To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

12 Απριλίου 2017

Κάποτε στην Δραπετσώνα...

Σήμερα θα γυρίσουμε ακόμα πιο πίσω τον χρόνο. Κάπου στα τέλη τής δεκαετίας τού '50. Είναι η εποχή που ο Καραμανλής προσπαθεί να μας κάνει "ευρωπαίους", προωθώντας την περίφημη -και αμφιλεγόμενη- αντιπαροχή (θεσμοθετημένη από την εποχή τού Παπάγου). Ήδη οι πρώτες μονοκατοικίες έχουν παραδώσει την θέση τους σε πολυκατοικίες, παραδίδοντας μαζί και τα κηπάκια τους αλλά και την φτώχεια που υποδήλωναν έκδηλα οι χωματόπλιθες, οι τσίγκοι και ο ασβέστης.

Χρόνια μετά, ανάμεσα σε τόσες άλλες κατηγορίες, ο Καραμανλής αντιμετώπισε και την κατηγορία ότι ο θεσμός τής αντιπαροχής εξαφάνισε το λαϊκό χρώμα από την πρωτεύουσα και την γέμισε με ψυχρά και αντιαισθητικά τσιμεντένια κλουβιά. Η αλήθεια είναι ότι σ' εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια είναι πολλοί εκείνοι που εγκαταλείπουν τα χωριά και τα χωράφια τους κι έρχονται στην Αθήνα ψάχνοντας μια δουλειά για να επιβιώσουν. Από την μια, είναι η φτώχεια μιας ρημαγμένης από την κατοχή και τον εμφύλιο επαρχίας, καθώς τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ καταλήγουν στις τσέπες ολίγων (υπολογίζεται ότι το 94% των χρημάτων τής περίφημης "αμερικανικής βοήθειας" φαγώθηκε από μια χούφτα λαμόγια και μόνο το 6% διατέθηκε για να ξαναστηθεί η χώρα στα πόδια της). Από την άλλη, είναι το κυνηγητό που έχει εξαπολυθεί σ' όλη την χώρα, τόσο από το κράτος όσο και από το παρακράτος, κατά των κομμουνιστών αλλά και κατά των "συμπαθούντων". Προκειμένου να αμυνθεί στην κατηγορία, ο Καραμανλής υποστηρίζει ότι η αντιπαροχή ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί στέγη για όλον αυτό τον κόσμο που μαζευόταν στην πρωτεύουσα, παραβλέποντας την ρίζα τού προβλήματος, δηλαδή τα αίτια της ραγδαία αυξανόμενης αστυφιλίας.

Ασύρματος (Ατταλιώτικα), 1961. Η "γραφικωτέρα αθλιότης" της περιοχής ενέπνευσε τον Αλέκο Αλεξανδράκη
να γυρίσει εκεί την δεύτερη και τελευταία ταινία του ως σκηνοθέτης, την "Συνοικία, το όνειρο".

Όμως, ενώ οι μπουλντόζες κάνουν θραύση παντού, υπάρχουν κάποιοι που αρνούνται να δώσουν τα σπίτια τους για πολυκατοικίες. Η "ζημιά" που κάνουν όλοι αυτοί οι ξεροκέφαλοι είναι μεγάλη, επειδή μια πολυκατοικία χτίζεται συνήθως σε χώρο που καταλαμβάνουν δυο, τρεις, ενίοτε δε και περισσότερες μονοκατοικίες, οπότε η άρνηση ενός ιδιοκτήτη δημιουργεί πρόβλημα στους γείτονες. Και τέτοιοι ξεροκέφαλοι υπάρχουν πολλοί, ειδικά στην "άλλη Αθήνα", δηλαδή στις περιοχές όπου μένει η εργατιά και η φτωχολογιά: Αιγάλεω, Ασύρματος, Γκάζι, Δραπετσώνα, Καισαριανή, Καλλιθέα, Κερατσίνι, Κολωνός, Κορυδαλλός, Λιόσια, Μενίδι, Μεταξουργείο, Μοσχάτο, Μπραχάμι, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Πέραμα, Περιστέρι, Πετρούπολη, Ρέντης, Σούρμενα, Ταύρος, Ψυρρή...

Σε μερικές απ' αυτές τις περιοχές υπάρχει συμπαγής πληθυσμός προσφυγικής καταγωγής, ο οποίος, σχεδόν στο σύνολό του, πρόσκειται στην ΕΔΑ (Ασύρματος, Δουργούτι, Δραπετσώνα, Ταύρος, Χαροκόπου κλπ). Εκεί παρεμβαίνει το κράτος, με πρόσχημα την παροχή στέγης αλλά με βασικό στόχο να διαλύσει αυτές τις συμπαγείς πληθυσμιακές ενότητες. Το κρατικό πλάνο είναι απλό: κατεδάφιση των προσφυγικών οικίσκων και μεταστέγαση των κατοίκων με ταυτόχρονο διασκορπισμό τους:
Οι πρώτες φαμίλιες πήραν διαμερίσματα σε λαϊκές πολυκατοικίες στον Ταύρο. Εμείς ήμασταν πιό τυχεροί, μας έπεσε οικόπεδο στην Άνω Νέα Σμύρνη (...) Ο συνοικισμός μας σαν ένα τεράστιο δέντρο, μέρα με την μέρα χάνει τα κλαριά του (...) οι γείτονες χάνονται, οι φίλοι χάνονται, τα παιδιά αραιώνουν, το βουητό αργοσκεπάζει τη θλίψη (...) Πέρασαν χρόνια από τότε. Οπου και να πάω ο συνοικισμός μ’ ακολουθεί (...) Διαμόρφωσε την συνείδησή μου, τη σκέψη μου, την ταξική μου έκφραση και θωριά, γιατί ήταν το ίδιο το είναι μου, η ίδια η ψυχή μου. (*).

Δραπετσώνα, 1960.
Εκεί που βρήκε τον διάβολό του το κράτος ήταν η Δραπετσώνα, όπου, ενωμένοι σαν μια γροθιά, οι κάτοικοι αρνούνται να εγκαταλείψουν τα χαμόσπιτά τους. Το 1960, η κυβέρνηση Καραμανλή εξαγγέλλει με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα "εξυγίανσης και αποκατάστασης προσφύγων" της περιοχής, το οποίο περιλαμβάνει μεταστέγαση των κατοίκων και ανέγερση πολυκατοικιών στην θέση των παραγκόσπιτων. Σχεδόν αμέσως, οι κάτοικοι βγαίνουν στους δρόμους, με το σύνθημα "επί τόπου αυτοστέγαση για όλους". Κατά βάση, δηλαδή, δεν διαφωνούν με το γκρέμισμα των σπιτιών τους και το χτίσιμο πολυκατοικιών αλλά απαιτούν να παραμείνουν ο καθένας εκεί όπου μένει. Όμως, αυτή η απαίτησή τους σήμαινε ότι θα έμεναν αλώβητες η χωρική κατανομή τους και η κοινωνική συνοχή τους, δηλαδή αυτά ακριβώς τα στοιχεία που ήθελε να διαλύσει η κυβέρνηση.

Οι κινητοποιήσεις γίνονται όλο και πιο μαζικές, όλο και πιο δυνατές. Ο τύπος κάνει πλέον λόγο για τον "πόλεμο της παράγκας". Οι συμπλοκές των κατοίκων με τους αστυνομικούς, που προσπαθούν να προστατέψουν και να διευκολύνουν τους εργολάβους στην υλοποίηση του προγράμματος είναι συχνές και βίαιες. Αποκορύφωμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η εισβολή χιλίων αστυνομικών στις 14 Νοεμβρίου 1960, προκειμένου να διώξουν τους κατοίκους με την βία ώστε να προχωρήσουν οι κατεδαφίσεις (**). Τα γεγονότα καλύπτει για λογαριασμό της "Αυγής" ένας εικοσιοχτάχρονος δημοσιογράφος, ο Γιάννης Θεοδωράκης.

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης συναντιέται με τον αδελφό του, τον Μίκη. Φυσικά, η Δραπετσώνα γίνεται το κύριο θέμα τής κουβέντας τους. Ξαφνικά, ο Γιάννης καρφώνει τον Μίκη με το βλέμμα. "Αν έγραφες ένα τραγούδι για την Δραπετσώνα...". Ο Μίκης ζωήρεψε. "Θα το κάνω".

Κάποια από τις επόμενες μέρες, ο Μίκης οδηγεί στην Πατησίων, πηγαίνοντας στην Κολούμπια, στην Ριζούπολη. Πήχτρα ο δρόμος αλλά ο Μίκης στριφογυρίζει στο μυαλό του την ιδέα μιας μελωδίας για την Δραπετσώνα. Με το που φτάνει έξω από το θέατρο Καλουτά, του έρχεται η επιφοίτηση. Έτσι όπως βρίσκεται στην μέση του δρόμου, καρφώνει το φρένο και βγάζει από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα του για να γράψει το μοτίβο που τού 'ρθε στο μυαλό πριν το ξεχάσει. Πού να προλάβει να σταματήσει ο φουκαράς που ερχόταν από πίσω; Γκαπ! Απτόητος ο Μίκης συνεχίζει το γράψιμο. Έξαλλος ο από πίσω, βγαίνει βλαστημώντας από τ' αμάξι του για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Μίκης στην κοσμάρα του. Ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει.

