To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

9 Μαΐου 2017

Ένας βρόμικος πόλεμος - 8. Η περίοδος Νίξον και το τέλος του πολέμου

Μετά το διάγγελμα του Τζόνσον στις 31/3/1968, η πολιτειακή ηγεσία βρέθηκε σε αδιέξοδο. Από την μια έπρεπε να δείξει σε διακόσια εκατομμύρια πολίτες ότι τερματίζει τον πόλεμο κι από την άλλη έπρεπε να βρει εναλλακτικό τρόπο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην νοτιοανατολική Ασία, μετριάζοντας τις επιπτώσεις της ήττας. Έτσι, ξεκίνησε μεν μια διαδικασία απεμπλοκής αλλά με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, αφού τα στρατεύματα που επέστρεφαν στις ΗΠΑ αναπληρώνονταν με νοτιοβιετναμέζικες μονάδες, οι οποίες χρειάζονταν εξοπλισμό και εκπαίδευση. Μ' αυτόν τον ρυθμό, στα τέλη τού 1970 βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή περί τους 300.000 πολιτειακούς στρατιώτες. Οι τελευταίες μάχιμες μονάδες των ΗΠΑ αποσύρθηκαν μόλις τον Αύγουστο του 1972 ενώ ο στρατός τού Νοτίου Βιετνάμ αριθμούσε πλέον 900.000 άνδρες.

Ουάσιγκτον, 30/4/1970: Ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον εξηγεί σε συνέντευξη τύπου
τι ακριβώς έκαναν εκείνη την ημέρα τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ στην Καμπότζη.

Στο μεταξύ, στις ΗΠΑ, οι εκλογές τής 5ης Νοεμβρίου 1968 ανέδειξαν ως 37ο πρόεδρο της χώρας τον αντιπρόεδρο του Αϊζενχάουερ Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος κατάφερε να κερδίσει τον υποψήφιο των -καταρρακωμένων λόγω Βιετνάμ- δημοκρατικών Χιούμπερτ Χάμφρυ με διαφορά μόλις 335.000 ψήφων, μια από τις μικρότερες διαφορές στην ιστορία των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Ο Λύντον Τζόνσον, ακούγοντας κάποια προεκλογική ομιλία τού Νίξον, σχολίασε για τον διαδοχό του: "Μοιάζει με άλογο που τρέχει γρηγορώτερα από όλα τα άλλα στην αρχή αλλά μετά κάνει αναστροφή κι αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω. Θα δείτε, θα κάνει κάποιο λάθος στο τέλος. Πάντοτε κάνει". (*)

Ο Νίξον φρόντισε να δικαιώσει τον Τζόνσον, κάνοντας όχι ένα αλλά πολλά λάθη. Το πρώτο μεγάλο λάθος του ήταν ότι, αντί να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα με τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τον επέκτεινε και στις γειτονικές χώρες, εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που ονομάστηκε "Δόγμα Νίξον" (Nixon Doctrine) και μια πολιτική που ονομάστηκε "βιετναμοποίηση" (vietnamization), την οποία παρουσίασε ο ίδιος ο Νίξον σε ομιλία του από τηλεοράσεως στις 3/11/1969. Βασική ιδέα αυτής της πολιτικής είναι αυτό που ξεκίνησε ο Τζόνσον: αποσύρω τις δικές μου δυνάμεις και αφήνω τους ντόπιους να κάνουν την δουλειά για μένα, έστω με την βοήθειά μου.

Σε μια προσπάθεια να αποκόψουν τις οδούς ανεφοδιασμού των Βιέτ-Κονγκ, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν μια σειρά μυστικών επιδρομών στο Λάος και την Καμπότζη, παραβιάζοντας κατάφωρα κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Κι όταν αυτές οι μυστικές επιδρομές έγιναν φανερές, τα πολιτειακά αεροπλάνα ξεκίνησαν τους βομβαρδισμούς, με αυξανόμενη σφοδρότητα. Αποκορύφωμα αυτών των βομβαρδισμών ήταν η ισοπέδωση της Καμπότζης στις 30 Απριλίου 1970, γεγονός που πυροδότησε μεγάλες διαδηλώσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα από την εθνοφρουρά. Υπολογίζεται ότι τα Β-52 έρριξαν στην Καμπότζη κάπου 3.000.000 τόννους βομβών, σκοτώνοντας περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους μόνο στην πρωτεύουσα Πνομ-Πενχ. Πρόκειται για ένα από τα φρικωδέστερα εγκλήματα πολέμου στην ιστορία.

Το αφτί του Νίξον δεν ίδρωσε πολύ από την κατακραυγή και συνέχισε την "βιετναμοποίησή" του: ενώ οι πολιτειακοί στρατιώτες αποχωρούσαν από το Βιετνάμ (δεν έπρεπε να επιστρέψουν άλλα φέρετρα στις ΗΠΑ, αρκούσαν τα μέχρι τότε 58.000) και οι επιχειρήσεις εδάφους διεξάγονταν πλέον από νοτιοβιετναμέζους, τα βομβαρδιστικά έσπερναν τον θάνατο σε ολόκληρη την πρώην Ινδοκίνα. Ο πυρετός τού πολέμου όχι απλώς δεν υποχωρούσε αλλά χτύπησε κόκκινο τα Χριστούγεννα του 1972, όταν επί δώδεκα ολόκληρες ημέρες τα αεροπλάνα των ΗΠΑ εξαπέλυσαν μια σειρά βομβαρδισμών όλων των μεγάλων πόλεων του Βόρειου Βιετνάμ. Μόνο στο Ανόι έπεσαν 20.000 τόννοι βομβών.

Αυτές οι επιθέσεις καταγράφηκαν ως "βομβαρδισμοί των Χριστουγέννων" και προκάλεσαν αμέσως την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, η οποία καταδίκασε απερίφραστα την ενέργεια των ΗΠΑ. Η σφοδρότητα της αντίδρασης αιφνιδίασε την πολιτειακή ηγεσία, η οποία αντελήφθη (επί τέλους!) ότι η συνέχιση του πολέμου πλήττει ανεπανόρθωτα το κύρος των ΗΠΑ, χωρίς να φαίνεται πιθανότητα νίκης στον ορίζοντα. Έτσι, εκών-άκων, ο Νίξον σύρθηκε σε διαπραγματεύσεις για τον οριστικό τερματισμό των εχθροπραξιών.

Το τελικό προσχέδιο της συμφωνίας ειρήνης υπεγράφη την 23η Ιανουαρίου 1973 στο Παρίσι, βάζοντας τέλος στις συγκρούσεις μεταξύ βορειοβιετναμέζικων και πολιτειακών δυνάμεων. Όμως, η συμφωνία αυτή δεν σήμαινε και τον ερχομό τής ειρήνης στην περιοχή, εφ' όσον ο πόλεμος μεταξύ Νοτίου και Βορείου Βιετνάμ συνεχιζόταν, με τις ΗΠΑ να συνεχίζουν την παροχή κάθε είδους βοήθειας στους νότιους. Είναι, όμως, σαφές ότι ο Χο Τσι Μινχ έχει πια το πάνω χέρι.

Τα επόμενα δυο χρόνια κυλούν με τις βορειοβιετναμεζικές δυνάμεις να προωθούν συνεχώς τις θέσεις τους, με τον γνωστό, αργό ρυθμό τού Γκιαπ. Όλα πλέον δείχνουν πως η τελική επικράτηση των Βιέτ-Κονγκ είναι θέμα χρόνου. Ο Ρίτσαρντ Νίξον δεν θα προλάβει να δει το τέλος από τον Λευκό Οίκο, αφού υποχρεώθηκε να παραιτηθεί στις 9 Αυγούστου 1974, κάτω από το βάρος τού σκανδάλου Γουωτεργκέιτ. Στις 23 Απριλίου 1975, με τηλεοπτικό του διάγγελμα, ο αντικαταστάτης του Τζέραλντ Φορντ ανακοίνωσε το επερχόμενο τέλος τού πολέμου, καθώς τα άρματα μάχης των βορείων είχαν φτάσει πια έξω από την Σαϊγκόν.

Τα πάντα τελείωσαν στις 30 Απριλίου 1975, όταν οι δυνάμεις τού στρατηγού Γκιαπ μπήκαν στην πρωτεύουσα του Νοτίου Βιετνάμ. Από το πρωί της προηγούμενης μέρας, τα πολιτειακά ελικόπτερα μετέφεραν εκτός χώρας τους τελευταίους πολιτειακούς στρατιωτικούς και την πολιτική και στρατιωτική νοτιοβιετναμεζική ηγεσία. Στην χώρα εγκαταστάθηκε υπηρεσιακή περιφερειακή κυβέρνηση και δεκατρείς μήνες αργότερα, στις 2 Ιουλίου 1976, τα δυο κομμάτια τού Βιετνάμ ενώθηκαν και επίσημα, συστήνοντας την Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ. Πρωτεύουσα της χώρας ορίστηκε το Ανόι, ενώ η Σαϊγκόν, η μεγαλύτερη πόλη της, μετονομάστηκε σε Χο Τσι Μινχ.

Εικόνες από το Ανόι μετά τους "βομβαρδισμούς των Χριστουγέννων" του 1972.
Κάτω αριστερά, το κεντρικό νοσοκομείο - Κάτω δεξιά, ο σιδηροδρομικός σταθμός.

Οι ανυποψίαστοι αναγνώστες θα περίμεναν ότι κάπου εδώ θα ολοκληρώναμε την αφήγησή μας. Όμως, οποιαδήποτε αναφορά στους πολέμους της Ινδοκίνας πρέπει να θεωρείται ημιτελής αν περιορίζεται στο Βιετνάμ. Εμείς δεν θα κάνουμε τέτοιο λάθος. Θα ρίξουμε την ματιά μας και στο Λάος και στην Καμπότζη. Άλλωστε, έχω ήδη τις πρώτες νύξεις από φίλους: "Για τον Πολ Ποτ δεν θα πεις κάτι;"...


------------------------------------------
(*) Robert Schnakenberg, "Crazy sh*t presidents said", Running Press, 2012. Σ' εκείνες τις εκλογές τού 1968, ο Νίξον πήρε, κατά κάποιον τρόπο, εκδίκηση από τους δημοκρατικούς για την ήττα του το 1960 από τον Τζων Κέννεντυ με μόλις 112.000 ψήφους.

2 σχόλια:

TRASH είπε...

Χωρίς να χρειάζεται να υιοθετήσει κάποιος σόνι και ντε τις απόψεις του, νομίζω πως είναι πολύ ενδιαφέρον ένα αρκετά παλιότερο κείμενο του Κώστα Ζυρίνη, που είχα αναδημοσιεύσει και εγώ κάποια στιγμή εδώ:
http://fadomduck2.blogspot.gr/2013/02/blog-post_2064.html

Αν θέλεις, του ρίχνεις μια ματιά...

Theodore Athanasiadis είπε...

@ TRASH

Δεν το πιστεύω! Επίτηδες το κάνεις; Θες να μου κόψεις το ψωμί; Τί θα γράψω εγώ τώρα, που έχω στο πρόγραμμα την Καμπότζη και τον Πολ Ποτ; **γέλια**