To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

1 Νοεμβρίου 2013

Λαυρεωτικά - 3. Επικίνδυνοι κλυδωνισμοί

Ο Σερπιέρι με τον Ρου δεν ήταν δυνατόν να συμβιβαστούν με την μείωση που θα επέφερε στα κέρδη τους ο νέος νόμος. Με έντονο γραπτό τους διάβημα προς το υπουργείο οικονομικών, ισχυρίστηκαν ότι, εφ' όσον η σύμβαση που είχαν υπογράψει με το δημόσιο δεν ανέφερε σαφώς την απαγόρευση εκμετάλλευσης των εκβολάδων, είχαν δικαίωμα εκμετάλλευσης όλων των γαιών, είτε αυτές ήσαν εξορυσσόμενες είτε επιφανειακές. Βεβαίως, ο καινούργιος Νόμος Υ' ρύθμιζε το ζήτημα αλλά η εταιρεία υποστήριζε ότι δεν ήταν δυνατόν να έχει οποιοσδήποτε νόμος αναδρομική ισχύ.

Ο Κουμουνδούρος καταλάβαινε ότι το παιχνίδι θα χόντραινε αλλά, καθώς πιεζόταν έντονα από τον Δεληγεώργη, αποφάσισε να τηρήσει σκληρή στάση και απάντησε ότι η εταιρεία μπορεί να προσφύγει στην δικαιοσύνη, αν θεωρεί ότι αδικείται. Ο Ρου δέχτηκε την πρόκληση αλλά έβαλε ως όρο να λυθεί η διαφωνία από δικαστήριο του εξωτερικού, με την δικαιολογία ότι τα ελληνικά δικαστήρια ποτέ δεν θα έβγαζαν απόφαση αντίθετη προς τις επιθυμίες τής ελληνικής κυβέρνησης.

Η προσβολή ήταν εξώφθαλμη και, φυσικά, ο όρος δεν έγινε αποδεκτός. Έτσι, τα δυο συνεταιράκια αποφάσισαν να τραβήξουν το σχοινί. Σε συναντήσεις τους ο μεν Σερπιέρι με τον πρέσβυ τής Ιταλίας ο δε Ρου με τον πρέσβυ τής Γαλλίας, ζήτησαν από τους διπλωμάτες να μεσολαβήσουν ώστε οι κυβερνήσεις των χωρών τους να ασκήσουν πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, απαιτώντας την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, άλλως δε την κατάπτωση της σύμβασης εις βάρος τού ελληνικού δημοσίου με την ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης ίσης προς είκοσι εκατομμύρια φράγκα.

Πράγματι, τόσο η ιταλική όσο και η γαλλική κυβέρνηση μπήκαν στον χορό και άρχισαν οι πιέσεις. Θορυβημένος ο Κουμουνδούρος πρότεινε την διακοπή τής σύμβασης με αποζημίωση έντεκα εκατομμυρίων φράγκων αντί για είκοσι αλλά η πρότασή του απερρίφθη. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος των πιέσεων, αρκεί να σημειώσουμε δυο λεπτομέρειες. Πρώτον, ο άγγλος πρέσβυς άφησε εμμέσως -πλην σαφώς- να εννοηθεί ότι το Λονδίνο ήταν διατεθειμένο να στείλει κανονιοφόρους στο λιμάνι τού Πειραιά αν οι απαιτήσεις τής εταιρείας δεν γίνονταν δεκτές. Και, δεύτερον, η Γαλλία έστειλε στην Αθήνα ως νέο πρέσβυ τον Ζυλ Φερρύ (πρώην δήμαρχο και κατοπινό πρωθυπουργό τής χώρας), προκειμένου να τονίσει το ενδιαφέρον της για την υπόθεση.

Η αδύναμη Ελλάδα δεν μπόρεσε να αντέξει και οι εξελίξεις ήρθαν καταιγιστικές. Ο Κουμουνδούρος παραιτήθηκε στις 28/10/1871 και η βουλή ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Θρασύβουλο Ζαΐμη (*). Η συγκεκριμένη επιλογή τής βουλής ήταν σαφώς αποτυχημένη, αφού ιταλοί και άγγλοι είχαν στο μάτι τον Ζαΐμη μετά την -προ μόλις 14 μηνών- σφαγή στο Δήλεσι (Ωρωπό). Ο Ζαΐμης άντεξε μέχρι τα χριστούγεννα, οπότε τον διαδέχτηκε (με την ανοχή τού Κουμουνδούρου) ο Δημήτριος Βούλγαρης (**). Εξίμιση μήνες αργότερα ήρθε η σειρά τού Βούλγαρη να παραιτηθεί και η σειρά τού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να γίνει πρωθυπουργός. Εννοείται ότι κατά την διάρκεια όλων αυτών των πολιτικών εξελίξεων, κάθε διαπραγμάτευση με την εταιρεία είχε παγώσει.

Κι ενώ η Hilarion Roux et Cie συνέχιζε την δουλειά της, εκμεταλλευόμενη την πολιτική αστάθεια, στο παιχνίδι μπήκαν και τα ανάκτορα. Ιταλοί και γάλλοι έβλεπαν ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν στην εξουσία ο άνθρωπος που ξεκίνησε όλο αυτό το πατιρντί, δηλαδή ο Δεληγεώργης, σκέφτηκαν να εμπλέξουν στην ιστορία τον Γεώργιο Α', προκειμένου να βρεθεί λύση πριν γίνει ο Δεληγεώργης πρωθυπουργός. Ο αγαθιάρης και όχι ιδιαίτερης ευφυΐας βασιλιάς θέλησε να βοηθήσει αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Από την δύσκολη θέση ήρθε να τον βγάλει, ως από μηχανής θεός, ένας πρόσφατος φίλος του: ο μεγαλέμπορος και τραπεζίτης -και αργότερα "εθνικός ευεργέτης"- Ανδρέας Συγγρός, για τον οποίο θα πούμε πολλά και ενδιαφέροντα στο επόμενο σημείωμα.


(*) Ήταν η δεύτερη φορά που ο Θρασύβουλος Ζαΐμης σχημάτιζε κυβέρνηση. Η πρώτη ήταν στις 25/1/1869 αλλά εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 9/7/1870 λόγω της περίφημης "σφαγής τού Δήλεσι", κατά την οποία οι λήσταρχοι Αρβανιτάκηδες συνέλαβαν ως ομήρους -και, τελικά, σκότωσαν- μια ομάδα άγγλων και ιταλών περιηγητών.

(**) