To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

6 Μαΐου 2016

Εκκλησία και φασισμός (2)

Λέγαμε χτες ότι η αντικομμουνιστική στάση τής εκκλησίας εκδηλώθηκε αμέσως μετά την οκτωβριανή επανάσταση. Κατά την εκκλησία, ο κομμουνισμός δεν είχε θέση στην Ελλάδα επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχε... προλεταριάτο (!). Σύμφωνα με τον Γρηγόριο Παπαμιχαήλ (*), "η Ελλάς δεν είναι χώρα εργατική, δηλαδή κοιτίς και τροφός προλεταριάτου. Πάντες σχεδόν οι Έλληνες αποτελούσι πληθυσμόν αστικόν, και αυτοί οι εργάται. Η ιδιοκτησία είναι η βάσις, ο σκοπός και το όνειρο του Έλληνος, ολίγοι δ’ είναι οι άνευ ιδιοκτήτου γης αγρόται ενταύθα". Δηλαδή, κατά την εκκλησία (ο Παπαμιχαήλ τα γράφει όλα αυτά στο επίσημο όργανο της εκκλησίας, στο περιοδικό "Εκκλησία"), όλοι οι έλληνες είναι μικροαστοί, των εργατών συμπεριλαμβανομένων. Αυτό το κάνει σαφές ο Παπαμιχαήλ, ταυτίζοντας την αυθεντική εργατική τάξη με τους κομμουνιστές: "Η Ελληνική κοινωνία ολόκληρος αποτελείται εκ μικροαστών, η εν αυτή δ’ εργατική τάξις αποτελεί ασήμαντον μειονοψηφίαν, εις την οποίαν δεν είνε δυνατόν ν’ αναγνωρισθή ως δικαίωμα η αξίωσις να διευθετή αυτή αυθαιρέτως τον βίον της χώρας, μοναρχικά ιδιοποιουμένη δικαιώματα οχλοκρατικού αυταρχικού ρυθμού της ζωής των άλλων" (**).

Ο Χρύσανθος Φιλιππίδης με τους προστάτες του βασιλέα Γεώργιο Β' και Ιωάννη Μεταξά, χάρη 
στην βοήθεια των οποίων (ακύρωσαν την εκλογή Δαμασκηνού) εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος το 1938.

Δεν είναι εύκολο να ανιχνευθούν οι ρίζες αυτής της αντικομμουνιστικής στάσης της εκκλησίας αλλά νομίζω πως πρέπει να αναζητηθούν σε δυο κατευθύνσεις. Πρώτον, στον εύλογο φόβο ανατροπής τής εκκλησιαστικής εξουσίας σε περιβάλλον προλεταριακής δικτατορίας. Και, δεύτερον, στις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις περί βυζαντινής κληρονομιάς. Η εκκλησία πίστευε ότι, κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, είχε επιτελέσει εις το ακέραιον το έργο της ως "μητέρα" και "τροφός" των ορθοδόξων πληθυσμών και, επομένως, εδικαιούτο να θεωρείται "κληρονόμος" τού Βυζαντίου. Κι αφού στο Βυζάντιο η εξουσία ανήκε στην εκκλησία και στο παλάτι, έτσι θα έπρεπε να παραμείνει.

Αυτή η ερμηνεία εξηγεί και την έκδηλα βασιλόφρονα στάση τής εκκλησίας. Μάλιστα δε, αφ' ης στιγμής οι μπολσεβίκοι κατέλυσαν τον τσαρισμό, οι έλληνες βασιλείς απέκτησαν ένα εξαιρετικό προνόμιο: ήσαν πλέον οι μόνοι ορθόδοξοι βασιλείς στον κόσμο. Ειδικά δε ο Κωνσταντίνος, που βασίλευε εκείνη την εποχή, θεωρήθηκε ο συνδετήριος κρίκος με το ένδοξο παρελθόν, μιας που είχε το όνομα και του πρώτου και του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα, σε σημείο που στα εκκλησιαστικά κείμενα να αναφέρεται ως Κωνσταντίνος ΙΒ', σαν να ήταν διάδοχος του Κωνσταντίνου ΙΑ' του Παλαιολόγου.

Παρ' όλα αυτά, κατά την κατοχή η εκκλησία δεν εκδήλωσε ανοιχτά τις αντικομμουνιστικές της θέσεις ενώ και κατά τα πρώτα χρόνια του εμφυλίου απέφυγε να καταδικάσει ευθέως τον κομμουνισμό αν και πιέστηκε να το κάνει. Η ερμηνεία αυτού του εκ πρώτης όψεως παραδόξου φαινομένου εκτιμώ ότι πρέπει να αναζητηθεί στο ένστικτο αυτοσυντήρησης: πώς να καταδικάσει τον κομμουνισμό, με δεδομένο ότι ένα καθόλου αμελητέο πλήθος απλών παπάδων (αλλά και αρκετών δεσποτάδων) είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ ή πάντως το αντιμετώπιζαν με συμπάθεια; Ο κίνδυνος της ρήξης ήταν μεγάλος. Ως πρώτη επίσημη αντικομμουνιστική εκδήλωση από πλευράς εκκλησίας μετά το 1940, θεωρείται η δήλωση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στις 26/2/1945 στην Θεσσαλονίκη ότι περί της "παρασυρθείσης εις καινοφανείς οργανώσεις ελληνικής νεολαίας θα ληφθή πρόνοια ελληνοπρεπούς διαπαιδαγωγήσεως επί τη βάσει των αρχών ακραιφνούς χριστιανικής αγωγής".

