Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]

7 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 8. Η ολυμπιακή ειρήνη

Κοντά σε όλα τα ολυμπιακά παραμύθια, στα οποία αναφερθήκαμε στα προηγούμενα σημειώματα, δεν μπορούμε να μη προσθέσουμε και το παραμύθι τής "ολυμπιακής ειρήνης". Πρόκειται για ένα καραμπινάτο ιστορικό ψεύδος, πάνω στο οποίο τόση και τόση σπέκουλα γίνεται ίσαμε τις μέρες μας. Προφανώς, πρόκειται για εσκεμμένη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας περί της "ολυμπιακής εκεχειρίας", που κι αυτή παραβιάστηκε πάμπολλες φορές.

Κατ' αρχάς και ο πλέον ηλίθιος καταλαβαίνει ότι άλλο πράγμα η ειρήνη και άλλο η εκεχειρία. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι ολυμπιακοί αγώνες δεν έγιναν αφορμή να υπογραφεί ειρήνη σε οποιονδήποτε πόλεμο. Απλώς, επί κάποιες ολυμπιάδες, οι διοργανωτές έστελναν "κήρυκες" σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, οι οποίοι προανάγγελαν τους αγώνες και καλούσαν τους πάντες σε τρίμηνη εκεχειρία πριν και κατά την διάρκειά τους. Η εν λόγω εκεχειρία αποτελεί προϊόν τής συμφωνίας των βασιλέων τής Ήλιδας (Ίφιτος) και της Πίσας (Κλεοσθένης), την οποία συνυπέγραψαν ως εγγυητές και οι Σπαρτιάτες (Λυκούργος).

Ο λόγος αυτής της εκεχειρίας ήταν προφανής και, βεβαίως, δεν έχει καμμία σχέση με τα "υψηλά ιδεώδη" και το "αθάνατο πνεύμα" των αγώνων. Όπως είναι γνωστό, ο ελλαδικός χώρος σπαρασσόταν κατά την αρχαιότητα από πολυαίμακτες συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων πόλεων. Ως εκ τούτου, το να φτάσει κάποιος αθλητής ή -πολύ περισσότερο- θεατής στον χώρο των αγώνων, διασχίζοντας περιοχές όπου γίνονταν πόλεμοι, συνιστούσε μεγάλη περιπέτεια και λειτουργούσε αποτρεπτικά. Οι διοργανωτές, λοιπόν, χρειάζονταν μια τέτοια εκεχειρία για την επιτυχία των αγώνων.

Από την άλλη, οι ηλείοι είχαν καταφέρει (με σχετικές "θεϊκές" εντολές των διαφόρων μαντείων) να αναδείξουν την περιοχή τους ως "ουδέτερη" (κάτι σαν την σημερινή Ελβετία, ας πούμε) και τον χώρο τής Ολυμπίας ως "ιερά ζώνη τού Διός". Μιλάμε, δηλαδή, για μια αποστρατοποιημένη περιοχή. Επειδή, όμως, προκειμένου να γλιτώσεις από τα ποντίκια, "καλό 'ναι το ευχέλαιο, μα πάρε και μια γάτα", οι διοργανωτές ανέθεσαν ρόλο προστάτη τής εκεχειρίας στους σπαρτιάτες. Παρά ταύτα:

- Το 668 π.Χ., ο βασιλιάς της Πίσας Πανταλέων κάλεσε τον τύραννο του Άργους Φείδωνα να χτυπήσει τους ηλείους, ώστε να αναλάβει η Πίσα την διεξαγωγή των αγώνων. Έτσι, οι 34οι ολυμπιακοί αγώνες διοργανώθηκαν από τους πισαίους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, λίγο πριν τους 35ους αγώνες τού 664 π.Χ., οι ηλείοι ανέτρεψαν την κατοχή των πισαίων και ανέλαβαν πάλι την διεξαγωγή των αγώνων.

- Το 420 π.Χ. κι ενώ μαινόταν ο πελοποννησιακός πόλεμος, οι σπαρτιάτες (προστάτες τής εκεχειρίας, μη το ξεχνάμε!) έστειλαν χίλιους άνδρες στην Ήλιδα για να καταλάβουν το Λέπραιο, το οποίο είχε πάει με την πλευρά των αθηναίων. Οι ηλείοι φοβήθηκαν για την ομαλή διεξαγωγή των επικείμενων αγώνων και ζήτησαν από το μαντείο την βοήθεια των θεών. Πράγματι, ο θεός Απόλλωνας αποφάσισε να καταβάλουν οι σπαρτιάτες 200 μνες πρόστιμο για κάθε στρατιώτη που συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Λέπραιου, αλλιώς η Σπάρτη δεν θα έπαιρνε μέρος στους αγώνες. Το ποσό των 200.000 μνων ήταν αστρονομικό κι έτσι οι σπαρτιάτες αθλητές αποκλείστηκαν για χρόνια από τους αγώνες.

- Το 404 π.Χ. ο πελοποννησιακός πόλεμος τελείωσε και ο βασιλιάς τής Σπάρτης Άγις χύμηξε κατά των ηλείων για να ξεπλύνει την ντροπή τού 420 π.Χ. Αφού μπήκε, λοιπόν, στην Ολυμπία και πρόσφερε επιδεικτικά θυσία μέσα στον ιερό χώρο, όρμησε σ' ολόκληρη την περιοχή κατακαίοντας τα δάση και συλλαμβάνοντας χιλιάδες αιχμαλώτων ("επορεύετο κόπτων και καίων την χώραν και υπέρπολλα μεν κτήνη, υπέρπολλα δε ανδράποδα ηλίσκετο εκ της χώρας" - Ξενοφών, "Ελληνικά", Γ', 2, 26). Τότε, οι άρχοντες της Ήλιδας έβγαλαν απόφαση σύμφωνα με την οποία ο αποκλεισμός των σπαρτιατών από τους αγώνες και το πρόστιμο που είχε επιβληθεί λόγω της εισβολής στο Λέπραιο ήσαν...παράνομα (παράνομη η απόφαση τού θεού!). Έτσι, οι σπαρτιάτες ξαναγύρισαν στους αγώνες. Σε αντάλλαγμα, ο κατακτητής Άγις παρεχώρησε την διοργάνωση των αγώνων στους ηλείους.

- Το 365 π.Χ. οι πισαίοι επανέρχονται. Συμμαχούν με τους αρκάδες, νικούν τους ηλείους και αναλαμβάνουν την διοργάνωση της επόμενης χρονιάς κατά τα γνωστά: διακήρυξη εκεχειρίας κλπ. Όμως, κατά την διάρκεια των αγώνων, οι ηλείοι μπήκαν αιφνιδιαστικά στο στάδιο και η "ιερά Άλτις" έγινε πεδίο σύγκρουσης. Τελικά, οι ηλείοι ηττήθηκαν, οι αρκάδες λεηλάτησαν τους θησαυρούς της Ολυμπίας και οι αγώνες διακόπηκαν οριστικά.

Αυτά είναι μερικά μόνο χαρακτηριστικά ιστορικά περιστατικά ολυμπιακής..."ειρήνης". Οι ολυμπιακοί αγώνες διεξάγονταν κανονικώτατα κατά την διάρκεια του πολυαίμακτου πελοποννησιακού πολέμου (431-404), του ολυνθιακού πολέμου (382-379), των δυο μεσσηνιακών πολέμων (743-724 και 685-668), του Ληλάντιου πολέμου (710-650), των τριών πρώτων ιερών πολέμων (595-585, 449-448 και 356-346), του σαμιακού πολέμου (440-439), του κορινθιακού πολέμου (395-386), των θηβαϊκών πολέμων (371-362), του συμμαχικού πολέμου (357-355), του Χρεμωνίδειου πολέμου (267-261), του Κλεομενικού πολέμου (229-222) κλπ κλπ., για να μην αναφερθούμε στις αμέτρητες "ξεκάρφωτες" συγκρούσεις από τις οποίες ποτέ δεν είχε έλλειψη τούτος ο τόπος.

Αν μετά από όλα αυτά υπάρχουν ακόμη κάποιοι ανιστόρητοι, οι οποίοι αρέσκονται να "ζουν τον μύθο τους στην Ελλάδα" και να βαυκαλίζονται με ανύπαρκτα ιδεώδη, πρόβλημά τους και...καλά ξυπνητούρια!

6 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 7. Ευ αγωνίζεσθαι

Ως γνωστόν, οι ρωμαίοι ήσαν βάρβαροι κι αιμοδιψείς και γι' αυτό αρέσκονταν στα γνωστά ανταριχιαστικά θεάματα π.χ. των μονομάχων που σφάζονταν στην αρένα ή των χριστιανών που τους κατασπάραζαν πεινασμένα λιοντάρια. Αντίθετα, όλοι γνωρίζουμε ότι οι αρχαίοι έλληνες χαρακτηρίζονταν από ευγενή άμιλλα, απεχθάνονταν την ωμή βία και πρέσβευαν το "ευ αγωνίζεσθαι".

Τρίχες! Τρίχες κατσαρές! Όπως σήμερα καταδικάζουμε την βαναυσότητα των ταυρομαχιών αλλά δεν έχουμε ιδέα ότι εξ ίσου βάναυσες ταυρομαχίες γίνονταν και στον τόπο μας πριν τρεις χιλιετίες, έτσι λοιδωρούμε και τους ρωμαίους δίχως να γνωρίζουμε πόσο αίμα χυνόταν στις κονίστρες των ολυμπιακών και των άλλων μεγάλων αγώνων.

Όταν μιλάμε σήμερα για "ελληνορωμαϊκή πάλη", έχουμε στον νου μας δυο αθλητές οι οποίοι προσπαθούν να νικήσουν δίχως να κάνουν λαβές κάτω από την μέση, δίχως να πιάνουν τον αντίπαλο από τον λαιμό κλπ. Όμως, για τους παλαιστές των αρχαίων ολυμπιακών αγώνων, κάθε είδους λαβή ήταν επιτρεπόμενη. Ο ολυμπιακός παλαιστής μπορούσε να στραγγαλίσει τον αντίπαλό του, να του σπάσει το πόδι ή το χέρι, να του τσακίσει τα πλευρά ή και να του διαλύσει την ραχοκοκκαλιά. Κι αν για όλα αυτά υπάρχουν ελάχιστες καταγραφές, οι πολυάριθμες απεικονίσεις σε διάφορα αγγεία αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα.

Στην πυγμαχία, όπως μαρτυρεί ο Φιλόστρατος στον "Γυμναστικό" του, οι αντίπαλοι τύλιγαν τα δάχτυλά τους με "λουριά από καλοθρεμμένα βόδια" (αυτά που ο λαός αποκαλεί βοϊδόπουτσες), ώστε να γίνονται τα χτυπήματα ισχυρότερα. Αργότερα, όπως καταγράφει ο Παυσανίας στο "Ελλάδος Περιήγησις", πρόσθεσαν στους ιμάντες σιδερένια και μολυβένια κουμπιά, για ακόμη ισχυρότερα χτυπήματα. Κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα προστέθηκαν μεταλλικά κοφτερά επιθέματα στους αρμούς των δακτύλων, καθιστώντας τα χτυπήματα στο κεφάλι θανατηφόρα.

Το πιο άγριο άθλημα ήταν το "παγκράτιον", το αποκαλούμενο και "παμμαχία", επειδή οι αθλητές μπορούσαν να μεταχειριστούν οποιοδήποτε μέσο για να εξοντώσουν τον αντίπαλό τους. Τα μόνα που απαγορεύονταν επίσημα ήταν το δάγκωμα και το βγάλσιμο των ματιών, όμως και τα δυο αποτελούσαν συνήθη πρακτική στους αγώνες όπως φαίνεται από τις αναπαραστάσεις σε πολλά αγγεία που έχουν βρεθεί. Φυσικά, οι στραγγαλισμοί, το σακάτεμα των γεννητικών οργάνων με κλωτσιά, το σπάσιμο άκρων ή το τσάκισμα του κεφαλιού στο έδαφος θεωρούνταν απαραίτητα για την νίκη.

Όλα τα παραπάνω φαντάζουν αδύνατα στον ανυποψίαστο αναγνώστη, ο οποίος έχει ανατραφεί βυζαγμένος με τα "ανυπέρβλητα ιδεώδη" τής φυλής. Όμως, όσο κι αν ηχούν πρωτόγνωρα, έχουν καταγραφεί από τον Παυσανία, τον Πλάτωνα, τον Λουκιανό, τον Πίνδαρο, τον Φιλόστρατο και άλλους αρχαίους συγγραφείς. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι οι αθλητές είχαν το "ακαταδίωκτο". Δηλαδή, ακόμη κι αν σκότωναν τον αντίπαλό τους στον αγώνα, δεν τους επιβαλόταν καμμία ποινή!

Εννοείται ότι αυτές οι βαρβαρότητες (των οποίων μικρό δείγμα δώσαμε) συγκινούσαν τους θεατές, οι οποίοι ζητωκραύγαζαν και παρότρυναν τον διαφαινόμενο νικητή να εξοντώσει τον αντίπαλό του. Άλλωστε, εάν το "φιλοθεάμον κοινό" αισθανόταν αποτροπιασμό για την αιματοχυσία, είναι σίγουρο ότι τίποτε από όλα αυτά δεν θα γινόταν στην κονίστρα. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο κόσμος απολάμβανε το βάρβαρο και αποκρουστικό θέαμα των αθλητών που πάλευαν μέχρι θανάτου. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, ο ηττημένος επιζητούσε τον θάνατό του μιας και η ήττα εθεωρείτο πολύ ντροπιαστική. Αυτό αποδεικνύει ότι το κοινώς λεγόμενον "στους αγώνες, σημασία έχει η συμμετοχή" δεν είναι παρά μια καλοσερβιρισμένη αλλά ανιστόρητη χοντροπαπαριά.

Θα κλείσουμε το σημερινό σημείωμα με ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από αγώνα παγκρατίου, ξεκαθαρίζοντας ότι πρόκειται για περιστατικό τού 6ου π.Χ. αιώνα (με αβέβαιη ακριβή χρονολογία) από τα Νέμεα και όχι από ολυμπιακούς αγώνες:

Στην κονίστρα βρέθηκαν δυο ισάξιοι αντίπαλοι, ο Κρεύγας από την Επίδαμνο της Ηπείρου και ο Δαμόξενος από τις Συρακούσες τής Σικελίας. Ο αγώνας ήταν σκληρός αλλά κανένας από τους δυο αθλητές δεν φαινόταν να αποκτά πλεονέκτημα. Λέγεται ότι πάλευαν πάνω από τέσσερις ώρες και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει αλλά νικητής δεν έβγαινε. Τότε οι δυο αθλητές έκαναν μια συμφωνία: να σταθεί πρώτα ο ένας και μετά ο άλλος όρθιος κι ακίνητος και ο αντίπαλός του να του καταφέρει ένα χτύπημα. Οι κριτές το δέχτηκαν και, θέλοντας να ευνοήσουν τον Κρεύγα, έδωσαν εντολή σ' εκείνον να δώσει το πρώτο χτύπημα. Ο Δαμόξενος έμεινε ακίνητος και ο Κρεύγας τού έδωσε ένα ισχυρότατο χτύπημα στο κεφάλι. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, ο συρακούσιος δεν σωριάστηκε.

Κατόπιν, ήρθε η σειρά τού Δαμόξενου να χτυπήσει. Ο Κρεύγας έμεινε ακίνητος και ο αντίπαλός του χρησιμοποίησε ένα χτύπημα πρωτόγνωρο για την εποχή: ένωσε τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού και, με την παλάμη προτεταμένη σαν δόρυ, τρύπησε (κυριολεκτικά) τα πλευρά του αντιπάλου του, έχωσε το χέρι του στο κορμί του, άρπαξε τα σπλάγχνα του και τα τράβηξε έξω, σωριάζοντάς τον νεκρό ("παίει τοις δακτύλοις ορθοίς υπό την πλευράν, υπό δε της ακμής τε των ονύχων και βίας της πληγής την χείρα εις το εντός καθείς και επιλαβόμενος των σπλάγχνων ες το εκτός έλκων απέρρηξε" - Παυσανίας, "Ελλάδος Περιήγησις", βιβλίο VIII, 40).

Οι κριτές δεν μπορούσαν ούτε να χωνέψουν το πώς νίκησε ο Δαμόξενος ούτε να τον τιμωρήσουν για το έγκλημα που διέπραξε αφού δεν είχε κάνει τίποτε παράνομο (ούτε δάγκωσε τον αντίπαλό του ούτε του έβγαλε τα μάτια). Έκριναν, όμως, ότι ο σικελός αθλητής είχε παραβεί την συμφωνία, καταφέροντας δύο χτυπήματα στον αντίπαλό του: ένα το τρύπημα των πλευρών και ένα το ξερρίζωμα των σπλάγχνων. Έτσι, αποφάσισαν να τιμωρήσουν τον Δαμόξενο αναδεικνύοντας ως νεμεονίκη τον ήδη νεκρό Κρεύγα.

Αρχαιοελληνικόν ευ αγωνίζεσθαι...

5 Αυγούστου 2012

"Αστυνομική ιστορία"

Για τον μεγάλο ούγγρο συγγραφέα Ίμρε Κέρτες είχαμε μιλήσει πριν ενάμιση χρόνο, όταν παρουσιάζαμε το αριστούργημά του "Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο". Τότε, λογάριαζα πως αν ποτέ ξαναμιλούσα για έργο τού Κέρτες, θα ήταν δίχως άλλο για το μοναδικό "Εγώ, ένας άλλος". Όμως, το βιβλιαράκι στο οποίο αναφερόμαστε σήμερα, ταιριάζει πολύ περισσότερο στην χαλαρή διάθεση του Αυγούστου.

Όταν είδα στο ράφι του βιβλιοπωλείου την "Αστυνομική ιστορία", ομολογώ ότι παραξενεύτηκα. Βλέπετε, γνωρίζοντας αρκετά καλά τον Κέρτες, δεν περίμενα ποτέ πως θα έγραφε αστυνομικό μυθιστόρημα. Τελικά, αγόρασα το βιβλίο από καθαρή περιέργεια, προκειμένου να δω πώς μπορεί να είναι ένα τέτοιο μυθιστόρημα γραμμένο από κάποιον μεγάλο νομπελίστα συγγραφέα.

Φυσικά, είχα κάνει λάθος. Η "Αστυνομική ιστορία" δεν είναι ούτε μυθιστόρημα ούτε αστυνομικό βιβλίο με την έννοια που ξέρουμε. Είναι μια νουβέλα μικρότερη των 100 σελίδων, στην οποία δεν εμφανίζονται ούτε κλέφτες ούτε φονιάδες. Πρωταγωνιστές της είναι οι αστυνομικοί ενός λατινοαμερικανικού δικτατορικού καθεστώτος, οι οποίοι δεν τηρούν τον νόμο αλλά είναι ο νόμος. Κινούνται με άνεση ανάμεσα σε νομιμότητα και παρανομία, παρακολουθούν ανυποψίαστους πολίτες, προστατεύουν το καθεστώς από τους πραγματικούς αλλά και από τους πιθανούς αντιπάλους του και, γενικά, δρουν όπως αρμόζει σε αστυνομικούς οι οποίοι υπηρετούν τέτοια καθεστώτα: συλλαμβάνουν, ανακρίνουν, βασανίζουν, κατηγορούν, καταδικάζουν, εκτελούν...

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1977 στην σοσιαλιστική -τότε- Ουγγαρία, δίχως να αντιμετωπίσει πρόβλημα λογοκρισίας. Παρ' όλα αυτά, οι βιβλιοκριτικοί θεωρούν ότι ο Κέρτες αναφέρεται στην ίδια του την πατρίδα αλλά μετέφερε την δράση κάπου στην Λατινική Αμερική για να ξεγελάσει τις αρχές. Σ' αυτό συνηγορεί έμμεσα ο ίδιος ο Κέρτες, ο οποίος γράφει, προλογίζοντας την ουκρανική έκδοση 27 χρόνια αργότερα: "αποφάσισα να μην αφαιρέσω τίποτα από το τερατώδες τής ιστορίας, αλλά να μεταφέρω τον τόπο τής εξιστόρησης σε μια φανταστική χώρα τής Νότιας Αμερικής". Ποια είναι η αλήθεια; Ήσαν τόσο τυφλοί και ηλίθιοι οι λογοκριτές ή εκτίμησαν πως δεν υπήρχε τίποτε να φοβηθούν; Ή, μήπως, δεν υπήρχε καν λογοκρισία; Η απάντηση εναπόκειται στην ευφυΐα τού αναγνώστη.

