Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα...
... η αντιγραφή όχι απλώς επιτρέπεται αλλά είναι και επιθυμητή, ακόμη και χωρίς αναφορά της πηγής!

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

- "Ο λόγος που μ' άφησες έξω από την υπόθεση", είπε ήσυχα, "ήταν ότι νόμισες πως η αστυνομία δεν θα πίστευε ότι σκέτη περιέργεια μ' έσπρωξε να κατέβω εκεί κάτω χτες το βράδυ. Θα υποψιάζονταν ίσως ότι είχα κάποιον ύποπτο λόγο και θα με σφυροκοπούσαν μέχρι να σπάσω".
- "Πώς ξέρεις αν δεν σκέφτηκα το ίδιο πράγμα;"
- "Οι αστυνομικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι", είπε ξεκάρφωτα.
- "Έχω ακούσει ότι σαν τέτοιοι ξεκινάνε".

[Ραίημοντ Τσάντλερ, "Αντίο, γλυκειά μου", εκδόσεις Λυχνάρι, 1990 (σελ.: 54)]

18 Απριλίου 2017

Ο διπολικός Αλέξης Τσίπρας

Στις 9 Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων, στην μεγάλη αίθουσα του Wyndham Grand Hotel της πλατείας Καραϊσκάκη, συνεδρίασε η Κεντρική Επιτροπή τού ΣυΡιζΑ, για να συζητήσει τις πολιτικές εξελίξεις. Η συνεδρίαση άνοιξε με ομιλία τού προέδρου του κόμματος και πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και κατέληξε με την έκδοση πολιτικής απόφασης, βάσει της οποίας το κόμμα στηρίζει την κυβέρνηση:
Η Κεντρική Επιτροπή δηλώνει ότι στηρίζει την μεγάλη προσπάθεια της Κυβέρνησης για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων εντός του πλαισίου του Eurogroup της 7ης Απριλίου αλλά και ότι θα δώσει την μάχη ώστε όλες οι δυνάμεις του κόμματος να κινητοποιηθούν για την υλοποίηση των μεγάλων στόχων του κυβερνητικού προγράμματος. Ταυτόχρονα όμως και η κυβέρνηση οφείλει να εντείνει τις προσπάθειες της για να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα της στην άσκηση του κυβερνητικού έργου.
Παράλληλα, όμως, η Κεντρική Επιτροπή συζήτησε και το πυραυλικό χτύπημα των ΗΠΑ στην Συρία και εξέδωσε σχετικό ψήφισμα-καταπέλτη, κάτι απολύτως φυσιολογικό για ένα αριστερό κόμμα:
Η Κ.Ε. του ΣυΡιζΑ καταδικάζει με αποτροπιασμό το ανατριχιαστικό έγκλημα με τη χρήση χημικών εναντίον αμάχων στη Συρία. Όποιοι κι αν είναι οι δράστες, πρέπει να εντοπιστούν μέσω αξιόπιστης διεθνούς έρευνας και να προσαχθούν ενώπιον της διεθνούς δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, πρέπει η διεθνής κοινότητα να μην επιτρέψει το έγκλημα αυτό να αποτελέσει πρόσχημα για νέους πολέμους στην πολύπαθη Μέση Ανατολή. Υπό το πρίσμα αυτό, καταδικάζουμε την πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ στη Συρία, που παραπέμπει σε αντιλήψεις παγκόσμιου χωροφύλακα και υποκατάστασης των αρμόδιων διεθνών θεσμών, ενώ δημιουργεί κινδύνους διεθνούς σύρραξης.
Προσέξτε ότι η Κ.Ε. του ΣυΡιζΑ δεν καταδικάζει απλώς την επίθεση αλλά σημειώνει ότι αυτή και παραπέμπει σε αντιλήψεις παγκόσμιου χωροφύλακα αλλά και δημιουργεί κινδύνους διεθνούς σύρραξης. Σίγουρα αυτό το ψήφισμα θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ως αριστερό.


Την επόμενη μέρα, Μεγάλη Δευτέρα, ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣυΡιζΑ Αλέξης Τσίπρας βρέθηκε στην Μαδρίτη για να πάρει μέρος στην τρίτη σύνοδο των ευρωπαϊκών χωρών τού Νότου, μαζί με τους άλλους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων χωρών της νότιας Ευρώπης (Κύπρος, Ιταλία, Μάλτα, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία). Στο τέλος τής συνόδου, οι εφτά εξέδωσαν μια κοινή διακήρυξη με έντεκα σημεία. Το τελευταίο σημείο αφορά το πυραυλικό χτύπημα των ΗΠΑ στην Συρία και αξίζει τον κόπο να δούμε τι διακηρύσσει ομόφωνα ο ευρωπαϊκός νότος επ' αυτού:
Οι χώρες του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταδικάζουν απερίφραστα τις αεροπορικές επιθέσεις με χημικά όπλα στις 4 Απριλίου στο Ιντλίμπ (Συρία). Η επανειλημμένη χρήση χημικών όπλων στη Συρία, τόσο από το καθεστώς Άσαντ από το 2013 όσο και από το Daesh συνιστούν εγκλήματα πολέμου. Όλοι οι δράστες πρέπει να λογοδοτήσουν για αυτή την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και θα πρέπει να τους επιβληθούν κυρώσεις στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Η επίθεση που πραγματοποιήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη στρατιωτική αεροπορική βάση Ας Σαϊράτ στη Συρία είχε την κατανοητή πρόθεση να προλάβει και να αποτρέψει την εξάπλωση και χρήση χημικών όπλων και ήταν περιορισμένη και επικεντρωμένη σε αυτόν τον στόχο. Θα εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε τις προσπάθειες και το έργο του ΟΑΧΟ (Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων) και του ΟΗΕ όσον αφορά τη διερεύνηση της χρήσης χημικών όπλων. Οι χώρες του Νότου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαναλαμβάνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει στρατιωτική λύση στη σύγκρουση στη Συρία (...).
Παρένθεση. Η διακήρυξη αναφέρεται στο γνωστό μας ISIS ή Ισλαμικό Κράτος με τον όρο Daesh, o οποίος αποτελεί εξαγγλισμένο ακρωνύμιο του αραβικού όρου "al-dowla al-islaamiyya fii-il-i'raaq wa-ash-shaam'" (Ισλαμικό Κράτος Ιράκ-Λεβάντε). Το ISIS έχει απειλήσει ότι θα κόψει την γλώσσα όποιου χρησιμοποιεί αυτό τον όρο, επειδή ακουστικά μοιάζει με τις αραβική λέξη da'es, η οποία, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορεί να σημαίνει τον νταή, αυτόν που λιώνει κάτι πατώντας το, τον φανατικό αλλά και αυτόν που σπέρνει διχόνοια. Οι δυτικοί χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τον όρο Daesh, προφανώς πεισμωμένοι από τις απειλές τού ISIS και παρά την επισήμανση ότι είναι προσβλητικός όρος για τους αραβόφωνους. Κλείνει η παρένθεση.

Πρόσεξτε με πόσο όμορφο τρόπο η διακήρυξη "αποφασίζει" ότι το καθεστώς Άσαντ κάνει χρήση χημικών από το 2013, παρά το γεγονός ότι από την 1/10/2013 η κυβέρνηση της Συρίας έχει παραδώσει τον πλήρη έλεγχο του χημικού οπλοστασίου της στον ΟΑΧΟ. Στο σημείο αυτό, οι ευρωπαίοι ηγέτες συντάσσονται ομόφωνα με εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο Άσαντ πρόλαβε και έκρυψε πολλά χημικά όπλα πριν παραδώσει τον έλεγχο στον ΟΑΧΟ, έστω κι αν δεν υπάρχει η παραμικρή απόδειξη για κάτι τέτοιο. Ο εν λόγω ισχυρισμός θυμίζει τον αντίστοιχης σοβαρότητας ισχυρισμό τού Κόλιν Πάουελ, ο οποίος, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, διατυμπάνιζε ότι ο Σαντάμ είχε χημικά όπλα αλλά δεν είχαν βρεθεί ακόμη.

Προσέξτε, επίσης, πόση κατανόηση δείχνουν οι εφτά για την πυραυλική επίθεση των ΗΠΑ: "Η επίθεση (...) είχε την κατανοητή πρόθεση να προλάβει και να αποτρέψει την εξάπλωση και χρήση χημικών όπλων". Αντίθετα με την Κ.Ε. του ΣυΡιζΑ, οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν διαπιστώνουν ούτε "αντιλήψεις παγκόσμιου χωροφύλακα" ούτε "υποκατάσταση των αρμόδιων διεθνών θεσμών" ούτε "κινδύνους διεθνούς σύρραξης". Τίποτε στραβό δεν υπάρχει σ' αυτή την επίθεση, η οποία είναι κατανοητή.


Αν αναρωτιέστε πώς ο Αλέξης Τσίπρας κατάφερε να συνδυάσει το ψήφισμα της 9ης Απριλίου με την διακήρυξη της 10ης Απριλίου, θα σας απαντήσω ότι δεν έχετε ιδέα από πολιτική και, κυρίως, δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι άλλο το κόμμα και άλλο η κυβέρνηση. Αυτό θα έπρεπε να το είχατε κατανοήσει από την εποχή που η κυβέρνηση Τσίπρα έφερνε το τρίτο μνημόνιο αλλά το κόμμα Τσίπρα έβγαζε τον κόσμο στον δρόμο για να διαδηλώσει κατά των κυβερνητικών επιλογών. Ή από την εποχή που το κόμμα Τσίπρα δήλωνε ότι θα καταργούσε τα μνημόνια με "έναν νόμο, ένα άρθρο" αλλά η κυβέρνηση Τσίπρα έβλεπε σ' αυτή την δήλωση ένα "σχήμα λόγου".

Εν κατακλείδι, αυτό το "την Κυριακή καταδικάζω αλλά την Δευτέρα προσυπογράφω" πιστοποιεί την διπολική προσωπικότητα του Αλέξη Τσίπρα. Κάτι που οφείλαμε να έχουμε καταλάβει τουλάχιστον από τότε που ως πρόεδρος του ΣυΡιζΑ υπερθεμάτιζε το "Όχι" τού δημοψηφίσματος αλλά ως πρωθυπουργός στήριζε το "Ναι". Σίγουρα σ' αυτή την διπολικότητα οφείλεται το ότι θέλει να περνάει ως αριστερός αλλά συμπεριφέρεται ως ακραιφνής δεξιός, καταλήγοντας μια θλιβερή καρικατούρα "νεοφιλελεύθερου επαναστάτη".

15 Απριλίου 2017

Σαββατιάτικα (151) - του οβελία

*** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Σας μούτζωσε; *** Πώς σας φάνηκε το μήνυμα του Πειραιώς Σεραφείμ προς τον Ερντογκάν; *** Αυτό λέω, που του πρότεινε να βαφτιστεί χριστιανός από τον Βαρθολομαίο με νονό τον Πούτιν. *** Για τρολλάρισμα το πήγαινε, μαλακία τού βγήκε. *** Σεβασμιώτατε, όχι πολλές-πολλές πλάκες με τους οθωμανούς γιατί έχουν κι ένα χούι ξέρεις... *** Εκτός εάν... θου Κύριε φυλακήν τω στοματί μου, τέτοια μέρα. *** Δένδιας προς Τσεκελώτο: "Θέλατε κοκτέιλ με τη Σκάρλετ Γιόχανσον αλλά όπως τα πάτε και η μακαρίτισσα Γεωργία Βασιλειάδου πολλή σας πέφτει." *** Νίκο μου, όχι πως δεν ήσουν πάντα γομάρι αλλά τελευταία έχεις ξεφύγει τελείως. *** Άσε ήσυχη την κυρά μας την μαμή, μωρή ποντικομαμή. *** Ούτε για την Ταϋγέτη δεν κάνεις, μαύρε! *** Άει στον διάολο, κοίτα τα χάλια σου, που είσαι σαν συρτάρι με ρέστα. *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Ψήφιζε Χρυσή Αυγή; *** Ανδριανόπουλος-1: "Ο Τεμπονέρας έγινε σήραγγα, Ελλάς το μεγαλείο σου!" *** Ανδρέα ζης; *** Ρε συ, αν δίναμε στην σήραγγα όνομα βασιλιά, όπως σε άπειρους δρόμους
Εσύ είπες "ο θεός δεν έχει θρησκεία", λεβέντη μου;
και πλατείες, θα έσκουζες; *** Αν την λέγαμε Εθνάρχου Καραμανλή; *** Δεν παίρνεις τον Δένδια να πάτε μαζί στον διάολο, να μοιραστείτε και το ταξί; *** Ανδριανόπουλος-2: "Αν κάνουμε σήραγγες και τους δολοφονημένους της άλλης πλευράς, πόσους δρόμους θέλουμε; *** Ανδρέα, τα ονόματα των άλλων τα δίνουμε σε πηγάδια, όχι σε σήραγγες. *** Είτε μικρά είτε πηγάδες. *** Αρκεί νά 'ναι στερεμένα, μη μολύνουμε τον υδροφόρο ορίζοντα. *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Έπαιζε τάβλι; *** Σταμάτη: "Ο άντρας μου μου είπε ότι ο Σημίτης είναι νονός και ότι ο Παπανδρέου έχει σκοπό να μας εξοντώσει." *** Βικούλα, δεν ξέρω αν το πρόσεξες αλλά η περίληψη όσων λες είναι ότι όλοι τα παίρνανε εκτός από τον Άκη. *** Αμάν κι εσύ, χρυσό μου, με την γκίνια σου! *** Ένας μαλάκας δεν τά 'παιρνε, απάνω του έπεσες; *** Αλήθεια, εσείς πήγατε χτες στο Φανερό Δείπνο των άθεων ή νηστέψατε; *** Όσο να πείς, είναι πρόκληση να τρως δημοσίως κρέας τέτοια μέρα. *** Αλλά και το να νηστεύει η άλλη που δεν έχει αφήσει γύρω τίποτε σηκωμένο να πέσει από μόνο του, τί είναι; *** Τζαβέλλα: "Θα τους τιμωρήσει ο Θεός με υψηλή, επικίνδυνη χοληστερίνη." *** Αυτά είναι! *** Βουλευτής από τα Λιντλ. *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Σας είπε μαλάκες; *** Χαρήκατε κι εσείς που πήρε η Fraport τα αεροδρόμια; *** Μπράβο. *** Πώς σας φάνηκε που από την πρώτη μέρα αύξησε το τέλος αναχωρήσεων άγονων γραμμών από 30 λεπτά σε 16,74 ευρώ; *** Εμ, ποιός νομίζατε ότι θα πλήρωνε την αναβάθμιση των αεροδρομίων, βρε γίδια; *** Οι επενδυτές; *** Ψαριανός: "Αυτό εδώ το οικόπεδο είναι η ωραιότερη χώρα του κόσμου και ζουν σ' αυτήν 11 εκατομμύρια μαλάκες." *** Γρηγόρη, αυτοκτόνα να λιγοστέψουν! *** Πρώτα, όμως, πες μας πόσοι απ' αυτούς σε ψήφισαν. *** Όλα τα κανάλια κι όλες οι φυλλάδες μάς είπαν ότι η βουλή ψήφισε Ναι στο γήπεδο της ΑΕΚ ομόφωνα, πλην ΚΚΕ. *** Γιατί δεν μας εξήγησε κανείς τον λόγο που είπε Όχι το ΚΚΕ; *** Δεν μπορεί, κάποιον λόγο θα είχε, δεν είπε Όχι από ανεμόκαυλα της στιγμής. *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Έβλεπε σαρβάιβο; *** Φώφη: "Να τοποθετηθούμε και για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις της
Στο μεταξύ, κάπου στα Ιεροσόλυμα...
περιόδου 2010-2012." *** Μεγάλες μεταρρυθμίσεις τα μνημόνια, ρε συ Φώφη, που να σου χέσω τον Κρόμγουελ; *** Μικροδράκουλας: "Έχουμε συνολική υποχρέωση να αναδείξουμε το ζήτημα της οδικής ασφάλειας χωρίς να περιμένουμε μια τραγική αφορμή." *** Δεν μπορεί να είσαι τόσο βλαμμένο, παιδάκι μου! *** Κάπου χίλιοι νεκροί τον χρόνο από τροχαία δεν είναι τραγική αφορμή; *** Μπετόστοκε. *** "Καλή ανάσταση", μου λέει ο συνάδελφος προχτές και μου ανεβάζει την πίεση. *** Δεν πέθανα ακόμη, βρε ηλίθιε! *** Μετά φταίω εγώ που του ευχήθηκα "καλό μυαλό"; *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Άκουγε Θώδη; *** Κωλόχαρτος προς ΣυΡιζΑ: "Είστε κομμουνιστές αγράμματοι, μην ανοίγετε το στόμα σας, είστε άσχετοι." *** Δηλαδή, Άδωνι, ο Μαρξ φταίει που έμεινα ξύλο απελέκητο; *** Πρέπει να γίνω φιλελές για να αποκτήσω μόρφωση σαν εσένα; *** Αλλά πάλι... κομμουνιστές στον ΣυΡιζΑ; *** Δηλαδή, δεν είναι μόνο ο Κατρούγκαλος κομμουνιστής εκεί μέσα; *** Πα πα πα... *** Σας θυμίζω να αγοράσετε σήμερα την "Ελεύθερη Ώρα", με δώρο το βιβλίο τού Πλεύρη "Γλώσσα και μορφή του Χριστού". *** Άντε, να μάθετε επί τέλους ότι ο Χριστός δεν μιλούσε εβραϊκά αλλά ελληνικά! *** Εμ, γιατί νομίζετε ότι είπε ο Πιλάτος "νίπτω τας χείρας μου, δεν καταλαβαίνω Χριστό"; *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Κάπνιζε μέσα στο χασάπικο; *** Σπάισερ (εκπρόσωπος τύπου Τραμπ): "Ούτε ο Χίτλερ δεν έπεσε στο επίπεδο να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα." *** Αγορίνα μου μορφωμένη εσύ! *** Εγώ χρόνια τό 'λεγα ότι στους θαλάμους αερίων ρίχνανε αποσμητικό στους εβραίους γιατί βρομάγανε. *** Τα βιβλία ιστορίας τα διορθώσατε ή ακόμα; *** Στον θεό σας, θα πάει ο Καμίνης στο Χάρβαρντ να μιλήσει με θέμα "η αριστερά στην Ευρώπη"; *** Στα ίδια
Έ-έ-έρχεται!
αγιασμένα χώματα που μίλησε πέρυσι ο Κωλόχαρτος; *** Χάρβαρντ και παπάρια... *** Ωρέ, ΤΕΙ Μεσολογγίου εκατό φορές λέμε! *** Και δεν πληρώνεις και από μαλάκες γλιτώνεις. *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Σας είπε "τέλεια" όταν πληρώσατε; *** Πορτοκάλογλου: "Οι αγανακτισμένοι είναι διορισμένοι πια, οπότε δεν έχουν χρόνο για διαδηλώσεις." *** Ήμαρτον, αμολύσανε τον Πορτοκάλογλου; *** Δεν είχε φάει ισόβια μετά τις προ τριετίας μαζικές δολοφονίες τραγουδιών στο "Λιμάνια ξένα", που τις έλεγε "διασκευές"; *** Μήπως να ξανασκεφτούμε την θανατική ποινή; *** Εφημερίδα Γαύρος: "Η χούντα της αριστεράς απέναντι στον θρύλο" *** Ντεφορμέ οι γαύροι, τις έφαγαν και από την ΑΕΚ και από τα ΜΑΤ. *** Τί σκατά κάνει ο Μαρινάκης; *** Αγοράζει την Νόττιγχαμ, είπατε; *** Ήρθε η ανάπτυξη, επί τέλους! *** Αρχίζουμε εξαγωγή παραγκών! *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Όταν είπατε ότι πάει για σούβλα, ρώτησε "τι εννοείς"; *** Αυτό το "τι εννοείς" ακόμα κι όταν λες καλημέρα, ήθελα νά 'ξερα δεν σας εκνευρίζει; *** Μόνο εμένα κάνει να σκέφτομαι ότι περιστοιχίζομαι από ηλιθίους; *** Γκαβός: "Μετά τα πάθη και τις δοκιμασίες, έρχεται πάντα η ανάσταση." *** Μέσα στην έμπνευση σε βρίσκω, Αντώνη. *** Μόνο που ο Χριστός αναστήθηκε με εφτά μέρες πάθη ενώ εμείς κλείσαμε εφτά χρόνια και συνεχίζουμε. *** Πάθη ντούρασελ. *** Τώρα που είπα ανάσταση, αυτό με τις ρουκέτες στο Βροντάδο είναι έθιμο από την τουρκοκρατία; *** Άφηναν οι τούρκοι τους έλληνες να μαζεύουν μπαρούτι και να φτιάχνουν ρουκέτες; *** Και οι έλληνες αντί να ρίχνουν τις ρουκέτες στους τούρκους, τις ρίχνανε συναμετάξυ τους; *** Ρε κάτι μυστήρια που έχει η ιστορία... *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Ηλίθια ταττού είχε; *** Κόκκινα αβγά (αρχαίο περσικό έθιμο), τσεκ... οβελίας (αρχαίο εβραϊκό έθιμο), τσεκ... *** Όλα έτοιμα για να γιορτάσουμε ως έλληνες και ορθόδοξοι το Πάσχα. *** A propos, ξέρετε ότι το Πάσχα είναι εβραϊκή λέξη, σημαίνει Έξοδος και είναι η γιορτή σε ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο, έτσι; *** Έχει τύχει και σε σας μόλις καθήσετε σε καφετέρια να βάλει το μαγαζί Μποφίλιου; *** Πώς να κάτσεις και πώς να ξαναπάς; *** Και μετά γκρινιάζουν ότι δεν έχουν δουλειά. *** Ανοίχτε το wifi, βρε ζώα, κι αφήστε την μουσική, που έχετε και
Ευτυχισμένα χρόνια
άποψη. *** Κορίτσια, όλοι ξέρουν ότι δεν πας κομμωτήριο πριν την ανάσταση. *** Αφού ή θα πέσει κερί ή θα στα κάψει ο πισινός σου, γιατί να ξοδευτείς για τα μαλλιά τζάμπα; *** Το αρνί που πήρατε είναι σίγουρα ντόπιο; Πήγαινε για καλαμαράκια μετά τον επιτάφιο; *** Συγγνώμη που επέμεινα τόσο πολύ για την εντοπιότητα του αρνιού αλλά το έκανα για το καλό σας. *** Μη πέσετε κατά λάθος σε αρνί που δεν έτρωγε αποκλειστικά ελληνικό χορτάρι. *** Υπάρχει καλύτερο χορτάρι από το ελληνικό; *** Ή καλύτερο σανό; *** Άλλωστε, όταν παραγγέλνετε παϊδάκια, δεν ρωτάτε πάντα αν το αρνί είναι ντόπιο; *** Όσο σκέφτομαι πόσα γίδια θα παριστάνουν αύριο τους ειδικούς στο ψήσιμο του οβελία, τόσο πιο κοντά είμαι στο να φτιάξω γίγαντες στον φούρνο αντί για αρνί. *** Όσοι δεν έχουν υπ' όψη τους τον αφορισμό τής λεζάντας, είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουν ότι στην πρώτη φωτογραφία ποζάρει ο δικηγόρος -στα νιάτα του- Μαχάτμα Γκάντι. *** Η τελευταία φωτογραφία είναι τραβηγμένη το 1967, ανήμερα  Κυριακής τού Πάσχα, μια βδομάδα μετά την "εθνοσωτήριον επανάστασιν". *** Ο "αγέλαστος" μεγαλειότατος ποζάρει ευθυτενής δίπλα στον υπουργό εθνικής αμύνης αντιστράτηγον Γρηγόριον Σπαντιδάκην και τον υφυπουργόν του αντιστράτηγον Γεώργιον Ζωιτάκην. *** Σίγουρα, εκείνη την στιγμή ο βασιλεύς ούτε καν υποψιαζόταν ότι ο τελευταίος επρόκειτο να γίνει αντιβασιλεύς σε λίγα χρόνια. *** Μιας κι αύριο έχουμε Πάσχα, μήπως μαντεύετε με ποια μουσική υπόκρουση θα σας αποχαιρετήσω; *** Ως έλλην, βεβαίως, θα έπρεπε να βάλω κάτι σε κλαρίνο αλλά προτιμώ μια καλή ροκιά. *** Λοιπόν, Patti Smith Group και το "Easter" του 1978 στο πλατώ και όποιος δυσανασχετεί ας βάλει Αλέκο Κιτσάκη ή Γωγώ Τσαμπά. *** Όσο κι αν δεν έχω πρόβλημα να αυτοσαρκάζομαι, τόσο χαμηλά στης ξεφτίλας την σκάλα δεν θα πέσω. *** Να περάσετε πολύ-πολύ-πολύ όμορφα! ***

14 Απριλίου 2017

Ο τυφλός ρεμπέτης της αντίστασης

28 Φεβρουαρίου 1903. Πειραιάς. Χατζηκυριάκειο. Στο δίπατο της οδού Βύρωνος 30, στην αρχή τής ανηφοριάς, έχουν γεννητούρια, κάτι πολύ συνηθισμένο σε τούτο το σπίτι. Ο ποριώτης Γιάννης Γκόγκος με την γυναίκα του, την Αγγελική την υδραία, αποκτούν το εικοστό πρώτο -και προτελευταίο- παιδί τους, τον Δημήτρη.

Μόλις ο Δημήτρης τελειώνει το τετρατάξιο γυμνάσιο, ο πατέρας του τον γράφει στον "Προμηθέα", μια τεχνική σχολή. Θέλει να τον κάνει ηλεκτρολόγο, για να τον βάλει για δουλειά στο Λιμενικό, όπου ο ίδιος είναι υπαξιωματικός. Όμως, ο Δημήτρης έχει μπλέξει με το μαντολίνο και την κιθάρα και τού 'χει πάρει τα μυαλά η μουσική. Τελειώνει την σχολή μα μήτε ν' ακούσει για Λιμενικό. Κάνει κάτι μεροκάματα στα Λιπάσματα και στα τσιμεντάδικα, μέχρι που κάπου στα 1920 πιάνει στα χέρια του βιολί και καταλαβαίνει ότι η ζωή του από δω και πέρα είναι η μουσική. Προσαρμόζεται.
Εγώ ήμoυνα 17 χρονώ παλληκαράκι, τσικλιμαγκάκι. Μεταξωτά ζουναράκια βάζαμε, δεν είχαμε ξανοιχτεί ακόμα. Και φεύγαμε, να πούμε, ν' ανέβουμε και στην Αθήνα επειδή κάναμε και τίποτα άταχτες δουλειές (σ.σ.: εννοεί τα λαθραία που παίρναν απ’ τους ναυτικούς και τα μεταπουλούσανε) και οικονομάγαμε, να πούμε, κάνα φράγκο όσοι ήτανε έξυπνοι, να μη μας βλέπουν κάτω ότι χαλάγαμε λεφτά. Που τα βρήκατε; Δε δουλεύετε. Εμείς φεύγαμε. Τους άλλους που ήσαν κορόιδα τους τσιμπάγανε. Τoυς τυλίγανε. Εγώ ήμoυνα ατύλιχτος. Είχε ωραία ζωή τότε ο Πειραιάς. Και οικονόμαγαν οι μάγκες. (*)
Το 1923 πάει να υπηρετήσει στο Ναυτικό. Εκεί έρχεται σε επαφή με το μπουζούκι και τον μπαγλαμά. Νέο πεδίο δόξης. Πέφτει με τα μούτρα να τα μάθει. Στο μεταξύ, για να βγάλει το χαρτζηλίκι του, κλέβει κάθε τόσο εκρηκτικά και τα πουλάει στους ψαράδες τής Σαλαμίνας. Κάποια στιγμή τον βουτάνε και ο "ατύλιχτος" τυλίγεται σε μια κόλλα χαρτί και βουρ για το ναυτοδικείο. Εμπορία όπλων, σου λέει, πάρε πέντε χρόνια και δυο μήνες στην μπουζού, νά 'χεις να πορεύεσαι.

Ο Δημήτρης Γκόγκος με την αγαπημένη του "καπνουλού".

Λίγο πριν τον μπουζουριάσουν, ο Γκόγκος έμελλε ν' αλλάξει όνομα άθελά του. Επειδή όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, κάπου έτυχε ν' ακούσει μια οπερέττα ενός ούγγρου συνθέτη, του Έμμεριχ Κάλμαν, που εκείνη την εποχή έκανε στράκες στην Ευρώπη. Βάλθηκε, λοιπόν, να... διασκευάσει αυτή την οπερέττα για... μαντολίνο και μπουζούκι! Γέλασαν και οι πέτρες. Κι αφού η οπερέττα είχε τίτλο "Die Bajadere (= η χορεύτρια)", δεν χρειάστηκε πολύ χρόνος στην παλιοπαρέα για να κολλήσει στον Δημήτρη το καινούργιο του όνομα, που θα τον συνόδευε ακόμη και μετά τον θάνατό του: Μπαγιαντέρας.

Το 1930, ο Μπαγιαντέρας αποφυλακίζεται και παίρνει τον δρόμο του. Με τον φίλο του, αν και μικρότερό του, Στέλιο Κηρομύτη γυρίζουν τα στέκια τού Πειραιά και παίζουν μπουζούκι και μπαγλαμά. Έτσι, γνωρίζεται με όλα τα βαριά ονόματα: Βαμβακάρης, Μπάτης, Παγιουμτζής... Συνάμα, γνωρίζεται και με μια κοπελλιά που δούλευε στα καπνά τού Παπαστράτου, την Δέσποινα Αρμπατζόγλου. Για πάρτη της, το 1934 γράφει το πρώτο του τραγούδι, το χασικλίδικο "Καπνουλούδες". Το κομμάτι αρέσει στην παρέα, που τον σπρώχνει να φτιάξει άλλο ένα και να το βγάλει σε δίσκο. Με τόσα ονόματα γύρω του, οι πόρτες της Κολούμπια δεν είναι δύσκολο ν' ανοίξουν κι έτσι, τον Σεπτέμβρη του 1935, ο Μπαγιαντέρας κυκλοφορεί το πρώτο του δισκάκι με τις "Καπνουλούδες" και φλιπσάιντ το "Πάντα με γλυκό χασίσι".

Από κει και πέρα, ο Μπαγιαντέρας μεγαλουργεί, γράφοντας την μια επιτυχία πίσω από την άλλη: Χατζηκυριάκειο, Γυρνώ σαν νυχτερίδα, Το τραγούδι της αγάπης, Μ' έχεις μαγεμένο, Ξαβεριώτισσα, Το μαναβάκι, Το μαγικό σου σκέρτσο, Το αλανάκι... Κι από δίπλα, όλοι να του παραστέκονται: Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Μπάτης, Δελιάς, Παγιουμτζής, Περπινιάδης, Κάββουρας, Χιώτης, Λορέντζος, Καρίπης, Χρυσίνης... Ώσπου έρχεται ο πόλεμος. Πολεμάει στην Πίνδο και γύρω στα Χριστούγεννα του 1940 βγάζει έναν δίσκο με τέτοια τραγούδια: "Τους Κενταύρους δε φοβάμαι" και "Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά".