Όσο η χώρα βάδιζε προς τον εμφύλιο, τόσο πιο έντονες γίνονταν οι πιέσεις προς την εκκλησία να καταδικάσει τον κομμουνισμό. Ο Δαμασκηνός φοβάται το ρήγμα και αποφεύγει τις ξεκάθαρες τοποθετήσεις. Σε εγκύκλιό του, το 1946, τονίζει ότι "η Εκκλησία, ενώ παραμένει αυστηρώς μακράν πάσης αναμίξεως εις πολιτικάς διαμάχας, εν τούτοις αποδοκιμάζει κάθε βίαιον μέτρον, κάθε επαναστατικήν ενέργειαν προς αναστήλωσιν μιας μορφής διοικήσεως, η οποία θα εμπνέεται μόνον από οικονομικάς θεωρίας".

Τα πράγματα αλλάζουν στις 3 Μαΐου 1947, όταν εκδίδεται η εγκύκλιος "Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά της ανταρσίας", όπου η εκκλησία χαρακτηρίζει τον εμφύλιο ως "ανταρσία" και ως "ωργανωμένη, προμελετημένη απόπειρα". Ναι μεν η εκκλησία δεν αναμιγνύεται στις πολιτικές διαμάχες αλλά δεν μπορεί να μένει ουδέτερη όταν "μία μερίς στασιάζη κατ’ αυτού τούτου του Έθνους". Πάντως, ως καλή μητέρα, "θα παράσχη όλην την ηθικήν αυτής προστασίαν εις τα ειλικρινώς μετανοούντα και με νομοταγή διάθεσιν επιστρέφοντα εις την αγκάλην της Πατρίδος πνευματικά αυτής τέκνα".

Το 1948, ο πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσσιών Αλέξιος Α' στέλνει επιστολή στον Δαμασκηνό, διαμαρτυρόμενος για το ότι η ελληνική εκκλησία δεν καταδικάζει τις εκτελέσεις και τις διώξεις αντιφρονούντων αλλ' αντιθέτως μεροληπτεί υπέρ μιας πλευράς κατά την διάρκεια ενός εμφυλίου. Ο Δαμασκηνός απαντά σε οργίλο ύφος, αρνούμενος ότι στην Ελλάδα διεξάγεται εμφύλιος. Η απάντησή του δημοσιεύεται στο περιοδικό "Εκκλησία", σε άρθρο με τίτλο "Καταπληκτική εκ Μοσχοβίας επέμβασις και η προσήκουσα απάντησις". Εκεί ο Δαμασκηνός σημειώνει ότι η έκρρυθμη κατάσταση "επέτρεψε να δημιουργηθή εις μερικούς απληροφορήτους έξω της Ελλάδος η εντύπωσις ότι διεξάγεται ενταύθα εμφύλιος πόλεμος εκ των συνήθων, καθ’ ους επί ίσοις όροις συντελείται αμοιβαία εξόντωσις. Τούτο είναι ανακριβές. Εάν η επιδρομή κατά χωρικών αόπλων και φιλησύχων, ασχολουμένων εις τα ειρηνικά των έργα, δύναται να ονομασθή εμφύλιος πόλεμος, τότε μόνον έχομεν και εις την Ελλάδα πόλεμον εμφύλιον".

Μητρόπολη Αθηνών, 6/7/1941: Ο Δαμασκηνός τοποθετείται επί τέλους αρχιεπίσκοπος. Δίπλα του ο δωσίλογος πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου με την σύζυγό του Καίτη, η οποία βόηθησε παρασκηνιακά στην επιλογή Δαμασκηνού.
Θα έπρεπε να φτάσει η δεκαετία του '60 για να αρχίσει δειλά-δειλά να τρυπώνει στα κείμενα της εκκλησίας η λέξη εμφύλιος (ακόμη και στην "Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια" λήμμα εμφύλιος δεν υπάρχει!). Δυστυχώς, λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η "εθνοσωτήριος επανάστασις" των συνταγματαρχών και ο εμφύλιος ξανάγινε συμμοριτοπόλεμος.

Αλλά περί της χουντικής περιόδου, υπομονή ως την Δευτέρα.

--------------------------------------------------
(*) Γρηγόριος Παπαμιχαήλ (1875-1956): Άκρως συντηρητικός διακεκριμένος θεολόγος, καθηγητής τού πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού "Θεολογία" αλλά και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

(**) Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, τα ίδια περίπου θα έλεγε και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με το δικό του ύφος: "Οι έλληνες -και κατά ιστορικήν παράδοσιν αλλά και κατά την βασικήν κοινωνικήν αντίληψιν και αγωγήν- δεν είναι ποτέ ευεπίφοροι προς τον κομμουνισμόν, διότι ο κομμουνισμός δεν δύναται να έχη ουδέν σημείον κοινόν με τον ελληνοχριστιανισμόν, που αποτελεί την βάσιν τής διαπαιδαγωγήσεως των ελλήνων κατά τον δρόμον της ιστορίας των".

Δεν υπάρχουν σχόλια: