραπεζική επέκταση, η οποία συνέχισε ακάθεκτη να φτιάχνει φούσκες. Κάμποσα χρόνια αργότερα, με πρώτη και καλύτερη την πολιτειακή Fed το 1913, άρχισαν να ιδρύονται κεντρικές τράπεζες. Η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί σε κάθε χώρα ένα καταφύγιο για τις εμπορικές τράπεζες, το οποίο θα τις διέσωζε όποτε έπεφταν σε ξέρα, άλλο αν, πολύ σύντομα, αυτές οι κεντρικές τράπεζες έγιναν καταφύγιο και για τις κυβερνήσεις τους (*). Το πλέγμα ολοκληρώθηκε το 1930, με την από μέρους των κεντρικών τραπεζών ίδρυση της Τράπεζας Διεθνών Συναλλαγών (BIS), η οποία είναι επιφορτισμένη με την διάσωση όποιας κεντρικής τράπεζας παρουσιάσει πρόβλημα.

Πώς δουλεύει το σύστημα; Ας πούμε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιμετωπίζει δυσκολία στην εκτέλεση του προϋπολογισμού επειδή της λείπει ένα δισ. από τα συρτάρια της. Σιγά την δυσκολία! Το υπουργείο οικονομικών εκδίδει ένα ομόλογο ύψους ενός δισ. και το πάει για πούλημα στην Fed. Εκεί, ένας υπάλληλος ανοίγει τον υπολογιστή του, πληκτρολογεί έναν άσσο ακολουθούμενο με εννιά μηδενικά και πατάει το enter, μεταφέροντας έτσι στα συρτάρια του υπουργείου αέρα κοπανιστό αξίας ενός δισεκατομμύριου.

Ας ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση για να κάνουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Όπως διαπιστώνουμε, υπάρχει και κάτι που η παντοδύναμη κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν μπορεί να κάνει: να τυπώσει χρήμα. Αυτό μόνο η Fed μπορεί να το κάνει. Μεταξύ μας, καμμιά κυβέρνηση στον κόσμο δεν μπορεί να τυπώσει χρήμα. Είναι τέτοια η παράδοση της πολιτικής στο κεφάλαιο ώστε σε όλο τον πλανήτη χρήμα τυπώνουν μόνο οι κεντρικές τράπεζες και όχι οι κυβερνήσεις. Κλείνουμε την παρένθεση και επιστρέφουμε στο παράδειγμά μας.

Καλά, ο υπάλληλος της Fed μετέφερε αέρα κοπανιστό στο υπουργείο. Και καλά, επίσης, με τον ίδιο τρόπο το υπουργείο θα πληρώσει την Λόκχηντ και εκείνη τους προμηθευτές της κλπ. Τί θα γίνει, όμως, αν κάπου σπάσει η αλυσίδα και εμφανιστεί κάποιος κολλημένος που θέλει να πάρει τα λεφτά του στο χέρι; Κατά πρώτον, να σας θυμίσω ότι σε κάτι τέτοιες κακοτοπιές οφείλεται η διεθνής πρεμούρα να καταργηθούν τα μετρητά και όλες οι συναλλαγές να γίνονται με λογιστικό χρήμα. Και κατά δεύτερον... πού είναι το πρόβλημα; Θα πάρει μπρος ο εκτυπωτής της Fed και σε πέντε λεπτά ο περί ου ο λόγος κολλημένος θα πληρωθεί με φρέσκο χρήμα. Σιγά τα ωά!


Πάμε τώρα στο ζουμί. Το υπουργείο πήρε ένα δισ. από την Fed αλλά της έδωσε ένα ισόποσο ομόλογο, το οποίο κάποτε θα λήξει και θα πρέπει να πληρωθεί μαζί με τους τόκους του. Αφού η κυβέρνηση δεν τυπώνει χρήμα, πού διάβολο θα βρει λεφτά για να πληρώσει; Ελάτε καλέ και σας είχα για ξύπνια παιδιά! Θα κόψει ένα καινούργιο ομόλογο και θα πάρει δανεικά από... την Fed!! Και κάπως έτσι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τον περασμένο μήνα τα 20 τρισεκατομμύρια δολλάρια, όπως φαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα (**).

Κάπου εδώ λέω να ολοκληρώσω για σήμερα. Δεν ξέρω αν σας κούρασα με όλα τούτα αλλά είμαι σίγουρος ότι τώρα πια μπορείτε να δώσετε μόνοι σας την απάντηση στο ερώτημα που διατυπώσαμε στην αρχή του κειμένου.


--------------------------------
(*) Φυσικά, η Ελλάδα δεν απετέλεσε εξαίρεση. Σχετικά με την βοήθεια που επί σειρά ετών έδινε η κεντρική μας τράπεζα στο δημόσιο, έχουμε αναφερθεί εκτενώς στην σειρά των κειμένων για την Τράπεζα της Ελλάδος.

(**) Πρόσεξτε πως το χρέος αρχίζει να αυξάνεται με την εγκατάλειψη του "κανόνα του χρυσού" επί Νίξον και πώς εξακοντίζεται μετά την υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού επί Ρέηγκαν.

2 σχόλια:

Σεχτάρ ο Τρομερός είπε...

Θοδωρή, νομίζω είναι "Διακανονισμών" η "Συμψηφισμών" και όχι γενικά "Συναλλαγών" η BIS (Bank for International Settlements), η αλλιώς "Η Τράπεζα των Τραπεζών".
Επίσης νομίζω, πως το "πληρωτέαι" για τις χρηματικές μονάδες του τραπεζογραμματίου, εννούσε σε ισοδύναμες χρυσές λίρες (η ασημένια κέρματα), που μάλλον αυτό ήταν το πραγματικό "χρήμα".
Τεσπα, το ρεζουμέ σήμερα είναι αυτό που γράφεις: Το ποιός έχει το δικαίωμα να εκδίδει χρήμα, δείχνει ποιός πραγματικά έχει την εξουσία, και ....ποιός είναι η ....μαϊμού!
Κι έτσι, νομίζω πως απαντιέται και το ερώτημα "σε ποιόν χρωστάνε όλοι οι χρεωμένοι". Προφανώς σε αυτούς, που μπορούν να τυπώνουν, γιατί μόνο αυτοί έχουν την ικανότητα να ....ξεχρεώνονται!

Ανώνυμος είπε...

και η υπέρτατη ξεφτίλα φτωχοποίησης είναι ότι στο γιουνανιστάν τυπώνουμε κι εμείς αερογραμμάτια στη μεσογείων (όσα έχουν το Υ μπροστά) και θα μπορούσαμε με τα 99 δις (= τόσα τα ψηφία) των παλιών 10 ρικων και 20ρικων να ξοφλήσουμε όχι μόνο το τάχαμου χρέος μας αλλά και του γερμανού...
Προφανώς βέβαια τυπώνουμε όταν και όσα πει ο σώυμπλες και ο ντράγκι (και κάμποσοι άλλοι από τα παρασκήνια), εκτός αν νομίζει κανείς ότι όταν τάχαμου μας δίνουν την δόση μας , τότε έρχονται κάμποσες νταλίκες από φρανκφούρτη και μας γεμίζουν ευρωδολλάρια.