Κι ύστερα έρχονατι τα μαύρα χρόνια τής κατοχής. Ιούνιος 1941. Ο αδελφός τού μεγάλου ρεμπέτη Μανώλη Δασκαλάκη έχει στο Μαρούσι ένα μαγαζί, το "Πειραιεύς". Ο Μπαγιαντέρας δουλεύει εκεί, με τον Γιάννη Σταμούλη (γνωστό ως Μπιρ-Αλλάχ). Από την αβιταμίνωση του έχει παρουσιαστεί γλαύκωμα. Αλλά...:
Τότε το μεροκάματο ήταν πολύ μικρό και δεν έπρεπε να χάνουμε ούτε μία μέρα. Τα μάτια μου πονούσαν συνεχώς. Ήξερα ότι είχα γλαύκωμα. Έτσι, μια μέρα, εκεί που έπαιζα ένα από τα γνωστά μου τραγούδια, αισθάνθηκα ότι χανόταν το κάθε τι από μπροστά μου. Δεν μπορούσα να κάνω πια τίποτα. Το μοιραίο είχε έλθει. Από κει και έπειτα άρχισε η περιφρόνηση από πολλούς. Δεν μπορούσαν να βασιστούν πια σε μένα. Έκανα το παν τότε για να τους αποδείξω το τι αξίζω. Δημιούργησα τις μεγαλύτερές μου επιτυχίες εκείνη την εποχή που τραγουδήθηκαν και τραγουδιούνται ακόμη. Άρχισαν τότε αυτοί που με περιφρόνησαν να με φροντίζουν κάπως και να με πλησιάζουν, ποντάροντας, όπως καταλάβαινα, στα τραγούδια μου. Δεν έπαψα ποτέ να παίζω μπουζούκι και κιθάρα, παρ' ότι είχα χάσει το φως μου.
Καλλιθέα, 1956: Ο τυφλός Μπαγιαντέρας ζητιανεύει στους δρόμους με τις κόρες του (εδώ η μικρότερη).
Η κατοχή και η τύφλωση αλλάζουν τον Μπαγιαντέρα. Είναι μεν μέλος του ΚΚΕ από το 1939 αλλά τώρα τον πιάνει το καπρίτσιο. Θέλει να παίξει ενεργό ρόλο στην αντίσταση. Κι αφού δεν βλέπει πια, θα το κάνει με τον τρόπο που ξέρει καλά: με την μουσική. Τα τραγούδια που γράφει πλέον δεν έχουν σχέση με χασίσια και έρωτες. Είναι αντιστασιακά, επαναστατικά, αντάρτικα. Καθ' όλη την διάρκεια της κατοχής και παρά την τύφλωση, δεν σταματάει να γυρίζει και να τα παίζει σε κάθε στέκι τής Αθήνας και του Πειραιά, κάτω από την μύτη των γερμανών. Κάποια βραδυά τον πιάνουν κάτι ταγματασφαλίτες και τον κάνουν τόπι στο ξύλο. Κι εκείνος, αντί να πει "δόξα σοι ο θεός που δεν με σκότωσαν" και να κάτσει ήσυχος, συνέχισε απτόητος (**):
ΕΑΜ (Σου στέλνω χαιρετίσματα)
Σου στέλνω χαιρετίσματα απ’ τα βουνά, μανούλα,
στο καραούλι βρίσκομαι, στην πιο ψηλή ραχούλα.

Έχω τ’ αγρίμια συντροφιά, έχω και τα ζαρκάδια,
με τα τσακάλια τριγυρνώ μέρες, αυγές και βράδυα.
Τον ουρανό για σκέπασμα, τη γη έχω για στρώμα
και το ΕΑΜ μεσ' στην καρδιά, γι’ αυτό θα μπω στο χώμα.


Ελλάς, να ζης αιώνια
Πατρίς μου, κάθε σου γωνιά μιλάει για μια δόξα:
στις Θερμοπύλες τις παλιές, με δόρατα και τόξα,

Κι άλλη γωνιά στη Λιβαδειά, κι άλλη στο Μεσολόγγι,
στο Σούλι και στο Μέτσοβο, π’ αντιλαλούν οι λόγγοι

Κι εκεί ψηλά στην Ήπειρο, που 'ναι καμαρωμένη,
οι ήρωες του Δώδεκα είναι εκεί θαμμένοι

Κι άλλη μια φλόγα λαμπερή, π' ανάβει το Σαράντα,
θυμίζει λεβεντόκορμα κι όμορφα παλληκάρια.

Κι εμείς στο χέρι το σπαθί, σαν τα παλιά τα χρόνια,
το αίμα μας θα δώσουμε, Ελλάς, να ζης αιώνια.


Νά 'ναι γλυκό το βόλι
Φόρεσ’ αντάρτη τ’ άρματα, ζώσε και το σπαθί σου
και σύρε για τον πόλεμο κι η λευτεριά μαζί σου.

Τράβα και θέλω νικητής, παιδί μου, να γυρίσεις,
για τη γλυκιά τη λευτεριά το αίμα σου να χύσεις.

Πολέμησε, αντάρτη μου, πως πολεμάνε όλοι
και με τον Άρη αρχηγό, γλυκό νά 'ναι το βόλι. 


Στη σκλαβωμένη Ελλάδα μας
Στη σκλαβωμένη Ελλάδα μας, τα βράδια
βλέπεις στους δρόμους τους νεκρούς κοπάδια.
Κανείς δε βρίσκεται κερί ν' ανάψει,
η μαύρη η σκλαβιά μας έχει κάψει.

Και μόνο απ’ τα βουνά ένα καντήλι
ανάβει κάθε μέρα με το δείλι,
τ' ανάβει ο ΕΛΑΣ και δε θα σβήσει,
της λευτεριάς το δρόμο να φωτίσει.

Κι η δόξα, που μονάχη αργοδιαβαίνει,
τα λίγα παλικάρια περιμένει.
Προσμένει εκεί για να τα στεφανώσει,
της νίκης το στεφάνι να τους δώσει.


Αρχηγό μου έχω τον Άρη
Για ντουφέκι δε με νοιάζει, ούτε βάζω πια μαράζι,
αρχηγό μου έχω τον Άρη, το λεβεντοπαλικάρι.
Συντροφιά μ’ αυτόν νικάμε, τους Κενταύρους δε φοβάμαι,
θαύματα μαζί του κάνω στις βουνοκορφές απάνω.
Οι φασίστες σαν με δούνε, ψάχνουν δρόμο για να βρούνε,
και τους στρώνω στο κυνήγι κι αυτοί όπου φύγει-φύγει.
25/8/1975: "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά", στο θέατρο Ρουαγιάλ. (***)

Μετά τον πόλεμο, ακολούθησε μια εικοσαετία φτώχειας και στέρησης, ώσπου κάποιοι ανακάλυψαν τα τραγούδια του κι άρχισαν οι επανεκτελέσεις. Η προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου, που έγινε επί χούντας, ανακούφισε κάπως την φτώχεια του. Ο θάνατος τον βρήκε στο πλευρό τής αγαπημένης του καπνουλούς, της Δέσποινας, στις 18 Νοεμβρίου 1985. Δεκατρία χρόνια αργότερα θα χανόταν και το πατρικό του σπίτι στο Χατζηκυριάκειο, δίνοντας την θέση του σε άλλη μια πολυκατοικία, παρά τις πιέσεις των κατοίκων να γίνει ρεμπέτικο μουσείο. Όμως, τα τραγούδια του θα έμεναν για πάντα και ο ίδιος θα μοιραζόταν με τον Μιχάλη Γενίτσαρη τον τιμητικό τίτλο τού "ρεμπέτη της αντίστασης".


---------------------------------------------
(*) Τάσος Σχορέλης, "Ρεμπέτικη Ανθολογία", τόμος 1, εκδόσεις Πλέθρον, 1992
(**) Εκτός από τα πέντε τραγούδια που αναφέρονται εδώ, ο Μπαγιαντέρας έγραψε εκείνη την περίοδο και πολλά ακόμη, όπως "Αντάρτες παλληκάρια", "Άρης Βελουχιώτης", "Δίχως τανκς κι αεροπλάνα", "ΕΑΜ-ΕΛΑΣ", "Μπλε και άσπρο", "Τ' αντάρτικο εφούντωσε", "Χαίρε, ω, χαίρε ελευθεριά", "Το στερνό μου το κρεββάτι" κλπ. Τα περισσότερα απ' αυτά δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε δίσκο. Κάποιοι του απέδωσαν εσφαλμένα και το πασίγνωστο αντάρτικο "Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα", το οποίο ναι μεν αγαπούσε και έπαιζε ο Μπαγιαντέρας αλλά γράφτηκε από τον αντάρτη λογοτέχνη Νίκο Καρβούνη.
(***) Όρθιοι από αριστερά: Νίκος Λογοθέτης, Στέλιος Χρυσίνης, Δημήτρης Γκόγκος, Πάνος Μιχαλόπουλος, Ρούλα Νοικοκυράκη. Καθιστοί: Σπύρος Καλφόπουλος, Στέλιος Κηρομύτης, Μιχάλης Γενίτσαρης και Ιορδάνης Τσομίδης. Με την πλάτη δεξιά, ο Νίκος Περγιάλης.

13 Απριλίου 2017

Ο Τζακ και ο Θανάσης

Πριν διηγηθώ την σημερινή μου ιστορία, πρέπει να πω δυο λόγια για έναν από τους πρωταγωνιστές της, ο οποίος είναι άγνωστος στους πολλούς. Ο λόγος για τον Θεοδόση Άθα. Ο Άθας γεννήθηκε στις 14/1/1936 στο Νεστόριο και μεγάλωσε στην Καστοριά, όπου έβγαλε και το Γυμνάσιο. Μόλις αποφοίτησε, έφυγε για το Λυν τής Μασσαχουσέττης, όπου βρισκόταν ήδη ο πατέρας του. Σπούδασε μεν φυσική και μαθηματικά στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης αλλά πολύ σύντομα τον κέρδισε η ποίηση. Εκτός από τα ποιήματα που έγραψε ο ίδιος, μετέφρασε στα ελληνικά πλήθος ποιημάτων πολλών πολιτειακών ποιητών ενώ, παράλληλα, διατηρούσε εκπομπή φιλολογικού περιεχομένου στον ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό τής Νέας Υόρκης.

Το 1971, ο Γιώργος Ζαμπέτας βρέθηκε στις ΗΠΑ, στα πλαίσια μιας σειράς εμφανίσεών του που άφησε εποχή στην ομογένεια. Ο Άθας δεν έχασε την ευκαιρία και κάλεσε τον Ζαμπέτα για μια ζωντανή συνέντευξη στην εκπομπή του. Μια χαρά πήγε η συνέντευξη, συμπάθησε τον νεαρό ο Ζαμπέτας, παίρνει θάρρος ο Άθας. "Κύριε Ζαμπέτα, ξέρετε, γράφω κι εγώ στίχους". Κουμπώνεται ο Ζαμπέτας, που ξέρει ότι όσοι μιλάνε ελληνικά γίνονται και στιχουργοί. "Να σας τους δώσω να τους δείτε κι άμα σας αρέσουν, κάντε τους τραγούδια" - "Να τους δω".

Νέα Υόρκη, 1971: Ο Θεοδόσης Άθας συνομιλεί με τον Γιώργο Ζαμπέτα "στον αέρα".

Την άλλη μέρα το πρωί, νάσου ο Άθας στο ξενοδοχείο με έναν φάκελλο υπό μάλης. Ανοίγει τα χαρτιά ο Ζαμπέτας και πλακώνεται η καρδιά του από την μαυρίλα. Τι "ήρθανε να με πάρουνε οι πεθαμένοι φίλοι", τι "πες μου χάρε τι συμβαίνει, τι έχουν πάθει οι πεθαμένοι και γλεντούν ρωμέϊκα", τι "έχουν σταυρούς αμέτρητους οι ράχες του χωριού μου για χωριανούς που λείπουν", τι "η κόρη, που της γνέθανε για τα προικιά της, πέθανε"... Πού να ξέρει ο δόλιος ο Γιώργος ότι η ποίηση του Άθα είναι συνυφασμένη με τον θάνατο; Πάντως, του άρεσαν τα κομμάτια. Και πιο πολύ απ' όλα του άρεσε ένα κομμάτι που μίλαγε για έναν άστεγο, τον Τζακ Ο' Χάρα, που πέθανε από το κρύο.

