To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

9 Δεκεμβρίου 2012

"Άδραξε τη μέρα"

Στις 5 Απριλίου 2005, όταν ο ενενηντάχρονος Σολομών εγκατέλειπε για πάντα αυτόν τον μάταιο κόσμο, η παγκόσμια λογοτεχνία φτώχαινε δραματικά αφού έχανε ένα από τα πιο κοφτερά μυαλά της και ταυτόχρονα μια από τις καλύτερες πέννες της. Πράγματι, ο καναδοαμερικανός νομπελίστας συγγραφέας, ο οποίος έγινε παγκόσμια γνωστός με το όνομα Σωλ Μπέλλοου, άφησε ανεξίτηλη την σφραγίδα του στην τέχνη τής συγγραφής. Χαρακτηριστικά, είπαν γι' αυτόν ότι μπορεί να συνοψίσει σε μια πρόταση όσα άλλοι συγγραφείς χρειάζονται ολόκληρα κεφάλαια για να το κάνουν. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο το γεγονός ότι τα κείμενα του Μπέλλοου σπανίως ξεπερνούν τα όρια μεγέθους μιας νουβέλλας(*).

Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα να επιλέξω το βιβλίο με το οποίο θα σας καλούσα να κάνουμε την γνωριμία μας με τον Σωλ Μπέλλοου. Στην αρχή σκέφτηκα το "Χέρτζογκ" αλλά, τελικά, αποφάσισα να παρουσιάσω ένα άλλο βιβλίο του, ο τίτλος τού οποίου έχει γίνει σύνθημα ανάμεσα στους νέους, οι οποίοι αρέσκονται να λένε "ζήσε την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία". Αυτή η παρότρυνση αποδίδεται στα λατινικά με την δίλεκτη φράση "Carpe diem", η οποία μεταφράζεται στα αγγλικά ως "Seize the day" και στα ελληνικά ως "Άδραξε τη μέρα". Όπως κι αν το πείτε, είναι το ίδιο πράγμα και πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι εξαιρετικά ελκυστικό ως σύνθημα.

Η ιστορία τού "Άδραξε τη μέρα" είναι απλή. Πρωταγωνιστής της είναι ο Βίλχελμ Άντλερ, ο οποίος είναι γνωστός ως Τόμυ Βίλχελμ (σ.σ.: η μεταφράστρια απέδωσε το Wilhelm τού συγγραφέα ως "Ουίλχελμ", αλλά θεωρώ την επιλογή της ως μάλλον αποτυχημένη). Τίποτε δεν πάει καλά στην ζωή τού Βίλχελμ: το όνειρό του να γίνει ένας μεγάλος ηθοποιός έχει αποδειχθεί ανεκπλήρωτο, αντιμετωπίζει πρόβλημα ανεργίας, βρίσκεται σε άσχημη οικονομική κατάσταση και ζη σε διάσταση με την σύζυγό του (η οποία αρνείται να του δώσει διαζύγιο) ενώ, παράλληλα, έχει αποξενωθεί τόσο από τα παιδιά του όσο και από τον πατέρα του. Και σαν να μη φτάνουν αυτά, παραμένει κολλημένος στην ανωριμότητά του αλλά και στην έλλειψη διορατικότητας, γεγονός που τον έχει οδηγήσει στην απελπιστική θέση στην οποία βρίσκεται.

Το "Άδραξε τη μέρα" δεν είναι παρά μια μέρα από την ζωή τού Βίλχελμ. Είναι μια μέρα κατά την οποία ο πρωταγωνιστής τής ιστορίας, πιεσμένος από το φορτίο μιας αφόρητης μοναξιάς, αποφασίζει να επανεξετάσει την ζωή του, σε μια προσπάθεια να βρει διέξοδο στα προσωπικά του αδιέξοδα. Κι ενώ η αυτοκριτική τον οδηγεί σε μια βαθειά απελπισία, έρχεται μια τυχαία συνάντηση να σηκώσει τα μαύρα πέπλα και να τον κάνει να αντικρύσει την ζωογόνο αλήθεια.

Στον ογκωδέστατο και χειμαρρώδη "Οδυσσέα" του, ο Τζέημς Τζόυς χρειάζεται πάνω από 800 σελίδες για να αφηγηθεί μια μέρα από την ζωή τού πρωταγωνιστή του. Στο "Άδραξε τη μέρα", ο Σωλ Μπέλλου χρειάζεται μόλις 140 σελίδες για να κάνει το ίδιο πράγμα. Ξέρω πως ο "Οδυσσέας" θεωρείται από πολλούς ως το κορυφαίο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ αλλά, μα την πίστη μου, είμαι σίγουρος ότι η νουβέλλα τού Μπέλλοου μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα του.

Το "Άδραξε τη μέρα" πρωτοδημοσιεύθηκε το 1956, σε μια εποχή που στις ΗΠΑ βρισκόταν στο φόρτε του ο Μακαρθισμός. Κι όμως, μέσα σ' αυτό το αντιδραστικό κλίμα, ο Μπέλλοου δεν μασάει τα λόγια του:

"Η απελευθέρωση των δούλων ήταν μόνο για τους μαύρους. Ένας σύζυγος σαν κι εμένα είναι σκλάβος με σιδερένιο κολάρο. Οι εκκλησίες φτάνουν στο Όλμπανι και επιτηρούν την εφαρμογή του νόμου. Δεν δέχονται τα διαζύγια. Το δικαστήριο λέει: ΄΄Θέλεις να είσαι ελεύθερος; Τότε δούλευε δύο φορές περισσότερο... δύο, τουλάχιστον! Δούλευε, ηλίθιε!΄΄ Τότε οι άντρες αλληλοσκοτώνονται για μια δεκάρα και μπορεί μεν να έχουν ελευθερωθεί από μια σύζυγο που τους μισεί, αλλά έχουν πουληθεί στην εταιρεία. Ξέρει η εταιρεία ότι ο άνθρωπος πρέπει οπωσδήποτε να εισπράξει το μεροκάματό του και τον εκμεταλλεύεται στην εντέλεια. Ένας πλούσιος μπορεί να 'ναι ελεύθερος αν έχει ένα εκατομμύριο καθαρό εισόδημα. Ένας φτωχός μπορεί να 'ναι ελεύθερος γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτόν. Αλλά κάποιος σαν κι εμένα πρέπει να ιδρώσει για να επιβιώσει, όσο να πέσει κάτω νεκρός".

Τελικά, το "Άδραξε τη μέρα" είναι ένα από τα κορυφαία λογοτεχνικά δημιουργήματα του 20ου αιώνα και, ως τέτοιο, δεν μπορεί παρά να διατηρεί την φρεσκάδα του ακόμη και 56 χρόνια μετά την πρώτη του δημοσίευση. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τον Καστανιώτη σε μια έκδοση για την οποία δεν έχω τίποτε αρνητικό να σημειώσω (εκτός από την παρατήρηση που έκανα πιο πάνω για το όνομα του πρωταγωνιστή). Μάλιστα δε, οφείλω να υπογραμμίσω την ύπαρξη μιας θαυμάσιας και κατατοπιστικώτατης εισαγωγής 20 σελίδων, η οποία μας βοηθάει αποτελεσματικά να μπούμε στον κόσμο και στο ύφος τού Μπέλλοου.

Όσοι εκτιμάτε την τιμή των 16 ευρώ γι' αυτό το βιβλίο ως υπερβολική, θα με βρείτε μάλλον σύμφωνο παρ' ότι είμαι σίγουρος ότι δεν θα μετανοιώσετε αν αποφασίσετε να το αποκτήσετε. Παρά ταύτα, αναζητείστε την ειδική -αλλά χωρίς την εισαγωγή- έκδοση που έκανε ο "Καστανιώτης" στην σειρά "Βραβεία Νόμπελ", η οποία κοστίζει μόλις 5,90 ευρώ και, μάλιστα, περιλαμβάνει άλλη μια νουβέλλα τού συγγραφέα ("Η μοναδική").


(*) Αν και ο όρος είναι μάλλον αόριστος και σηματοδοτεί κάτι εκτενέστερο από διήγημα και συντομώτερο από μυθιστόρημα, ως νουβέλλα θεωρείται το μυθιστόρημα που δεν ξεπερνάει σε μέγεθος τις 6.000 λέξεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: