To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

21 Οκτωβρίου 2012

"Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;"

Ο Μίκα Βάλταρι (1908-1979) είναι ένας από τους σημαντικώτερους εκπροσώπους των φινλανδικών γραμμάτων και, ίσως, ο γνωστότερος απ' αυτούς. Οι εραστές της λογοτεχνίας τον έχουν γνωρίσει μέσα από τα πολυμεταφρασμένα ιστορικά του μυθιστορήματα Ιωάννης Άγγελος και Σινουχέ ο αιγύπτιος, τα οποία διατηρούν την φρεσκάδα τους παρ' ότι έχουν περάσει κάπου 60 χρόνια από τότε που γράφτηκαν. Όμως, για να προκαλέσω και τους υπόλοιπους να γνωρίσουν αυτόν τον μεγάλο φινλανδό λογοτέχνη, διάλεξα ένα από τα αστυνομικά μυθιστορήματά του και, συγκεκριμένα, το πρώτο απ' αυτά. Πρόκειται για το "Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;".

Πρωταγωνιστής τού Βάλταρι είναι ο επιθεωρητής Πάλμου, ένας μεσήλικας κοντόχοντρος αστυνομικός που ακολουθείται σχεδόν μόνιμα από τον μάλλον αφελή και μονίμως παιδιαρίζοντα υφιστάμενό του, ο οποίος είναι και ο αφηγητής τής ιστορίας. Ο Πάλμου καλείται να διερευνήσει τις συνθήκες θανάτου τής σπαγγοραμένης και θρησκόληπτης γριάς Σκρουφ, έναν θάνατο που δείχνει ως ατύχημα, ενδέχεται να συνιστά αυτοκτονία αλλά το δαιμόνιο ένστικτο του επιθεωρητή αποκαλύπτει ότι πρόκειται για δολοφονία.

Το "Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;" δεν είναι απλώς ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι ένα μυθιστόρημα με το οποίο ο Βάλταρι "φινλανδοποιεί" δύο από τους γνωστότερους πρωταγωνιστές αστυνομικών ιστοριών, τον Σέρλοκ Χολμς και τον Ηρακλή Πουαρό. Για παράδειγμα, το σουλούπι αλλά και η συμπεριφορά τού Πάλμου παραπέμπουν ευθέως στον Πουαρό, ενώ και ο τρόπος με τον οποίο ο επιθεωρητής αποκαλύπτει την αλήθεια είναι ο χαρακτηριστικός τρόπος τού βέλγου ντετέκτιβ τής Άγκαθα Κρίστι. Από την άλλη, ο αφηγητής-υφιστάμενος του Πάλμου μοιάζει αντίγραφο του δόκτωρα Γουάτσον, ενώ η περίπλοκη σκέψη τού επιθεωρητή θυμίζει τον δαιμόνιο πρωταγωνιστή τού Άρθουρ Κόναν Ντόυλ.

Βέβαια, ο Βάλταρι μεταφέρει την δράση στο τυπικό φινλανδικό περιβάλλον. Ο βροχερός καιρός τής Αγγλίας έχει αντικατασταθεί από το φινλανδικό κρύο και οι βρεττανικές μονοκατοικίες έχουν γίνει πολυκατοικίες, ενώ οι ξεπεσμένοι σουηδοί αριστοκράτες, που κάποτε διαφέντευαν την Φινλανδία, δίνουν και παίρνουν ως καρικατούρες. Εξ άλλου, ο επιθεωρητής Πάλμου εμφορείται από όλα τα τυπικά φινλανδικά χαρακτηριστικά, μιας και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας θέλει να προβάλει τον τόπο του μέσα από τον χαρακτήρα που δημιούργησε.

Τελικά, το "Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;" δεν απευθύνεται μόνο σε όσους αγαπούν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Απευθύνεται και σε όσους αγαπούν τα καλογραμμένα και στέρεα δομημένα μυθιστορήματα. Λόγω του ύφους του δε, αποτελεί ίσως τον καλύτερο τρόπο για να γνωρίσει κάποιος το ύφος και το ταλέντο τού Μίκα Βάλταρι, ώστε να αναζητήσει και τα -οπωσδήποτε "βαρύτερα"- ιστορικά μυθιστορήματά του στα οποία αναφερθήκαμε στην αρχή. Παρεμπιπτόντως, ας σημειώσουμε ότι ο Βάλταρι έγραψε τρεις ιστορίες με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Πάλμου, οι οποίες μεταφέρθηκαν όλες στον κινηματογράφο.

Το "Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Καλέντης" και ευτύχησε να μεταφραστεί άψογα από την Μαρία Μαρτζώκου κατ' ευθείαν από τα φινλανδικά και όχι από κάποιες πετσοκομμένες αγγλικές εκδόσεις, όπως γινόταν ως τώρα. Η ιστορία εκτείνεται σε 250 σελίδες περίπου, ενώ το βιβλίο συμπληρώνεται ιδανικά από το επίμετρο της φινλανδής καθηγήτριας λογοτεχνίας Χέτα Πυρχόνεν. Όσο για τα κάπου 14 ευρώ που κοστίζει, είναι μια λογική τιμή, αν σκεφτείτε την τιμή μιας κυριακάτικης φυλλάδας που πετιέται στα σκουπίδια μέσα σε μισή ώρα.

Και λίγη γκρίνια. Πρώτα-πρώτα, μη παραξενευτείτε από την λέξη "κώχη" (σελ. 31) αφού πρόκειται για την γνωστή μας "κόγχη", αν κι αναρωτιέμαι από πού διάβολο ξετρυπώθηκε ένας λεκτικός τύπος σε πλήρη αχρησία (ούτε καν "κόχη";). Έπειτα, αναρωτιέμαι γιατί ο εκδότης άλλαξε το όνομα της δολοφονημένης γριας σε Σκρουφ. Ο Βάλταρι βάφτισε την γριά Scrof, αλλά φαίνεται ότι κάποιοι θεώρησαν ότι το Σκροφ θα ηχούσε κακόηχα. Δηλαδή...ήμαρτον!

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Στα σουηδικά συχνά το o προφέρεται σαν ου. Π.χ. το το Ούλοφ γράφεται Olof. Οπότε, αν η Skrof είναι μέλος της ξεπεσμένης σουηδικής αριστοκρατίας, μπορεί το Σκρουφ να είναι σωστό.

Ανώνυμος είπε...

απ'το δίκωχο μάλλον, επική λέξη.

Το γάμμα πριν το χι μου προκαλούσε ρίγη, από μικρό.
Δεν το αντέχω καρντάς.

Η ελληνική γλώσσα ζει με δανεικά. Μαζί τα φάγαμε τα φωνήεντα.

Τέντυ μήπως μια τρ[οε]λ-οικα για την ελληνική γλώσσα?

ΑΧΠ

Teddy είπε...

Ευχαριστώ τους...ανώνυμους! Ομολογώ ότι ούτε στον Ούλοφ (Πάλμε;) πήγε το μυαλό μου ούτε στο δίκωχο.

Όσο για την ελληνική γλώσσα, αγαπητέ ΑΧΠ, έτσι μού 'ρχεται να προσθέσω στο ιστολόγιο μια σελίδα όπου θα εξηγώ στον αναγνώστη τούς γραμματικούς κανόνες στους οποίους υπακούει τυφλά τούτη η γωνιά.

Έτσι, για να μη ξαναδώ σχόλια του τύπου "λες βλακείες, τις λες και ανορθόγραφα". Αν λέω βλακείες, τις λέω ορθογραφημένες σίγουρα.

Teddy είπε...

Και κάτι ακόμη για το "ο" που προφέρεται "ου":

Το ίδιο συμβαίνει στην πορτογαλική γλώσσα. Έτσι, λοιπόν, η πόλη λέγεται Οπόρτου, ο παλιός ποδοσφαιριστής Φίγκου, ο ακόμη πιο παλιός ποδοσφαιριστής Εουσέμπιου και ο γνωστός προπονητής Μουρίνιου.

Για τους βιβλιόφιλους, αναφέρω το -γραμμένο στα πορτογαλικά- μυθιστόρημα του Αντόνιο Ταμπούκκι "Το κομμένο κεφάλι τού Νταμασένιου Μορέιρα"