Ο Τζακ ήταν γνωστός στους νεοϋρκέζους. Δεν ενοχλούσε κανέναν. Κοιμόταν όπου εύρισκε και ζούσε από την ελεημοσύνη των περαστικών. Κι αν κάποτε βρισκόταν με δυο δεκάρες παραπάνω στην τσέπη, δεν δίσταζε να τις ξοδέψει στο πιοτό. Εκεί, στον δρόμο, τον βρήκε χειμώνα καιρό ο θάνατος, θαμμένο στο χιόνι. Ο θάνατός του έγινε θέμα συζήτησης στην πόλη, καθώς άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιός πρέπει να αναλάβει την διαδικασία και το κόστος ταφής ενός άπορου; Ο φουκαράς ο Τζακ έπρεπε να μείνει κάμποσες ώρες στην "κατάψυξη" του χιονιού ώσπου να βρεθεί απάντηση.

Ο Ζαμπέτας κράτησε τους στίχους του Άθα κι έφτιαξε έξι τραγούδια, τα οποία συμπεριέλαβε σε δυο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 1972, το "Λεωφόρος Ζαμπέτα" και το "Περιπέτειες". Στο δεύτερο βρίσκεται και ο "Τζακ Ο' Χάρα":
Ο Τζακ Ο’ Χάρα ήταν φτωχός και τόνε ξέραν όλοι
κι εγώ κι εσύ κι ο παρακεί, αγγέλοι και διαβόλοι.
Ο Τζακ Ο’ Χάρα ήταν μπεκρής, χρυσή καρδιά, άδεια τσέπη
κι ήρθε ο χειμώνας ο μακρύς κι ο Τζακ δεν είχε σκέπη.
Μια νύχτα χιόνισε πάρα πολύ και βγήκαν οι γειτόνοι
για να φτυαρίσουν το πρωί και βρήκαν μες στο χιόνι
της γειτονιάς το φρόκαλο, τον Τζακ Ο’ Χάρα κόκαλο.

Στέλνουν χαμπέρι στο γιατρό από ενδιαφέρον.
"Τρέξε γιατρέ μου, το και το, τον χάνουμε το γέρο".
Μα ο γιατρός κάνει νερά γιατί δεν έχει τυχερά.
Ο θάνατος είν’ έξοδο κι ο Τζακ σε αδιέξοδο.
Σαν κάναν το καθήκον τους, ήσυχοι πια οι γειτόνοι
γυρίσανε στο σπίτι τους κι αφήσανε στο χιόνι
της γειτονιάς το φρόκαλο, τον Τζακ Ο’ Χάρα κόκαλο.
Πριν φύγει για τις ΗΠΑ, ο Ζαμπέτας τραγούδαγε στα Δειλινά, που τότε βρίσκονταν στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί είχε γνωριστεί με έναν φανατικό του θαυμαστή, ο οποίος ήταν ο τακτικώτερος θαμώνας. Γνωστός γλεντζές ο Θανάσης Ευστρατιάδης, είχε φιλίες και με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη αλλά για τον Ζαμπέτα έδινε ρέστα. "Α, ρε Ζαμπέτα", του έλεγε, "νά 'ξερες από πού έρχομαι για να δω το κάδρο σου". Αλλά κι ο Ζαμπέτας τον τιμούσε αναλόγως. Με το που ανέβαινε στο πάλκο, κοίταζε γύρω του και φώναζε: "Πού 'σαι Θανάση;". Και σαν τον έβλεπε, τού 'σκαγε ένα χαμόγελο και γύρναγε στην ορχήστρα: "Εντάξει, εδώ είναι, αρχίζουμε".

Κάπου στα 1968, ο Θανάσης πέθανε. Ο Ζαμπέτας συνέχισε να τον αναζητά, φωνάζοντας κάθε βράδυ "πού 'σαι Θανάση;" δίχως να παίρνει απάντηση. Ενώ βρισκόταν στις ΗΠΑ, πληροφορήθηκε τον θάνατο του Θανάση ο μεγάλος στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης (γνωστός ως "Τσάντας", επειδή πάντοτε κυκλοφορούσε με μια τσάντα γεμάτη στίχους), πάνω σε μια κουβέντα με τον Όμηρο Ευστρατιάδη. Παρ' ότι εκείνη την εποχή ο Βασιλειάδης βρισκόταν στα τελευταία του, έγραψε ένα τραγούδι για τον Θανάση και το άφησε στην γυναίκα του, την Άννα. "Αυτό να το δώσεις του Γιώργου όταν γυρίσει", της είπε συναισθανόμενος το τέλος του.

Σπανιώτατη φωτογραφία τού Μάνου Χατζιδάκι να παίζει κιθάρα υπό την διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη.
Τον συνοδεύουν με τα μπουζούκια τους ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με τον Γιώργο Ζαμπέτα.

Όταν τέλειωσε ο Ζαμπέτας με την τουρνέ στις ΗΠΑ, πήγε στο Λονδίνο. Εκεί τον παίρνουν τηλέφωνο τα παιδιά του. "Μπαμπά πέθανε ο κύριος Βασιλειάδης". Ξερός ο Γιώργος. Μια και δυο, τα μαζεύει, γυρίζει στην Αθήνα και πάει να συλλυπηθεί την χήρα. "Σου άφησε αυτό το τραγουδάκι", του λέει εκείνη και του δίνει το χαρτί. Διπλή η συγκίνηση. Το "Πού 'σαι Θανάση;" μπήκε στο άλμπουμ "Μάλιστα Κύριε", του 1973:
Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά όλες τις συνοικίες,
δε θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες.
Είχα έναν παλιόφιλο, τα ίχνη του έχω χάσει,
σ’ ένα στέκι απόμερο, το στέκι του Θανάση.


Εκεί θα βρω της νιότης μου τα φίνα, τα ωραία,
το Μάνθο, τον Θεμιστοκλή και την παλιά παρέα.
Δίπλα θα καθίσουμε σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ' ακούσουμε γλυκιά πενιά να παίζει.
Πού 'σαι Θανάση... Πού 'σαι Θανάση...
Ήθελα να σ’ αντάμωνα, η γρουσουζιά να σπάσει.
Επίλογος. Ο Θεοδόσης Άθας έφυγε στα 37 του χρόνια, το 1973, νικημένος από τον καρκίνο. "Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είχε προβλέψει τον θάνατό του, μίλαγε με τον χάρο", σχολίασε συγκινημένος ο Ζαμπέτας, όταν πήρε το χαμπέρι. Όσο για τον "Θανάση", κάποιοι λένε ότι ο Ζαμπέτας είχε μάθει τον θάνατό του και παράγγειλε ο ίδιος στον Τσάντα να γράψει ένα σχετικό τραγούδι, παρ' ότι αυτή η εκδοχή δεν εξηγεί το γιατί ο Βασιλειάδης φύλαγε στο συρτάρι του 2-3 χρόνια τους στίχους. Λεπτομέρειες χωρίς ιδιαίτερη σημασία, έτσι κι αλλιώς...

12 Απριλίου 2017

Κάποτε στην Δραπετσώνα...

Σήμερα θα γυρίσουμε ακόμα πιο πίσω τον χρόνο. Κάπου στα τέλη τής δεκαετίας τού '50. Είναι η εποχή που ο Καραμανλής προσπαθεί να μας κάνει "ευρωπαίους", προωθώντας την περίφημη -και αμφιλεγόμενη- αντιπαροχή (θεσμοθετημένη από την εποχή τού Παπάγου). Ήδη οι πρώτες μονοκατοικίες έχουν παραδώσει την θέση τους σε πολυκατοικίες, παραδίδοντας μαζί και τα κηπάκια τους αλλά και την φτώχεια που υποδήλωναν έκδηλα οι χωματόπλιθες, οι τσίγκοι και ο ασβέστης.

Χρόνια μετά, ανάμεσα σε τόσες άλλες κατηγορίες, ο Καραμανλής αντιμετώπισε και την κατηγορία ότι ο θεσμός τής αντιπαροχής εξαφάνισε το λαϊκό χρώμα από την πρωτεύουσα και την γέμισε με ψυχρά και αντιαισθητικά τσιμεντένια κλουβιά. Η αλήθεια είναι ότι σ' εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια είναι πολλοί εκείνοι που εγκαταλείπουν τα χωριά και τα χωράφια τους κι έρχονται στην Αθήνα ψάχνοντας μια δουλειά για να επιβιώσουν. Από την μια, είναι η φτώχεια μιας ρημαγμένης από την κατοχή και τον εμφύλιο επαρχίας, καθώς τα κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ καταλήγουν στις τσέπες ολίγων (υπολογίζεται ότι το 94% των χρημάτων τής περίφημης "αμερικανικής βοήθειας" φαγώθηκε από μια χούφτα λαμόγια και μόνο το 6% διατέθηκε για να ξαναστηθεί η χώρα στα πόδια της). Από την άλλη, είναι το κυνηγητό που έχει εξαπολυθεί σ' όλη την χώρα, τόσο από το κράτος όσο και από το παρακράτος, κατά των κομμουνιστών αλλά και κατά των "συμπαθούντων". Προκειμένου να αμυνθεί στην κατηγορία, ο Καραμανλής υποστηρίζει ότι η αντιπαροχή ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί στέγη για όλον αυτό τον κόσμο που μαζευόταν στην πρωτεύουσα, παραβλέποντας την ρίζα τού προβλήματος, δηλαδή τα αίτια της ραγδαία αυξανόμενης αστυφιλίας.

Ασύρματος (Ατταλιώτικα), 1961. Η "γραφικωτέρα αθλιότης" της περιοχής ενέπνευσε τον Αλέκο Αλεξανδράκη
να γυρίσει εκεί την δεύτερη και τελευταία ταινία του ως σκηνοθέτης, την "Συνοικία, το όνειρο".

Όμως, ενώ οι μπουλντόζες κάνουν θραύση παντού, υπάρχουν κάποιοι που αρνούνται να δώσουν τα σπίτια τους για πολυκατοικίες. Η "ζημιά" που κάνουν όλοι αυτοί οι ξεροκέφαλοι είναι μεγάλη, επειδή μια πολυκατοικία χτίζεται συνήθως σε χώρο που καταλαμβάνουν δυο, τρεις, ενίοτε δε και περισσότερες μονοκατοικίες, οπότε η άρνηση ενός ιδιοκτήτη δημιουργεί πρόβλημα στους γείτονες. Και τέτοιοι ξεροκέφαλοι υπάρχουν πολλοί, ειδικά στην "άλλη Αθήνα", δηλαδή στις περιοχές όπου μένει η εργατιά και η φτωχολογιά: Αιγάλεω, Ασύρματος, Γκάζι, Δραπετσώνα, Καισαριανή, Καλλιθέα, Κερατσίνι, Κολωνός, Κορυδαλλός, Λιόσια, Μενίδι, Μεταξουργείο, Μοσχάτο, Μπραχάμι, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Πέραμα, Περιστέρι, Πετρούπολη, Ρέντης, Σούρμενα, Ταύρος, Ψυρρή...

Σε μερικές απ' αυτές τις περιοχές υπάρχει συμπαγής πληθυσμός προσφυγικής καταγωγής, ο οποίος, σχεδόν στο σύνολό του, πρόσκειται στην ΕΔΑ (Ασύρματος, Δουργούτι, Δραπετσώνα, Ταύρος, Χαροκόπου κλπ). Εκεί παρεμβαίνει το κράτος, με πρόσχημα την παροχή στέγης αλλά με βασικό στόχο να διαλύσει αυτές τις συμπαγείς πληθυσμιακές ενότητες. Το κρατικό πλάνο είναι απλό: κατεδάφιση των προσφυγικών οικίσκων και μεταστέγαση των κατοίκων με ταυτόχρονο διασκορπισμό τους:
Οι πρώτες φαμίλιες πήραν διαμερίσματα σε λαϊκές πολυκατοικίες στον Ταύρο. Εμείς ήμασταν πιό τυχεροί, μας έπεσε οικόπεδο στην Άνω Νέα Σμύρνη (...) Ο συνοικισμός μας σαν ένα τεράστιο δέντρο, μέρα με την μέρα χάνει τα κλαριά του (...) οι γείτονες χάνονται, οι φίλοι χάνονται, τα παιδιά αραιώνουν, το βουητό αργοσκεπάζει τη θλίψη (...) Πέρασαν χρόνια από τότε. Οπου και να πάω ο συνοικισμός μ’ ακολουθεί (...) Διαμόρφωσε την συνείδησή μου, τη σκέψη μου, την ταξική μου έκφραση και θωριά, γιατί ήταν το ίδιο το είναι μου, η ίδια η ψυχή μου. (*).

Δραπετσώνα, 1960.
Εκεί που βρήκε τον διάβολό του το κράτος ήταν η Δραπετσώνα, όπου, ενωμένοι σαν μια γροθιά, οι κάτοικοι αρνούνται να εγκαταλείψουν τα χαμόσπιτά τους. Το 1960, η κυβέρνηση Καραμανλή εξαγγέλλει με τυμπανοκρουσίες το πρόγραμμα "εξυγίανσης και αποκατάστασης προσφύγων" της περιοχής, το οποίο περιλαμβάνει μεταστέγαση των κατοίκων και ανέγερση πολυκατοικιών στην θέση των παραγκόσπιτων. Σχεδόν αμέσως, οι κάτοικοι βγαίνουν στους δρόμους, με το σύνθημα "επί τόπου αυτοστέγαση για όλους". Κατά βάση, δηλαδή, δεν διαφωνούν με το γκρέμισμα των σπιτιών τους και το χτίσιμο πολυκατοικιών αλλά απαιτούν να παραμείνουν ο καθένας εκεί όπου μένει. Όμως, αυτή η απαίτησή τους σήμαινε ότι θα έμεναν αλώβητες η χωρική κατανομή τους και η κοινωνική συνοχή τους, δηλαδή αυτά ακριβώς τα στοιχεία που ήθελε να διαλύσει η κυβέρνηση.

Οι κινητοποιήσεις γίνονται όλο και πιο μαζικές, όλο και πιο δυνατές. Ο τύπος κάνει πλέον λόγο για τον "πόλεμο της παράγκας". Οι συμπλοκές των κατοίκων με τους αστυνομικούς, που προσπαθούν να προστατέψουν και να διευκολύνουν τους εργολάβους στην υλοποίηση του προγράμματος είναι συχνές και βίαιες. Αποκορύφωμα αυτών των συγκρούσεων ήταν η εισβολή χιλίων αστυνομικών στις 14 Νοεμβρίου 1960, προκειμένου να διώξουν τους κατοίκους με την βία ώστε να προχωρήσουν οι κατεδαφίσεις (**). Τα γεγονότα καλύπτει για λογαριασμό της "Αυγής" ένας εικοσιοχτάχρονος δημοσιογράφος, ο Γιάννης Θεοδωράκης.

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης συναντιέται με τον αδελφό του, τον Μίκη. Φυσικά, η Δραπετσώνα γίνεται το κύριο θέμα τής κουβέντας τους. Ξαφνικά, ο Γιάννης καρφώνει τον Μίκη με το βλέμμα. "Αν έγραφες ένα τραγούδι για την Δραπετσώνα...". Ο Μίκης ζωήρεψε. "Θα το κάνω".

Κάποια από τις επόμενες μέρες, ο Μίκης οδηγεί στην Πατησίων, πηγαίνοντας στην Κολούμπια, στην Ριζούπολη. Πήχτρα ο δρόμος αλλά ο Μίκης στριφογυρίζει στο μυαλό του την ιδέα μιας μελωδίας για την Δραπετσώνα. Με το που φτάνει έξω από το θέατρο Καλουτά, του έρχεται η επιφοίτηση. Έτσι όπως βρίσκεται στην μέση του δρόμου, καρφώνει το φρένο και βγάζει από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα του για να γράψει το μοτίβο που τού 'ρθε στο μυαλό πριν το ξεχάσει. Πού να προλάβει να σταματήσει ο φουκαράς που ερχόταν από πίσω; Γκαπ! Απτόητος ο Μίκης συνεχίζει το γράψιμο. Έξαλλος ο από πίσω, βγαίνει βλαστημώντας από τ' αμάξι του για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Μίκης στην κοσμάρα του. Ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει.

Το ίδιο βράδυ, τηλεφωνεί στον φίλο του, τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. "Τάσο, έγραψα ένα κομμάτι για την Δραπετσώνα και θέλω να τ' ακούσεις για να βάλεις τους στίχους"  - "Να τ' ακούσω. Πότε;" - "Τώρα". Κι έτσι, όπως μιλάνε στο τηλέφωνο, αρχίζει να του τραγουδάει την μελωδία. Ο Λειβαδίτης εκστασιάζεται. "Ξαναπέστο". Το ξαναλέει. "Άστο". Την άλλη μέρα, ο Λειβαδίτης είχε έτοιμους τους στίχους και ήταν η σειρά τού Μίκη να εκστασιαστεί. Δυο μέρες αργότερα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα έμπαινε στο στούντιο για να ηχογραφήσει την "Δραπετσώνα", με συνοδεία τον Μανώλη Χιώτη, που θα έκανε δεύτερη φωνή και θα έπαιζε μπουζούκι:
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός,
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός.
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά,
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το `δερνε ο αγέρας κι η βροχή,
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά,
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά,
κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός,
κάθε παράθυρό του κι ουρανός.

Κι όταν ερχόταν η βραδιά,
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά.
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας,
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε, αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.
Μανώλης Χιώτης, Μίκης Θεοδωράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Το τραγούδι βγήκε σε σαρανταπεντάρι, ως φλιπσάιντ ενός άλλου μεγάλου τραγουδιού σε στίχους Λειβαδίτη, του πασίγνωστου "Μάνα μου και Παναγιά" (από την ταινία "Ο Γολγοθάς μια αθώας"). Λόγω του Χιώτη, το δισκάκι ξαναγράφεται αμέσως, με την Μαίρη Λίντα στην ερμηνεία (***). Και τα δυο τραγούδια εντάχθηκαν στον κύκλο τραγουδιών τού Μίκη Θεοδωράκη "Πολιτεία".

Επίλογος. Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν κατάφερε να κάμψει το φρόνημα των κατοίκων της Δραπετσώνας, οι οποίοι συνέχισαν για χρόνια την αντίστασή τους. Την ολοκληρωτική κατεδάφιση του συνοικισμού και τον διασκορπισμό των κατοίκων του θα τον κατάφερνε τελικά η χούντα, με την βοήθεια του στρατού. Οι τελευταίες παράγκες γκρεμίστηκαν το 1970. Ο Μίκης θα επισκεπτόταν την περιοχή το 2001, μαζί τον υπουργό ΠεΧωΔε Κώστα Λαλιώτη και τον πασόκο δήμαρχο Κώστα Χρονόπουλο, εκθειάζοντας την "Νέα" Δραπετσώνα και δικαιώνοντας όλους εμάς για τους οποίους ο Μίκης έπαψε να υπάρχει κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980...


-----------------------------------------
(*) Βασίλης Λιόγκαρης, "Συνοικισμός Χαροκόπου", Σύγχρονη Εποχή, 1998
(**) Δείτε στο http://mlp-blo-g-spot.blogspot.gr/2013/11/MaxhParagkas.html φωτογραφικό υλικό και περισσότερα ιστορικά στοιχεία.
(***) Το 45άρι με τον Μπιθικώτση έχει κωδικό "His Master's Voice - 2792" κι εκείνο με την Λίντα "His Master's Voice - 2793".

11 Απριλίου 2017

Έξι χρόνια χωρίς το κόκκινο μαντήλι

Ήταν μια μέρα σαν ετούτες που διανύουμε τώρα, πριν έξι χρόνια. 17 Απρίλη 2011. Κυριακή των Βαΐων. Στις παρέες συζητούσαμε ακόμα για τον Μανώλη Ρασούλη, που μας είχε αφήσει έναν μήνα νωρίτερα, όταν ήρθε το καινούργιο, χειρότερο χαμπέρι, πάλι από την Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος Παπάζογλου είχε φύγει στα 63 του χρόνια για να συναντήσει τον φίλο και συνεργάτη του.

Εκείνη την ημέρα, ο Παπάζογλου πέθανε τυπικά, για ληξιαρχικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι ουσιαστικά είχε πεθάνει δυο χρόνια νωρίτερα, στις 9 Μαΐου 2009, όταν οικονομικά προβλήματα τον ανάγκασαν να κλείσει το "Αγροτικόν", το στούντιο που είχε φτιάξει ο ίδιος. Ο ίδιος έκανε και τις παραγωγές, βάζοντας στα βινύλια την ένδειξη "Παραγωγή: Στρογγυλοί δίσκοι" και σήμα ένα... κουλούρι Θεσσαλονίκης. Πριν το κλείσει, πρότεινε στην πολιτεία να της το χαρίσει και να το λειτουργήσει εκείνη ως μουσικό σχολείο και ως χώρο εκπαίδευσης νέων μουσικών. Η προσφορά του απορρίφθηκε και ο Νίκος αναγκάστηκε να πετάξει τα πάντα στην ανακύκλωση. Δεν θα συνερχόταν ποτέ απ' αυτή την στενοχώρια. Λίγο καιρό αργότερα διαγνώστηκε ο καρκίνος...

Olympians, 1967: Ο τραγουδιστής τού συγκροτήματος Πασχάλης Αρβανιτίδης υπηρετεί την θητεία του
στο ναυτικό και τον αναπληρώνει για έναν ολόκληρο χρόνο ο 19χρονος Νίκος Παπάζογλου.

Ας γυρίσουμε λίγο πίσω τον χρόνο. Το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος συλλαμβάνει την ιδέα να φτιάξει έναν δίσκο-αχταρμά, με πολλά ετερόκλητα στοιχεία. Ο Νιόνιος θέλει έναν δίσκο που θα εκφράζει το ιδεολογικό και πολιτιστικό κιτς τής εποχής, γι' αυτό και του δίνει τον τίτλο "Η εκδίκηση της γυφτιάς". Για να τον φτιάξει, μαζεύει τον λυρικό και εστέτ Νίκο Ξυδάκη, τον θεότρελλο Μανώλη Ρασούλη, τον αυτοδίδακτο μπουζουκτσή Νίκο Παππά (με το παρατσούκλι "Κακούργος"!), τον δικηγόρο Τάκη Σιμωτά, ο οποίος γράφει στίχους (δικό του το "Ραγίζει απόψε η καρδιά..."), τον πολύ καλό μπουζουκτσή Δημήτρη Κοντογιάννη, που έχει και καλή λαϊκή φωνή και κάμποσους άλλους ακόμη. Ανάμεσα στους άλλους είναι κι ένας τριαντάρης σαλονικιός, που έχει από χρόνια γοητεύσει τον Σαββόπουλο με την φωνή του, ως μέλος των "Μακεδονομάχων": ο Νίκος Παπάζογλου.

Όταν βλέπει την σύνθεση της ομάδας ο Ρασούλης, βάζει τα γέλια κι αρχίζει το δούλεμα του Ξυδάκη. Τόσα μπουζούκια και λαϊκές φωνές γύρω αλλά ο συνθέτης να γράφει με πιάνο; Ο Ξυδάκης πεισμώνει και κλείνεται σπίτι του όλο το βράδυ. Μέχρι να ξημερώσει, θα έχει σκαρώσει στο πιάνο την μουσική για ένα λαϊκό κομμάτι. Όταν το ακούει ο Ρασούλης, υποκλίνεται και πέφτει με τα μούτρα να γράψει τους στίχους. Έτσι γεννήθηκε η "Τρελλή κι αδέσποτη", το τραγούδι που ανοίγει την "Εκδίκηση της γυφτιάς". Σαββόπουλος και Ρασούλης συμφωνούν να το τραγουδήσει ο Παπάζογλου. Είναι η πρώτη φορά που ακούγεται σε δίσκο η φωνή τού "Παπάζη".


Όταν ο Νίκος πήγαινε σχολείο, η μητέρα του του έδινε καθημερινά ένα καθαρό, λευκό μαντήλι. Το ίδιο έκαναν οι μανάδες όλων των παιδιών. Αυτό το μαντήλι έγινε αφορμή να κάνει ο Νίκος την πρώτη του "επανάσταση", όταν κάποια στιγμή αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν σε κοπάδι. Έτσι, βρήκε ένα κόκκινο μαντήλι και, όταν έφευγε από το σπίτι, αντικαθιστούσε με αυτό το λευκό τής μητέρας του. Αυτό το κόκκινο μαντήλι έμελλε να γίνει το "σήμα κατατεθέν" του ως το τέλος της ζωής του.

Στα μικράτα του, επειδή το σχολείο ήταν μακρυά κι έπρεπε να πάρει λεωφορείο, τον συνόδευε η αδελφή του. Ένα πρωινό που έβρεχε καταρρακτωδώς, ο οδηγός του λεωφορείου έχασε τον έλεγχο κι έπεσε στην στάση, σκοτώνοντας την αδελφή του. Όπως είναι λογικό, αυτό το περιστατικό σημάδεψε τον μικρό. Πολλά χρόνια αργότερα θα έγραφε ένα τραγούδι στην μνήμη της, που θα περιλαμβανόταν στο άλμπουμ του "Μέσω νεφών", το οποίο κυκλοφόρησε το 1986. Ήταν το "Φύσηξε ο Βαρδάρης" και ήταν αδύνατο να το τραγουδήσει δίχως να δακρύσει:
Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε,
ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας.
Βγήκα μια βόλτα και μπροστά της βρέθηκα.
Στάθηκα κι απόμεινα κοιτώντας.

Φλόγες ζωηρές που τρεμοπαίζουνε
τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα.
Στη στάση πέρα δώθε σπινθηρίζουνε
τα δυο της μάτια, κάρβουνα αναμμένα.

Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου,
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο
κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα
κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.
Οι θρυλικοί "Μακεδονομάχοι" της Θεσσαλονίκης. Διαλύθηκαν το 1971 με αστυνομική διαταγή. Από αριστερά:
Λεωνίδας Σταματιάδης (ντραμς), Γιάννης Καντζός, Θοδωρής Παπαντίνας (κιθάρες), Νίκος Παπάζογλου (τραγούδι).

Στις αρχές Μαΐου 1978 η Θεσσαλονίκη αρχίζει να δοκιμάζεται από έντονη σεισμική δραστηριότητα. Οι σεισμοί είναι συνεχείς και κάποιοι απ' αυτούς αρκετά ισχυροί, που φτάνουν τα 5,8 ρίχτερ. Ο κύριος σεισμός χτυπάει την πόλη στις 20 Ιουνίου, με 6,5 βαθμούς από βάθος δέκα χιλιομέτρων μόλις και είναι καταστροφικός, με 49 νεκρούς και τεράστιες ζημιές. Ο Παπάζογλου έχει γίνει ήδη χαζομπαμπάς και ανησυχεί για την κόρη του, την Αδελαΐδα. Έτσι, πείθει την γυναίκα του, την Βαρβάρα, να πάρει το μωρό και να πάει να μείνει λίγους μήνες σε κάποιους συγγενείς τους στις ΗΠΑ, ώσπου να τελειώσουν οι σεισμοί.

Με το που μπαίνει ο Αύγουστος, ο Σαββόπουλος τον καλεί να περάσει μαζί του λίγες μέρες στο Πήλιο. Ο Παπάζογλου δέχεται την πρόσκληση. Το κακό είναι ότι ο Νιόνιος έχει μεγάλη παρέα κι ανάμεσα στην παρέα βρίσκεται και μια κοπέλλα, την οποία ο Νίκος ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Το πιθανώτερο είναι πως πρόκειται για έναν ακόμη απ' αυτούς τους καλοκαιρινούς έρωτες που σβήνουν μόλις φτάσει το φθινόπωρο αλλά ο Παπάζογλου υποφέρει, καθώς δε μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την γυναίκα του και την κόρη του. Για να γλιτώσει από το καμίνι που τον καίει, αποφασίζει να φύγει. Επιστρέφει στην Θεσσαλονίκη και δίνει διέξοδο στο πάθος του με τον τρόπο που ξέρει καλά: σκαρώνει στίχους.

Εκεί, πάνω στο σβήσε-γράψε, μπαίνει στο στούντιο ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και τον κάνει τσακωτό. "Τραγούδι γράφεις;" - "Ναι" - "Δώσε μου να δω". Ο Χριστιανόπουλος ρίχνει μια ματιά και καρφώνει τον Παπάζογλου με το βλέμμα. "Αυτό δεν είναι τραγούδι, είναι ποίημα" - "Έχω και την μουσική έτοιμη, βρε Ντίνο" - "Να μου το τραγουδήσεις τότε, να τ' ακούσω". Καθώς ο Παπάζογλου τραγουδάει, ο Χριστιανόπουλος παρακολουθεί με προσοχή. "Αν ξεφορτωθείς τις εύκολες ρίμες, σαν το 'έκταση-έξαψη', θα γίνει αριστούργημα", σχολιάζει μόλις ο Νίκος τελειώνει το τραγούδι.

1986: Μόλις έχει ολοκληρωθεί η ηχογράφηση του "Πότε Βούδας, πότε Κούδας". Νίκος Παπαζόγλου,
Μανώλης Ρασούλης, Πέτρος Βαγιόπουλος και Αντώνης Βαρδής (παραγωγός) ακούνε το αποτέλεσμα.

Ο Παπαζόγλου, προβληματισμένος από το σχόλιο του Χριστιανόπουλου, θα κρατήσει το τραγούδι στο συρτάρι του και θα το δουλέψει για δυο ολόκληρα χρόνια. Τελικά, το κομμάτι θα βγει στο φως μέσα από το άλμπουμ "Χαράτσι", το οποίο κυκλοφόρησε το 1984. Χαλάλι η πολύχρονη αναμονή, μιας και ο "Αύγουστος" έμελλε να γίνει η ιδανική μουσική έκφραση των ανεκπλήρωτων ερώτων:
Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό;
Με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε.
Φυλάξου για το τέλος, θα μου πεις

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος.
Λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος.
"Κουράγιο, θα περάσει", θα μου πεις.

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά,
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου, χιλιάδες φιλιά,
διαμάντια, που απλόχερα μου χάριζε;
Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε;
Από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως,
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που τό 'χει δει;

Μεσ' στο βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει, συννεφιάζει, αναδιπλώνεται.
Μα, σαν πέφτει η νύχτα, πλημμυρίζει με φως,
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή.

10 Απριλίου 2017

Η ιστορία της "Ευδοκίας"

Το ιστολόγιο φαίνεται πως επηρεάζεται τόσο από την άνοιξη όσο κι από την ατμόσφαιρα και τις παραδόσεις που σέρνουν κοντά τους τούτες οι μέρες. Έτσι, τό 'χει συνήθειο κάθε μεγαλοβδόμαδο ν' αφήνει παράμερα την πολιτική, την οικονομία και όλα τα άλλα "σοβαρά" θέματα που μας μαυρίζουν ολοχρονίς την ψυχή και να χάνεται στους κόσμους τής ποίησης και της μουσικής, σε ιστορίες που έγιναν στίχοι, σε ποιήματα και τραγούδια που αφηγούνται ιστορίες, που έχουν πίσω τους ιστορίες... Δεν βλέπω να υπάρχει σοβαρός λόγος να χαλάσουμε εφέτος μια συνήθεια που, έτσι κι αλλιώς, μ' αρέσει.

Η σημερινή μας ιστορία εκτυλίσσεται κάπου στις αρχές τής δεκαετίας τού '70. Ο 21χρονος Γιώργος Κουτούζης από την Νέα Ερυθραία δουλεύει σε οικοδομή αλλά σήμερα έχει μια σοβαρή υποχρέωση και πρέπει να λείψει. Επειδή ξέρει ότι ο εργολάβος θα "στραβώσει" αν μείνει πίσω η δουλειά, έχει φροντίσει από την προηγούμενη μέρα να πάει σε ένα καφενείο τής περιοχής όπου συχνάζουν εργάτες σαν κι αυτόν και να βρει αντικαταστάτη. Όμως, ο αντικαταστάτης δεν πήγε στο γιαπί. Έτσι, όταν την επόμενη μέρα ο Κουτούζης γυρίζει στην δουλειά του, ο εργολάβος τον απολύει θυμωμένος. Έξω φρενών ο νεαρός ξαναπάει στο καφενείο να ζητήσει εξηγήσεις από εκείνον που τον κρέμασε και, κουβέντα στην κουβέντα, ο άλλος αποκαλεί τον Κουτούζη "αλήτη". Ο Κουτούζης θολώνει, τον βγάζει σηκωτό από το καφενείο και τον αρχίζει στα χαστούκια. Κάποιοι κινούνται εναντίον του αλλά ο γεροδεμένος Κουτούζης αρπάζει ένα μηχανάκι, το σηκώνει στον αέρα και απειλεί να το πετάξει σ' όποιον πλησιάσει.

Χρήστος Ζορμπάς, Μάνος Λοΐζος, Χρήστος Μάγκος, Αλέξης Δαμιανός, Κούλα Αγαγιώτου.

Το σκηνικό δεν θα είχε συνέχεια αν εκείνη την στιγμή δεν περνούσε από κει ο Αλέξης Δαμιανός. Ο πενηντάχρονος σκηνοθέτης, ιδρυτής τού "Πειραματικού Θεάτρου" και του θεάτρου "Πορεία", τριγυρίζει ψάχνοντας τον πρωταγωνιστή τής δεύτερης ταινίας του (έχει προηγηθεί το εξαιρετικό "Προς το πλοίο", το 1966). Ο Δαμιανός έχει καταλήξει σε πρωταγωνίστρια (η πρόωρα χαμένη κύπρια Μαρία Βασιλείου, που είδαμε αργότερα στον "Θίασο" του Αγγελόπουλου) και τώρα ψάχνει κάποιον όμορφο νεαρό, ο οποίος να μην έχει σχέση με την υποκριτική, για να του δώσει τον πρώτο ανδρικό ρόλο. Εντυπωσιάζεται από τον Κουτούζη, τον πλησιάζει και, καθώς ο νεαρός έχει μείνει χωρίς δουλειά, τον πείθει. Λίγες μέρες αργότερα, σε ένα ταβερνάκι στα παλιά σφαγεία τής Κάτω Κηφισιάς, ο Κουτούζης αρχίζει την πρώτη και τελευταία του υποκριτική δουλειά: ως λοχίας πεζικού Γιώργος Μπάσκος χορεύει ζεϊμπέκικο για τα μάτια μιας νεαρής πόρνης, της Ευδοκίας.

Στα γυρίσματα της σκηνής, ο Κουτούζης χορεύει υπό τους ήχους τής "Άτακτης" του Μάρκου Βαμβακάρη, επειδή ο Δαμιανός δεν έχει βρει ακόμη τον συνθέτη που θα γράψει μουσική για την ταινία. Η σκηνή παίρνει δυο μέρες για να ολοκληρωθεί, μιας και ο νεαρός πρωταγωνιστής δεν έχει ξαναχορέψει ζεϊμπέκικο στην ζωή του. Κάμποσες μέρες αργότερα ο ηθοποιός Χρήστος Ζορμπάς, που παίζει τον νταβατζή τής Ευδοκίας και ξέρει ότι ο Δαμιανός γυρίζει την ταινία με ψίχουλα ως προϋπολογισμό, προτείνει στον σκηνοθέτη ένα νεαρό ταλαντούχο φίλο του συνθέτη, ο οποίος θα μπορούσε να αναλάβει την δουλειά με πενταροδεκάρες. Ο Δαμιανός συμφωνεί να συναντηθεί με τον  φίλο τού Ζορμπά για να συζητήσουν. Και κάπως έτσι, τον Ιούλιο του 1971, ο Δαμιανός γνωρίζει τον 34χρονο Μάνο Λοΐζο και του αναθέτει να γράψει μουσική για την "Ευδοκία".

Ο Λοΐζος έχει ξαναγράψει μουσική για ταινία ("Η νεράιδα και το παλληκάρι", "Λεβεντόπαιδο" κλπ) αλλά τώρα προσπαθεί να γράψει ένα ζεϊμπέκικο που να "κουμπώνει" σ' εκείνη την σκηνή, η οποία είχε γυριστεί με βάση το κομμάτι τού Μάρκου. Από την πρώτη στιγμή, του καρφώνεται στο μυαλό η ιδέα να χρησιμοποιήσει έναν παλιό τζουρά, τον οποίο είχε χαρίσει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο ο Γιώργος Μουφλουζέλης (*). Ο Λοΐζος σκέφτηκε τον τζουρά τού Μουφλουζέλη επειδή του άρεσε ο ήχος που έβγαζε στα χέρια του παλιού ρεμπέτη αλλά το όργανο ήταν σε άθλια κατάσταση. Αποκορύφωμα αυτής της αθλιότητας ήταν ότι τα κλειδιά τού καράουλου είχαν σπάσει και ο Μουφλουζέλης τα είχε αντικαταστήσει με... δεκάρες.

Ο Λοΐζος ολοκληρώνει την δουλειά του και αναθέτει την εκτέλεσή της στον -23χρονο τότε- Θανάση Πολυκανδριώτη. Ο Πολυκανδριώτης πιάνει το μπουζούκι του αλλά ο Μάνος τον διακόπτει και του δίνει τον τζουρά τού Μουφλουζέλη. "Μ' αυτό θα παίξεις". Ο Πολυκανδριώτης βλέπει τις δεκάρες στο καράουλο και μένει άφωνος. "Μ' αυτό;", απορεί. "Μ' αυτό", επιμένει ο Μάνος.

Τί να κάνει κι ο Θανάσης; Παίρνει τον τζουρά, τον κουρδίζει κι αρχίζει. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη πεννιά... στην δέκατη ξεκουρδίζεται ο τζουράς. Παύση. Κούρδισμα. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη πεννιά... πού να κρατήσουν οι δεκάρες;... ξαναξεκουρδίζεται ο τζουράς... ξανά παύση... ξανά κούρδισμα... ξανά τα ίδια. "Δεν γίνεται μ' αυτό, ρε Μάνο", ξεσπάει απογοητευμένος ο Πολυκανδριώτης. "Είπαμε, μ' αυτό θα παίξεις", επιμένει απτόητος ο Λοΐζος, "φτιάχτο". Ο Θανάσης δεν επέμεινε πολύ. Είχε το μουσικό αφτί που χρειαζόταν για να καταλάβει ότι ο ήχος αυτού του τζουρά είχε μια οξύτητα και συνάμα μια γλυκύτητα που δύσκολα θα έβγαινε από άλλο όργανο. Έτσι, λοιπόν, πάλεψε, χτυπήθηκε, βασανίστηκε αλλά τα κατάφερε. Βέβαια, βόηθησε και το τετρακάναλο στην ηχογράφηση: έπαιζε ο Θανάσης ένα μοτίβο, σταματούσε, κούρδιζε, ξανάπαιζε, ξανακούρδιζε και στο τέλος έγινε το απαραίτητο μοντάζ για να βγει το κομμάτι κανονικό.

Σαν τέλειωσε αυτή η επεισοδιακή ηχογράφηση, παίρνει ο Λοΐζος το κομμάτι και το πάει στον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο να του βάλει στίχους. Ο Παπαδόπουλος ακούει την ζεϊμπεκιά και από τις πρώτες κιόλας νότες, τρελαίνεται. Όταν τελειώνει το κομμάτι, γυρίζει και κοιτάει τον Λοΐζο με απορία. "Τί στίχους να βάλω σ' αυτό το πράγμα, ρε Μάνο;" ρωτάει αυθόρμητα. "Αυτό το πράγμα δεν παίρνει λόγια, δεν υπάρχουν στίχοι να το υποστηρίξουν". Ο Λοΐζος πείστηκε κι αποφάσισε ν' αφήσει το κομμάτι δίχως στίχους, ορχηστρικό. Το μόνο ορχηστρικό κομμάτι που έγραψε ποτέ ο Μάνος.

Κάπως έτσι γεννήθηκε το πιο διάσημο ζεϊμπέκικο στην ιστορία τής ελληνικής μουσικής. Ο Γιώργος Κουτούζης έμελλε να το ακούσει στην πρεμιέρα τής ταινίας και ανατρίχιασε. "Αν ήταν από την αρχή στα γυρίσματα, το ζεϊμπέκικο που χόρεψα θα ήταν διαφορετικό", υποστηρίζει. "Ένιωσα ότι έδωσα λίγα", συμπληρώνει με συγκίνηση.


Αθήνα, 1962 (;): Δεξιά ο Μάνος Λοΐζος, αριστερά ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Επίλογος. Μετά την προβολή τής ταινίας, ο Αλέξης Δαμιανός συνελήφθη από την χούντα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών για "προσβολή των αξιών τού ελληνικού στρατού". Θα περνούσαν είκοσι χρόνια ώσπου να αξιωθεί να γυρίσει την τρίτη και τελευταία ταινία του, τον "Ηνίοχο". Έφυγε από την ζωή το 2006, σε ηλικία 85 ετών. Νωρίτερα είχαν φύγει και ο Μάνος Λοΐζος το 1982 από εγκεφαλικό αλλά και η Μαρία Βασιλείου το 1989 από καρκίνο. Ο Γιώργος Κουτούζης συνέχισε την ζωή του ως ναυτικός και ως εργάτης στην ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη τού Περάματος και σήμερα, στα 67 πια, είναι συνταξιούχος.


-------------------------------------------------------
(*) Η εκδοχή που διηγούμαστε εδώ είναι η επικρατέστερη και, μάλλον, η σωστή. Σύμφωνα με τον Λάκη Παπαστάθη, βοηθό και στενό φίλο του Δαμιανού, στις πρώτες δοκιμές έπαιζε τζουρά ο ίδιος ο Γιώργος Μουφλουζέλης και σε δικό του αυτοσχεδιασμό οφείλεται το "πέταγμα" που κάνει η μουσική στο δεύτερο μέρος τού κομματιού. Ο Νίκος Νικολόπουλος θυμάται ότι οι πρώτες εκτελέσεις έγιναν με το μπουζούκι τού Πολυκανδριώτη και μετά έφερε ο Λοϊζος τον τζουρά από τον Παπαδόπουλο, επιμένει δε ότι στην ταινία ακούγεται ο Πολυκανδριώτης να παίζει μπουζούκι και τον τζουρά τον παίζει ο ίδιος ο Νικολόπουλος. Προφανώς, ο Νικολόπουλος έχει μπερδέψει τις ηχογραφήσεις: αυτός παίζει τζουρά (όχι όμως του Μουφλουζέλη) στην δεύτερη ηχογράφηση του κομματιού, έναν χρόνο αργότερα, στον δίσκο "Νά 'χαμε τι νά 'χαμε".

--------------------------------------------------
 
ΥΠΟΜΝΗΜΑ - 5/5/2017

Στην αρχική δημοσίευση του παραπάνω κειμένου, στην λεζάντα της πρώτης φωτογραφίας υπήρχε η ένδειξη "Άγνωστος" αντί για το όνομα του κινηματογραφιστή Χρήστου Μάγκου. Δυστυχώς, μου ήταν αδύνατο να αναγνωρίσω έναν, έτσι κι αλλιώς, εξαιρετικά χαμηλών τόνων υπηρέτη της τέχνης. Την "αδικία" διόρθωσε με επιστολή του ο αναγνώστης του ιστολογίου Sotos V. Kyros, τον οποίο ευχαριστώ και δημοσίως.

Ας προσθέσω με την ευκαιρία ότι, σύμφωνα πάντα με τον παραπάνω αναγνώστη, "Ο *Άγνωστος = Χρήστος Μάγκος*, για την ιστορία ήταν (στη πραγματικότητα) ένας από συντελεστές της παρέας που δραματοποιήθηκε στον κινηματογράφο με τον τίτλο Λούφα & Παραλλαγή".