To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

21 Ιανουαρίου 2016

Τράπεζα της Ελλάδος - 1. Η ίδρυση

Πριν λίγες μέρες, με σχόλιό του στο σημείωμα του ιστολογίου για το σκάνδαλο "Ακρόπολις", κάποιος αναγνώστης ρώτησε αν υπάρχει και κάποιο κείμενο για την Τράπεζα της Ελλάδος. Με μια αναζήτηση στο Google, θα φανεί ότι εδώ έχουμε ασχοληθεί ουκ ολίγες φορές με την ΤτΕ, από την εποχή τού αλήστου μνήμης Γκαργκάνα μέχρι σήμερα, σχεδόν οποτεδήποτε μιλάγαμε για κάποιο σκάνδαλο. Τί να πρωτοθυμηθώ; Το διαβόητο Τ+3 του χρηματιστηρίου, που έγινε Τ+10 σε μια νύχτα; Τον Λαυρεντιάδη και την Proton; Τα πάρε-δώσε του Σάλλα με τον Προβόπουλο; Όρεξη να υπάρχει και από τέτοια, όσα θέλετε. Επειδή, όμως, όλα αυτά είναι αποσπασματικά, σήμερα λέω να βουτήξω στα βαθιά και να ξεκινήσω μια μικρή σειρά κειμένων για την ΤτΕ, με στοιχεία και λεπτομέρειες που δεν είναι ούτε ευρέως γνωστά ούτε εύκολο να βρεθούν κάπου συγκεντρωμένα. Το τί θα βγει, θα φανεί στο τέλος.

Το ΦΕΚ Α/298/7-12-1927, με το οποίο ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος.

Από το 1897, στα οικονομικά τής χώρας κάνει κουμάντο ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, ο οποίος επιβλήθηκε ως απόρροια του "δυστυχώς, επτωχεύσαμεν" του 1893 και του "ατυχούς" ελληνοτουρκικού πολέμου εκείνης της χρονιάς. Ο έλεγχος αυτός ασκείται από μια Διεθνή Οικονομική Επιτροπή (μια τρόικα της εποχής, σαν να λέμε), η οποία εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα από το 1897 μέχρι το 1978, ήτοι επί 81 συναπτά έτη και φροντίζει να πληρώνουμε τα χρέη μας. Για να το εξασφαλίσει αυτό, ο ΔΟΕ παρακρατεί τα έσοδα του κράτους από το μονοπώλιο διαφόρων ειδών (σπίρτα, αλάτι, τσιγαρόχαρτα, πετρέλαιο, σμύριδα και τράπουλες διακινούνταν αποκλειστικά από το κρατικό μονοπώλιο μέχρι την μεταπολίτευση), από το χαρτόσημο ως κινητό επίσημα (αυτό που κολλάγαμε κάποτε σαν γραμματόσημο στα διάφορα έγγραφα), από τον φόρο καπνού, από τα τέλη τού λιμανιού του Πειραιά κλπ.

Όταν το 1927 η Ελλάδα χρειάστηκε χρήματα (τί πρωτότυπο!), ο ΔΟΕ κανόνισε να βγούμε στις αγορές για ένα δάνειο γύρω στα εννέα εκατομμύρια στερλίνες, με την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών. Απαραίτητη προϋπόθεση (προαπαιτούμενο, σαν να λέμε) ήταν να υπογράψουμε το Πρωτόκολλο της Γενεύης (ένα μνημόνιο της εποχής), το οποίο κυρώθηκε από την ελληνική βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Ήταν ο Ν.3423/1927, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α/298/7-12-1927.

Το δάνειο είχε την επίσημη ονομασία "Σταθεροποιητικό και Προσφυγικό Δάνειο", επειδή το πού θα πήγαιναν τα εννιά εκατομμύρια είχε ήδη αποφασιστεί. Το ένα τρίτο θα το έπαιρναν οι δανειστές. Άλλο ένα τρίτο θα πήγαινε στην ενίσχυση και αποκατάσταση των προσφύγων τής μικρασιατικής καταστροφής. Τα υπόλοιπα θα χρησιμοποιούνταν για την δημιουργία μιας τράπεζας (*), της Τράπεζας της Ελλάδος, η ίδρυση της οποίας ήταν υποχρεωτική από το πρωτόκολλο και προβλεπόταν σαφώς στο παράρτημά του. Η κύρωση της ίδρυσης έγινε από την βουλή, με τον Ν.3424/1927, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ίδιο ΦΕΚ με τον προηγούμενο νόμο.

Tο δάνειο των εννιά εκατομμυρίων στερλινών ήταν ομολογιακό, είχε διάρκεια 40 χρόνια, επιτόκιο 6% (**) και εκδόθηκε στο 91% της ονομαστικής του αξίας. Ποιοί ήσαν οι επενδυτές που έσπευσαν; Σύμφωνα με την έκθεση  του συμβουλίου ξένων ομολογιούχων του Λονδίνου, οι ομολογίες αναλήφθηκαν (α) από τους επενδυτικούς οίκους Hambro's Bank και Erlanger, μέσω των χρηματιστηρίων Λονδίνου, Στοκχόλμης και Μιλάνου κατά 4.070.960 στερλίνες, (β) από τον οίκο Speyer and Co και την νεοϋρκέζικη National City Co (κατοπινή Citibank), μέσω των χρηματιστηρίων Νέας Υόρκης και Ζυρίχης κατά 17.000.000 δολλάρια (Wall Street Journal της 31/1/1928) ή 3.400.000 στερλίνες (ισοτιμία 5 προς 1) και (γ) τα υπόλοιπα από διαφόρους επενδυτές.

Παρένθεση. Η Hambro's Bank της Δανίας είναι παλιά γνώριμη αυτού του τόπου, αφού δάνειζε την Ελλάδα από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πριν καλά-καλά υπάρξει επίσημα ως Ελλάδα. Φαίνεται πως από τότε τό 'χαμε απωθημένο να γίνουμε "Δανία του Νότου". Κλείνει η παρένθεση.

Το στήσιμο της νέας τράπεζας ανατέθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Οι επενδυτές που αναφέραμε πρωτύτερα (όποιοι κι αν ήσαν αυτοί, τέλος πάντων), θα κατέθεταν τα κεφάλαιά τους σε ειδικό λογαριασμό του δημοσίου στην ΕτΕ. Η ΕτΕ θα κάλυπτε 100% το κεφάλαιο της ΤτΕ, βγάζοντας σε δημόσια εγγραφή (για την ακρίβεια, σε τρεις ισόποσες δόσεις) τις μετοχές. Μ' αυτόν τον τρόπο, η νέα τράπεζα θα έμπαινε στο χρηματιστήριο πριν καλά-καλά σταθεί στα πόδια της.

Έτσι κι έγινε. Στις 15 Μαΐου 1928, η Τράπεζα της Ελλάδος άρχισε να λειτουργεί και στις 12 Ιουνίου 1930 μπήκε στο χρηματιστήριο. Ποιοί ήσαν αυτοί που αγόρασαν τότε τις μετοχές της; Ούτε αυτούς τους μάθαμε ποτέ!

"Ηγγυημένον εις χρυσόν δάνειον σταθεροποιήσεως και προσφυγικόν" - Ομολογία χιλίων δολλαρίων (***)

Θα κλείσουμε για σήμερα επισημαίνοντας μια κρίσιμη λεπτομέρεια, επειδή δεν ξέρω πόσοι μπήκατε στον κόπο να ακολουθήσετε τον διασύνδεσμο που σας έδωσα και να διαβάσετε τον Ν.3424/1927. Είπαμε πρωτύτερα ότι το ελληνικό κράτος δανείστηκε εννιά εκατομμύρια στερλίνες, με την υποχρέωση να διαθέσει τα τρία για την ίδρυση της ΤτΕ. Βάσει του Πρωτοκόλλου της Γενεύης (και του νόμου), το κράτος ήταν υποχρεωμένο να καταθέσει αυτό το ποσό στην ΤτΕ σε χρυσό! Δηλαδή: δανειστήκαμε ως κράτος χαρτονομίσματα (στερλίνες και δολλάρια) και δώσαμε στην τράπεζα χρυσάφι, σε μια εποχή που οι αγορές κατρακυλούσαν σε όλον τον κόσμο (μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή του "μεγάλου κραχ") και η αξία των αποθεματικών πολύτιμων μετάλλων (όπως ο χρυσός και ο άργυρος) ανέβαινε καθημερινά.



-----------------------------------------------
(*) Τότε παίρναμε δανεικά για να φτιάξουμε τράπεζες. Σήμερα παίρνουμε δανεικά για να τις βοηθήσουμε να μη πέσουν έξω. Μικρές οι διαφορές, πολύ περισσότερες οι ομοιότητες.

(**) Την ίδια εποχή πήραμε από τις ΗΠΑ άλλο δάνειο, ύψους 12.167.000 δολλαρίων (ισότιμο προς 2.433.400 στερλίνες), εικοσαετούς διάρκειας, με επιτόκιο μόλις 4%.

(***) Για όποιον ενδιαφέρεται, η εικονιζόμενη ομολογία πωλείται στο διαδίκτυο αντί 295 ευρώ. Η υψηλής ποιότητος εκτύπωση έγινε στην Μεγάλη Βρεττανία από τον διάσημο οίκο "Bradbury, Wilkinson and Company", ο οποίος τύπωνε και τα ελληνικά χαρτονομίσματα. Προφανώς, ο ΔΟΕ θεώρησε πως το Εθνικό Τυπογραφείο και το Εκδοτήριο της Εθνικής Τράπεζας δεν ήσαν ικανά να κάνουν αυτή την δουλειά. Προσέξτε το τεράστιο υδατογράφημα-κράχτη με το υψηλό επιτόκιο 6% στο κέντρο της.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Για περισσοτερς λεπτομερειες το βιβλιο το ξενο κεφαλαιο στην Ελλαδα ,του αειμνηστου ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ περιγραφει τα μαρτυρια των ελληνων ,αλλα και τα σημερινα με αυτα που θα δουμε στο μελλον. Σημερα μαλιστα που η συζητηση για την ελαφρυνση του χρεους εχει αρχισει τονεο χοντρο δουλεμα σαν αυτο που φουμαρανε ο τοκογλυφοι τον σαμαρα ,ειναι χρησιμη η αναγνωση του ανωτερω βιβλιου.Ελαφρυνση κστ αυτους σημαινει αεναο χρεος.

Ανώνυμος είπε...

Η τράπεζα των ΕΛ και τα παραμύθια της χαλιμάς πως τάχα μου ανήκει στα ξένα συμφέροντα

http://mitarola.blogspot.gr/2013/05/blog-post_23.html

Αγγελος είπε...

Μια παρατήρηση: την εποχή εκείνη, η στερλίνα είχε επανέλθει στην προπολεμική χρυσή της ισοτιμία, την οποία διατήρησε με νύχια και με δόντια (και με ζημιά για την πραγματική οικονομία της Αγγλίας) ως το 1931, το δε δολάριο δεν την είχε εγκαταλείψει ποτέ (πρωτοϋποτιμηθηκε το 1934). Συνεπώς, δεν ήταν επιζήμιο το να δανειστεί κανείς σε λίρες και δολάρια, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σε χρυσό.