Όπως και να 'χουν τα πράγματα, η "Αστυνομική ιστορία" είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, το οποίο φέρνει επανειλημμένα στο μυαλό του αναγνώστη εικόνες από τον "Αγνοούμενο" του Γαβρά, ενώ θα θυμίσει και το "Γκεστάπο" τού Σβεν Χάσσελ, σε όσους το έχουν διαβάσει. Η πέννα τού Κέρτες κινείται με τον γνωστό, ράθυμο, σχεδόν υπνωτικό τρόπο της πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί, το οποίο δεν χαλαρώνει ούτε στην τελευταία σελίδα τού βιβλίου: 

"Φοβάσαι;" με ρώτησε...
"Τί να φοβάμαι;"...
"Ε, να", με μια κίνηση του κεφαλιού του έδειξε προς την αυλή, όπου οι δυο Σαλίνας κρέμονταν σαν δυο σακιά από το σχοινί, "γι' αυτό!"
"Γι' αυτό", απάντησα κουνώντας τους ώμους μου, "όχι. Φοβάμαι όμως τον μακρύ δρόμο που οδηγεί σ' αυτό". 

Η "Αστυνομική ιστορία" κυκλοφορεί από τον "Κέδρο" σε μια αξιοπρεπέστατη έκδοση, η οποία απαίτησε λιγώτερα από 8 ευρώ για να την αποκτήσω και δεν βλέπω για ποιον λόγο θα πρέπει να "σκοτώνω την ώρα μου" με μια κυριακάτικη χαζοφυλλάδα αντί να απολαμβάνω τέτοια βιβλία...

4 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 6. Η ξεφτίλα των διανοουμένων

Λέγαμε χτες ότι στους κάθε λογής φαντασμένους βασιλείς, τυράννους και κάθε λογής άρχοντες δεν αρκούσε ο τίτλος του ολυμπιονίκη. Άλλωστε, το ποθούμενο γι' αυτούς δεν ήταν ο κότινος καθ' εαυτόν (εδώ γελάμε!) αλλά η φήμη και η δόξα που τον συνόδευαν. Έτσι, λοιπόν, αφού δεν δίσταζαν να ξοδέψουν χρήμα για να "αγοράσουν" έναν κότινο, είναι φυσικό πώς ήσαν διατεθειμένοι να ξοδέψουν πολλά περισσότερα για να "αγοράσουν" φήμη και δόξα. Κι όπως συμβαίνει ανά τους αιώνες, πρόθυμοι να τους βοηθήσουν (πάντοτε με το αζημίωτο!) αποδείχτηκαν οι άνθρωποι των γραμμάτων. Οι "ακαδημαϊκοί", όπως θα λέγαμε σήμερα.

Ηχεί παράξενα στ' αφτιά των αμύητων αλλά ένας από τους φανατικούς υμνητές των ολυμπιονικών ήταν ο μεγάλος Πλάτων. Αριστοκράτης ο ίδιος, μπαινόβγαινε με ιδιαίτερη χαρά στα σπίτια τους και τους συναναστρεφόταν δημοσίως, υμνώντας και επαινώντας τους σε κάθε ευκαιρία: "...θα ζουν πιο μακάρια κι από την μακαριστή ζωή που κάνουν οι ολυμπιονίκες (...) εκείνους τους μακαρίζουν...γιατί και η νίκη τους είναι μεγαλύτερη αφού η νίκη τους είναι η σωτηρία ολόκληρης της πόλης..." (...ζήσουσί τε του μακαριστού βίου ον οι ολυμπιονίκαι ζώσι μακαριώτερον (...) ευδαιμονίζονται εκείνοι...νίκην τε γαρ νικώσι συμπάσης της πόλεως σωτηρίαν... - Πλάτων, "Πολιτεία", βιβλίο Ε, 465d). Κατά τον Πλάτωνα, λοιπόν, μια ολυμπιακή νίκη συνιστά σωτηρία τής πόλης! Δεν είναι τυχαίο που τα τσούγκρισε με τον Σωκράτη, όταν ο δάσκαλός του υποστήριξε ότι οι ολυμπιονίκες δεν πρέπει να σιτίζονται τζάμπα στο πρυτανείο.

Αλλά εκείνος που έγινε διάσημος ως ο πιο ξεπουλημένος υμνητής των ολυμπιονικών τυράννων είναι ο Πίνδαρος. Ο βοιωτός ποιητής, εκμεταλλευόμενος την άνεσή του στην στιχοπλοκή, έγινε ο πιο ακριβοπληρωμένος "κατά παραγγελίαν υμνολόγος" τής Ιστορίας. Δεν άφησε βασιλικό οίκο και αρχοντική αυλή που να μη μπει για να πάρει παραγγελία. Με το ακόρεστο πάθος του για πλουτισμό, αναδείχθηκε ως ο πλέον διεφθαρμένος διανοούμενος του αρχαίου κόσμου, υμνώντας με την πέννα του αιμοσταγείς τυράννους και πολεμοχαρείς ηγεμόνες. Ακόμη και ολόκληρες πόλεις κατέφευγαν στις ακριβοπληρωμένες υπηρεσίες του, όπως η Αθήνα, η οποία όχι μόνο τον χρύσωσε αλλά του έστησε και χάλκινο άγαλμα!

Το τι παπαριά έχει γράψει ο Πίνδαρος δεν περιγράφεται. Αλλά τις περισσότερες τις έγραψε για τον Ιέρωνα, τον τύραννο των Συρακουσών, από τον οποίο απέσπασε μυθώδη ποσά για να γίνει ο προσωπικός του υμνωδός. Τον ύμνησε ως ολυμπιονίκη: "απ' όλες τις κορφές, την πιο ψηλή", που "κρατάει βασιλικό σκήπτρο και κορφολογάει τις αρετές" (Ολυμπιονίκες, 1) και "βασιλιά λαοπρόβλητο σε βλέπει, περισσότερο από κάθε άλλον, η μοίρα η μεγάλη (Ολυμπιονίκες, 3). Τον ύμνησε και ως πυθιονίκη:  "να προστατεύει ο θεός τον Ιέρωνα κι ό,τι ποθεί να του το χαρίζει αμέσως" και "έχτισε ο Ιέρων την πόλη για να την κυβερνάει με θεοπρέπεια, με ελευθερία και άξιους νόμους" (Πυθιονίκες, 1) αλλά και "έχεις, βασιλιά, ψυχή ελευθερόφρονη...δεν βρέθηκαν στην Ελλάδα ως τώρα άλλοι πιο μεγάλοι στην δόξα και στα πλούτη από τον Ιέρωνα" (Πυθιονίκες, 2).

Στον Ακράγαντα, κοντά στις Συρακούσες, ήταν την ίδια εποχή τύραννος ένας άλλος "ολυμπιονίκης", ο αιμοσταγής Θήρων. Ο Πίνδαρος, "εκστασιασμένος" από το "μεγαλείο" τού Θήρωνα, αναφωνεί: "ας γίνει ξακουστός στα πέρατα της οικουμένης, αυτός που προστατεύει το δίκιο των ξένων και είναι ο ανορθωτής τού Ακράγαντα" (Ολυμπιονίκες, 2). Μάλιστα, μιας και βρισκόταν στην Σικελία, δεν παρέλειψε να πεταχτεί μέχρι την Γέλα για να σκαρώσει δυο στιχάκια (πάντοτε με το αζημίωτο, έτσι;) και για τον περιβόητο τύραννο Γέλωνα. Κι αφού οι τύραννοι πλήρωναν αδρά, ο Πίνδαρος δεν είχε πρόβλημα να γράψει ύμνους και για τους ευνοούμενούς τους, όπως για τον κουνιάδο τού Ιέρωνα ή για τον φίλο του Αγησία.

Βέβαια, η ξεφτίλα των διανοουμένων δεν περιορίζεται στον Πίνδαρο. Από κοντά κι ο Βακχυλίδης, ο οποίος είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο παλάτι τού Ιέρωνα, έκανε ότι μπορούσε: "εσύ έδειξες στους ανθρώπους τα πιο φανταχτερά λουλούδια"(!!) αλλά και "ο Ιέρων, βασιλιάς των Συρακουσών, κυβερνά ήμερος τους λαούς του, θαυμαστός στους ξένους σαν πατέρας" (Πυθιονίκες, 3). Κι από δίπλα, ο διάσημος επιγραμματοποιός τής αρχαιότητας, ο Σιμωνίδης ο Κείος. Και ξοπίσω, ο Επίχαρμος, ο κωμωδιογράφος από την Κω. Και παραδίπλα...

Φυσικά, στην υπηρεσία του ολυμπιακού πανηγυριού δεν είχαν μπει μοναχά οι ποιητές. Πιο πάνω είδαμε τον Πλάτωνα να θαυμάζει τους ολυμπιονίκες και να θεωρεί φυσιολογικά αλλά και επιβεβλημένα τα προνόμιά τους. Σε προηγούμενο σημείωμα είδαμε τον ρήτορα Υπερείδη να υπερασπίζεται τιμωρημένο επί δωροδοκία αθλητή τής Αθήνας. Αλλά και ο μεγάλος τραγικός Αισχύλος, βαδίζοντας στα βήματα του Πλάτωνα, υπερθεμάτιζε την ολυμπιακή καταξίωση, προκαλώντας τις ειρωνικές παρατηρήσεις τού άσπονδου αντιπάλου του Ευριπίδη. Επίσης, επαινετικούς στίχους για τους ολυμπιονίκες έχει γράψει και ο Αριστοφάνης. Συμπτωματικά, όλοι οι παραπάνω ήσαν αριστοκράτες, οπότε η θέση τους θεωρείται μάλλον φυσιολογική.

Τελειώνοντας τούτο το σημείωμα, ας σκεφτούμε ότι όλα τα παραπάνω σπαράγματα είναι μερικά μόνον από εκείνα που σώθηκαν στο διάβα των αιώνων, ας συνυπολογίσουμε κι εκείνα -τα πολλά περισσότερα- που χάθηκαν και ας αναρωτηθούμε για ποιο "αρχαίο πνεύμα, αθάνατο" μιλάει ο ποιητής...

3 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 5. Η φάμπρικα των αρματοδρομιών

Ο αναγνώστης τού χτεσινού σημειώματος θα παρατήρησε ότι στους ολυμπιακούς αγώνες παίζονταν χοντρά παιγνίδια με τις αρματοδρομίες. Ας πούμε, λοιπόν, σήμερα δυο λόγια παραπάνω γι' αυτό το φαινόμενο, την φάμπρικα των αρματοδρομιών.

Στο ξεκίνημά τους, οι ολυμπιακοί αγώνες απευθύνονταν αποκλειστικά σε πλούσιους αριστοκράτες. Όχι πως υπήρχε κάποιος τέτοιος νόμος, βέβαια. Απλώς, έτσι γινόταν κατ' ανάγκην. Ποιό φτωχαδάκι θα μπορούσε να κινήσει από τα πέρατα του ελληνισμού για να φτάσει, μετά από πολυήμερο ταξίδι, κατάκοπο και μπαϊλντισμένο στην Ολυμπία; Κι άιντε κι έφτανε. Ποιά τύχη θα είχε μετά από τόση ταλαιπωρία; Επίσης, η διάκριση στους αγώνες απαιτούσε σκληρή και πολύμηνη προπόνηση από την μία, πολύ και καλό φαγητό από την άλλη. Έτσι, τα μπατίρια δεν είχαν θέση στον στίβο ή στην κονίστρα.

Στο διάβα των χρόνων, όμως, τα πλούτη που συνόδευαν κάθε ολυμπιακή νίκη ώθησαν πολλά άτομα των κατώτερων τάξεων να "επενδύσουν" σε έναν ολυμπιακό τίτλο, συχνά ξεπουλώντας την ευτελή περιουσία τους για να ανταποκριθούν στα απαιτούμενα έξοδα. Αργότερα, μπήκαν και οι διάφορες πόλεις στο κόλπο, "επενδύοντας" σε ορισμένους φερέλπιδες αθλητές έστω κι αν αυτοί δεν ήσαν αριστοκράτες. Έτσι κόπηκε σιγά-σιγά ο δρόμος προς τον κότινο για τους εκπροσώπους τής "καλής κοινωνίας", οι οποίοι ήσαν μαθημένοι στην καλοπέραση και στην τρυφηλότητα.

Επειδή, όμως, το χρήμα κινεί τα πάντα, η λύση για τους αριστοκράτες δεν άργησε να βρεθεί. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα κιόλας, οι διοργανωτές των ολυμπιακών αγώνων θέσπισαν ως ολυμπιακό αγώνισμα τις αρματοδρομίες. Εδώ οι φτωχοί δεν είχαν θέση, αφού ούτε άρματα είχαν την δυνατότητα να φτιάξουν ούτε άλογα ειδικά για τους αγώνες μπορούσαν να συντηρούν. Έτσι, ο κάθε κοιλαράς πλούσιος, ενώ δεν μπορούσε να αγωνιστεί στην πάλη ή στον δρόμο, μπορούσε να καβαλήσει ένα άρμα και να διεκδικήσει ολυμπιακό τίτλο.

Κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, ο Αλκιβιάδης έδωσε άλλο νόημα στις αρματοδρομίες. Όντας πάμπλουτος, δεν δυσκολεύτηκε να αλλάξει "ελαφρώς" τους κανονισμούς: στο εξής, άσχετα με το ποιος θα οδηγούσε το άρμα, ολυμπιονίκης θα αναδεικνυόταν ο ιδιοκτήτης τού άρματος! Έτσι, το 416 π.Χ. ο Αλκιβιάδης κατεβαίνει στους ολυμπιακούς αγώνες συμμετέχοντας με...εφτά τέθριππα άρματα (!), ειδικά φτιαγμένα για τους αγώνες και συρόμενα από τα καλύτερα άλογα αγώνων που ήταν δυνατόν να βρεθούν. Χάρη στον μοναδικής έμπνευσης κανονισμό, ο ζάμπλουτος αθηναίος καταφέρνει κάτι που δεν συμβαίνει ούτε στον κινηματογράφο: κερδίζει και τις 3 πρώτες θέσεις (!!), σπάζοντας με ηχηρό τρόπο την κυριαρχία των σπαρτιατών στο αγώνισμα. Το κατόρθωμα του Αλκιβιάδη (σαν να λέμε, πήρε στο ίδιο αγώνισμα και το χρυσό και το αργυρό και το χάλκινο μετάλλιο!) παραμένει αξεπέραστο και ως επίτευγμα και ως ντροπή των αγώνων. (*)

Στα βήματα του Αλκιβιάδη βάδισαν, όπως είδαμε χτες, η Κυνίσκα και η Βιλιστίχη. Αλλά, κυρίως, βάδισαν όλοι οι ξακουστοί τύραννοι και βασιλείς της αρχαιότητας, από τον Ιέρωνα των Συρακουσών ίσαμε τον Φίλιππο Β' τον μακεδόνα (τον πατέρα τού Αλέξανδρου). Το κόλπο ήταν δεδομένο: φτιάχνουμε μερικά καλά άρματα, διαλέγουμε μερικούς γεροδεμένους κέλητες, δίνουμε τα γκέμια στους καλύτερους σκλάβους ηνίοχους και, με λίγη τύχη και μπόλικο χρήμα, μπαίνουμε στο πάνθεον της Ιστορίας ως ολυμπιονίκες.

Μπορεί, μέσω της φάμπρικας των αρματοδρομιών, οι κάθε λογής πλούσιοι άρχοντες να κέρδιζαν εύκολα ολυμπιακούς τίτλους αλλά υπήρχε και μια δυσκολία: έπρεπε να μαθευτεί ευρέως η νίκη τους ώστε να κερδίσουν την δόξα που ποθούσαν. Όμως, χάρη στο χρήμα που διέθεταν, βρήκαν λύση και σ' αυτό το προβληματάκι: "νοίκιαζαν" τα κατάλληλα πρόσωπα (ρήτορες, ιστορικούς, ποιητές κλπ), τα οποία αναλάμβαναν εργολαβικά να διαιωνίσουν και να διακηρύξουν την φήμη τους. Περισσότερα επ' αυτού θα πούμε αύριο.


(*) Τελικά, οι αθηναίοι πλήρωσαν ακριβά την ολυμπιακή διάκριση του Αλκιβιάδη. Λίγους μήνες μετά τους αγώνες και στηριζόμενος στην υψηλή του ολυμπιακή διάκριση, ο φαντασμένος φαφλατάς νεαρός έπεισε τους αθηναίους να τον ονομάσουν στρατηγό και να του αναθέσουν την εκστρατεία στην Σικελία. Οι συμπολίτες του εμπιστεύθηκαν τον "ημίθεο" ολυμπιονίκη με τα γνωστά αποτελέσματα: η Αθήνα δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ από την καταστροφή τής περίφημης "σικελικής εκστρατείας"...

2 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 4. ...και οι δωροληψίες των πάντων

Στο προηγούμενο σημείωμα είδαμε πώς οι "αποθεωμένοι" και "ερασιτέχνες" αθλητές δωροδοκούσαν και δωροδοκούνταν, δίχως -προφανώς- να πολυσκοτίζονται για την άυλη δόξα ενός ταπεινού κότινου. Όμως, σ' αυτό το παζάρι των ολυμπιακών αγώνων δεν θα μπορούσαν να μη συμμετέχουν (σημειώνοντας, μάλιστα, εξαιρετικές επιδόσεις διαφθοράς) όλοι όσοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν υλικά οφέλη, από ελλανοδίκες μέχρι...ιερείς και μάντεις τού θεού Απόλλωνα. Μάλιστα δε, φροντίζοντας για την καλύτερη εξυπηρέτηση της πελατείας τους, οι τελευταίοι είχαν ανοίξει στην αρχαία Ολυμπία "υποκατάστημα" του μαντείου των Δελφών!

Οι παλιότεροι θυμόμαστε τους πρώτους στίχους από την "Ιφιγένεια εν Ταύροις" του Ευρυπίδη: "Πέλοψ ο Ταντάλειος, ες Πίσαν μολών / θοαίσιν ίπποις, Οινομάου γαμεί κόρην" ( = Ο Πέλοπας, ο γυιος τού Τάνταλου, αφού ήρθε στην Πίσα καβάλα σε γρήγορα άλογα, νυμφεύεται την κόρη τού Οινόμαου). Έλα, όμως, που ο Οινόμαος δεν μπόρεσε να χωνέψει ότι ο Πέλοπας ήρθε και γάμησε (σόρρυ, "νυμφεύθηκε" το λέμε σήμερα) την κόρη του και του την φύλαγε! Η ευκαιρία για εκδίκηση δόθηκε στον Οινόμαο όταν ο Πέλοπας αποφάσισε να κατεβεί στους ολυμπιακούς αγώνες για να διεκδικήσει την νίκη στις αρματοδρομίες. Ο Οινόμαος έσπευσε να δηλώσει κι αυτός συμμετοχή κι έτσι γαμπρός και πεθερός βρέθηκαν αντίπαλοι.

Ο Οινόμαος, βέβαια, δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια νέα ξεφτίλα από τον Πέλοπα και αποφάσισε να δράσει. Έπιασε, λοιπόν, τον Μυρτίλο, έναν σκλάβο που εκτελούσε χρέη ηνίοχου και τον δωροδόκησε για να αντικαταστήσει τον άξονα στο άρμα τού Πέλοπα με έναν άλλον φτιαγμένον από...κερί! Έτσι, λοιπόν, κατά τον αγώνα, την ώρα που ο δόλιος ο Πέλοπας "γκάζωνε", ο κέρινος άξονας διαλύθηκε και ο αρματηλάτης πήγε άκλαφτος. Πώς λέμε "αρχαίο πνεύμα, αθάνατο, αγνέ πατέρα τού ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού"; Έτσι μπράβο. Καμμία σχέση!

Πάμε τώρα στο 396 π.Χ., στην Σπάρτη, επί βασιλείας Αρχιδάμου. Εκτός από τον γυιο, τον Αγησίλαο, ο οποίος θα γινόταν αργότερα βασιλιάς, ο Αρχίδαμος είχε και μια κόρη, την Κυνίσκα, η οποία είχε λυσσάξει να πάρει μέρος στους ολυμπιακούς αγώνες. Τρελλαινόταν ο φουκαράς ο Αρχίδαμος. Τι "ρε παιδάκι μου, σύνελθε", τι "ρε συ, στους αγώνες δεν παίρνουν μέρος γυναίκες"...τίποτε η Κυνίσκα. Οπότε μπαίνει στη μέση ο Αγησίλαος και λέει του Αρχίδαμου : "Πατέρα, αφού με τα φράγκα όλα γίνονται, θα αποδείξουμε στους έλληνες ότι οι νίκες δεν κερδίζονται με την αρετή αλλά με τον πλούτο και με τα λεφτά που μπορείς να σκορπίσεις" (βουλόμενος ενδείξασθαι τοις έλλησιν ως ουδεμιάς εστιν αρετής, αλλά πλούτου και δαπάνης η νίκη - Πλούταρχος, "Αγησίλαος", 20).

Έτσι, λοιπόν, ο Αγησίλαος έφτιαξε ένα ωραίο άρμα, έζεψε τα καλύτερα άλογα του βασιλικού ιπποτροφείου, πήρε τον καλύτερο ηνίοχο της βασιλικής αυλής, πήρε ένα χοντρό πουγκί με φλουριά, πήρε και την αδελφή του κι αρριβάρισε στην Ολυμπία. Εκεί, πρώτα-πρώτα έπιασε τους άλλους αρματοδρόμους και τους χαρτζηλίκωσε γερά για να κάνουν τις κοτούλες. Κατόπιν, μοίρασε κάμποσα λεφτά και στους ελλανοδίκες, "πείθοντάς" τους με αυτόν τον τρόπο να αναγορεύσουν (σε περίπτωση νίκης, φυσικά) ως ολυμπιονίκη την αδελφή του, επειδή τάχα σ' αυτήν ανήκαν και το άρμα και τα άλογα και ο σκλάβος ηνίοχος. Οι ματσωμένοι ελλανοδίκες δεν το πολυσκέφτηκαν. Ο παράς δεν τους επέτρεψε να δουν ούτε ότι οι αντίπαλοι του βασιλικού άρματος "κρατούσαν" τα άλογά τους ούτε ότι η Κυνίσκα ήταν θηλυκό. Έτσι, η Κυνίσκα έγινε η πρώτη γυναίκα ολυμπιονίκης τής Ιστορίας (πρώτη τε ιπποτρόφησε γυναικών και νίκην ανείλετο - Παυσανίας, "Ελλάδος Περιήγησις", βιβλίο ΙΙΙ, 8, 1).

Μερικά χρόνια αργότερα, το 268 π.Χ., στον θρόνο τής Αιγύπτου βρίσκεται ο Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος. Στα ξεμωράματά του, ο "Φιλάδελφος" ερωτεύτηκε την Βιλιστίχη, μια διάσημη πόρνη, την οποία ανύψωσε σε πρώτη παλλακίδα του. Όσο κι αν ο περίγυρός του "τσίναγε" λόγω της βαρβαρικής καταγωγής τής Βιλιστίχης, ο Πτολεμαίος είχε χαθεί στα φουστάνια (για να μη πω τίποτε άλλο) της παλλακίδας του, η οποία τον έσερνε από την μύτη. Τώρα, πώς διάβολο έγινε δεν ξέρω αλλά η βαρβαροπούλα έμαθε τα κατορθώματα της Κυνίσκας και ζήτησε από τον Πτολεμαίο να της κάνει δώρο τον τίτλο τής...ολυμπιονίκου! Μαντεύετε την συνέχεια, έτσι; Ο Πτολεμαίος αντέγραψε την τακτική τού Αγησίλαου και ο καραπούτανος έγινε ολυμπιονίκης. Με την "αξία" της, βεβαίως!

Θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά περισσότερα για την διαφθορά των ελλανοδικών αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται. Και να σκεφτεί κανένας ότι μιλάμε μόνο για περιπτώσεις που έχουν διασωθεί στα αρχαία κείμενα, έτσι; Πόσα παρόμοια περιστατικά υπήρξαν αλλά δεν καταγράφηκαν; Αλλά, ας ολοκληρώσουμε και σήμερα όπως χτες, δηλαδή με την μεγαλύτερη "πλάκα":

Ολυμπιακοί αγώνες 384 π.Χ. Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος Α' (μιλάμε για τον γυιο τού Ερμοκράτη και πατέρα τού άλλου, πιο διάσημου Διονυσίου Β' των Συρακουσών), ζήλεψε την δόξα τού προγενέστερού του Ιέρωνα και αποφάσισε να γίνει κι αυτός ολυμπιονίκης. Πώς να γίνει, όμως, αφού με τον αθλητισμό δεν είχε καμμιά σχέση; Έτσι, σκέφτηκε να στείλει άρματα να τρέξουν για πάρτη του και να πάρει τον τίτλο ως αφεντικό, όπως η Κυνίσκα. Μοίρασε, λοιπόν, τα φράγκα του και περίμενε.

Το κακό με τον Διονύσιο ήταν η "ψωνάρα" του πως ήταν προικισμένος ποιητής. Έτσι, χαρτζηλίκωσε έξτρα τους διοργανωτές, ώστε να του επιτρέψουν να στήσει μια παράσταση για το κοινό, όπου θα απάγγελνε τα ποιήματά του αλλά και θα παρουσίαζε μια τραγωδία του. Καθ' ότι τα λεφτά ήταν πολλά, οι διοργανωτές τού έκαναν το χατήρι. Δυστυχώς γι' αυτόν, δηλαδή. Το κοινό έφριξε με τις παπαριές που άκουγε, χύμηξε κι έκαψε στις σκηνές τού Διονυσίου και πλάκωσε στο ξύλο τους "τραγωδούς" μαζί με ολόκληρη την αρχοντική ακολουθία. Τότε ο Διονύσιος έκανε την μόνη σωστή ενέργειά του: το έβαλε στα πόδια, αφήνοντας πίσω του και τα πράγματά του και τον ολυμπιακό τίτλο που ονειρευόταν. Τραγωδία!

1 Αυγούστου 2012

Ολυμπιακά παραμύθια - 3. Οι δωροδοκίες των αθλητών

Έτσι, λοιπόν, τα οφέλη που αποκόμιζε κάθε ολυμπιονίκης ήσαν τόσο μεγάλα ώστε έμμεσα γίνονταν κίνητρο για την περαιτέρω εξαχρείωση των αγώνων. Όταν διακυβεύονται τέτοια πλούτη, δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι μόνο τις δικές σου ικανότητες αλλά επιβάλλεται να μειώσεις όσο γίνεται και το αξιόμαχον των αντιπάλων σου. Και ο ασφαλέστερος τρόπος για να το πετύχεις αυτό είναι η δωροδοκία.

Το φαινόμενο της δωροδοκίας μεταξύ των αθλητών είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε ο Φιλόστρατος στον "Γυμναστικό" του αναφέρει καθαρά την συνήθεια "πωλείν τε και ωνείσθαι τας νίκας...προνοούντες του εαυτών κέρδους" (= και να πωλούν και να αγοράζουν τις νίκες...προνοώντας για το κέρδος τους). Παρ' ότι δε συχνά αυτές οι δωροδοκίες γίνονταν αντιληπτές, οι "αδέκαστοι" ελλανοδίκες έκαναν τα στραβά μάτια και αντιδρούσαν μόνον σε κραυγαλέες περιπτώσεις και μόνο όταν ξεσπούσε σάλος. Τότε επέβαλαν πρόστιμα και στους εμπλεκόμενους αθλητές αλλά και στις πόλεις τους και με αυτά έφτιαχναν τις περίφημες "Ζάνες" (τα μικρά ορειχάλκινα αγαλματίδια του Δία, τα οποία κοσμούσαν την είσοδο του σταδίου). Ο μεγάλος αριθμός των Ζανών που βρέθηκαν αποδεικνύει τον μεγάλο αριθμό των προστίμων που είχαν επιβληθεί.

Κραυγαλέα περίπτωση δωροδοκίας ήταν εκείνη των 98ων αγώνων (388 π.Χ.), όταν ο θεσσαλός πυγμάχος Εύπωλος δωροδόκησε και τους τέσσερις αντιπάλους του, ανάμεσα στους οποίους και τον προηγούμενο ολυμπιονίκη (εκείνος είχε ήδη εξασφαλίσει τα προνόμια του!) και έτσι ανακηρύχθηκε ολυμπιονίκης. Όμως, το "στήσιμο" ήταν τόσο εξόφθαλμο ώστε οι θεατές εξοργίστηκαν και τα έβαλαν τόσο με τους αθλητές όσο και με τους ελλανοδίκες, οι οποίοι -έκαναν πως- δεν κατάλαβαν γρυ. Τελικά, υπό την γενική κατακραυγή, οι ελλανοδίκες υποχρεώθηκαν να ακυρώσουν τον νικητή και να επιβάλουν βαρύτατα πρόστιμα και στους τέσσερις αθλητές, αρκετά για να φτιαχτούν έξι Ζάνες.

Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Φιλόστρατου, ενός ρόδιου παλαιστή ο οποίος δωροδόκησε τον ηλείο αντίπαλό του Εύδηλο. Δυστυχώς και για τους δυο, όμως, κάποιος τρίτος παλαιστής πήρε χαμπάρι την συναλλαγή και φρόντισε να ενημερώσει τον κόσμο. Οι ελλανοδίκες υποχρεώθηκαν να επέμβουν. Αποτέλεσμα: άλλες δυο Ζάνες.

Τα περιστατικά δωροδοκιών είναι αναρίθμητα. Ο Παυσανίας στο "Ελλάδος Περιήγησις" (βιβλίο V, 21, 15-16) εξοργίζεται με τους πυγμάχους Σαραπάμμωνα και Δίδα, όταν ο Δίδας έχασε τον αγώνα δίχως να ρίξει ούτε μια μπουνιά στον αντίπαλό του: "εφώρασαν συνθεμένους υπέρ λήμματος...θαύμα μεν δη και άλλως εν ουδενός λόγω τον θεόν θέσθαι τον εν Ολυμπία και δέξασθαι τινα ή δούναι δώρα επί τω αγώνι" (= συνεννοήθηκαν για το αποτέλεσμα...είναι από κάθε άποψη εντυπωσιακό να υπάρχουν άνθρωποι που δεν σέβονται τον θεό τής Ολυμπίας και να δωροδοκούνται ή να δωροδοκούν για το αποτέλεσμα του αγώνα).

Η μεγαλύτερη "πλάκα", όμως, είναι αυτή που περιγράφει ο Παυσανίας στο ίδιο βιβλίο (21, 5) και με την διήγησή της θα κλείσουμε το σημερινό κείμενο. Στους 111ους αγώνες (336 π.Χ.) είχε νικήσει στο πένταθλο ο αθηναίος Κάλιππος. Κατά τους επόμενους αγώνες, ο Κάλιππος ήταν 4 χρόνια μεγαλύτερος και, προφανώς, δεν είχε πια απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του, οπότε δωροδόκησε τους αντιπάλους του για να ξαναβγεί ολυμπιονίκης. Ατυχώς, όμως, κάποιοι τον κατάλαβαν, τον κάρφωσαν και οι ελλανοδίκες τον τιμώρησαν, ενώ επέβαλαν βαρύτατο πρόστιμο και στην Αθήνα.

Η θέση των αθηναίων ήταν δύσκολη. Πώς να δεχτούν ότι ο προ τετραετίας αποθεωμένος "ήρωάς" τους είχε πέσει τόσο χαμηλά; Έτσι, λοιπόν, σκέφτηκαν να χειριστούν το θέμα "α λα ελληνικά": αρνήθηκαν να πληρώσουν το πρόστιμο, απέσυραν την ομάδα τους κι έφυγαν από τους αγώνες (σε ένδειξη διαμαρτυρίας, μάλλον!) και έστειλαν στην Ολυμπία τον ρήτορα Υπερείδη, μπας και καταφέρει με το μπλα-μπλα του και πείσει τους διοργανωτές να ακυρώσουν το πρόστιμο.

Σιγά, όμως, μη κι οι διοργανωτές είχαν διάθεση να χαρίσουν το πρόστιμο. Άλλωστε, για κάτι τέτοιες περιπτώσεις είχαν προνοήσει και είχαν φτιάξει στην Ολυμπία ένα "υποκατάστημα" του μαντείου των Δελφών, το οποίο λειτουργούσε κατά την περίοδο των αγώνων. Συνήθως, βέβαια, αυτό το "υποκατάστημα" το επισκέπτονταν οι αθλητές για να μάθουν το...ολυμπιακό τους μέλλον αλλά τούτη την φορά η υπόθεση ήταν πιο σοβαρή. Εν τέλει, ο Απόλλωνας, μέσω του δελφικού χρησμού, αποφάσισε να διατηρηθεί το πρόστιμο, οπότε οι αθηναίοι πλήρωσαν κανονικά και με τον "θεϊκό" νόμο και...να άλλες έξι Ζάνες!

Είπαμε αρκετά για το "αγνό, αθλητικό πνεύμα" και για τις δωροδοκίες των αθλητών. Αλλά κάπου παραπάνω αφήσαμε και κάτι υπονοούμενα για τους ίδιους τους ελλανοδίκες. Σ' αυτούς θα αναφερθούμε στο επόμενο σημείωμα.