Το ίδιο βράδυ, τηλεφωνεί στον φίλο του, τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. "Τάσο, έγραψα ένα κομμάτι για την Δραπετσώνα και θέλω να τ' ακούσεις για να βάλεις τους στίχους"  - "Να τ' ακούσω. Πότε;" - "Τώρα". Κι έτσι, όπως μιλάνε στο τηλέφωνο, αρχίζει να του τραγουδάει την μελωδία. Ο Λειβαδίτης εκστασιάζεται. "Ξαναπέστο". Το ξαναλέει. "Άστο". Την άλλη μέρα, ο Λειβαδίτης είχε έτοιμους τους στίχους και ήταν η σειρά τού Μίκη να εκστασιαστεί. Δυο μέρες αργότερα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα έμπαινε στο στούντιο για να ηχογραφήσει την "Δραπετσώνα", με συνοδεία τον Μανώλη Χιώτη, που θα έκανε δεύτερη φωνή και θα έπαιζε μπουζούκι:
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός,
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός.
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά,
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το `δερνε ο αγέρας κι η βροχή,
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά,
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά,
κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά,
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας,
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.
Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Το τραγούδι βγήκε σε σαρανταπεντάρι, ως φλιπσάιντ ενός άλλου μεγάλου τραγουδιού σε στίχους Λειβαδίτη, του πασίγνωστου "Μάνα μου και Παναγιά" (από την ταινία "Ο Γολγοθάς μια αθώας"). Λόγω του Χιώτη, το δισκάκι ξαναγράφεται αμέσως, με την Μαίρη Λίντα στην ερμηνεία (***). Και τα δυο τραγούδια εντάχθηκαν στον κύκλο τραγουδιών τού Μίκη Θεοδωράκη "Πολιτεία".

Επίλογος. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν κατάφερε να κάμψει το φρόνημα των κατοίκων της Δραπετσώνας, οι οποίοι συνέχισαν για χρόνια την αντίστασή τους. Την ολοκληρωτική κατεδάφιση του συνοικισμού και τον διασκορπισμό των κατοίκων του θα τον κατάφερνε τελικά η χούντα, με την βοήθεια του στρατού. Οι τελευταίες παράγκες γκρεμίστηκαν το 1970. Ο Μίκης θα επισκεπτόταν την περιοχή το 2001, μαζί τον υπουργό ΠεΧωΔε Κώστα Λαλιώτη και τον πασόκο δήμαρχο Κώστα Χρονόπουλο, εκθειάζοντας την "Νέα" Δραπετσώνα και δικαιώνοντας όλους εμάς για τους οποίους ο Μίκης έπαψε να υπάρχει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980...


-----------------------------------------
(*) Βασίλης Λιόγκαρης, "Συνοικισμός Χαροκόπου", Σύγχρονη Εποχή, 1998
(**) Δείτε στο http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2013/11/MaxhParagkas.html φωτογραφικό υλικό και περισσότερα ιστορικά στοιχεία.
(***) Το 45άρι με τον Μπιθικώτση έχει κωδικό "His Master's Voice - 2792" κι εκείνο με την Λίντα "His Master's Voice - 2793".

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Θοδωρή η περιοχή Ασύρματος που αναφέρεις τι όνομα έχει σήμερα. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Theodore Athanasiadis είπε...

@ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Είναι η γειτονιά κάτω από τον περιφερειακό του Φιλοπάππου. Εκεί βρισκόταν ο Ναυτικός Ασύρματος, στην Ναυτική Σχολή Πολέμου, ανάμεσα στις οδούς Καλλισθένους και Τρώων.

Ανώνυμος είπε...

Σε ευχαριστώ Θοδωρή. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Thumomenos είπε...

Καταπληκτική ταινία "Συνοικία το όνειρο¨του Αλ. Αλεξανδρακη, ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες του ελ. κινηματογράφου, οι λόγοι? πολλοί και διάφοροι, ο καθένας μπορεί να βρει τους δικούς του λόγους για να μαγευτεί από αυτό το αριστούργημα!
Θοδωρή Καλό Πάσχα!!!