To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

28 Οκτωβρίου 2015

"Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο"

[Αντί για επετειακό κείμενο, καλύτερα να δώσουμε σήμερα τον λόγο στον Νικηφόρο Βρεττάκο. Το ποίημά του "Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο" λένε πως πρέπει να διαβάζεται μαζί με το "Μάνα και γυιος" (και τα δυο γραμμένα το 1940, κατά την διάρκεια του πολέμου) και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μ' αυτή την άποψη. Ο στρατιώτης που μουρμουρίζει, δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον ποιητή, ο οποίος πολέμησε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, υπηρετώντας στο σύνταγμα που διοικούσε ο Κωνσταντίνος Δαβάκης.]




Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ τ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου,
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα,
κομμένα θαρρείς απ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ αμπριά.
Εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο,
τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας,
όλα τα σύνορα μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
 που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ το θάνατο.


Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι.
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.

Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου,
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

 Νικηφόρος Βρεττάκος

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Να σαι καλα φιλε. Αυτο το ποίημα μου ανέθεσαν να απαγγειλω στο γυμνάσιο.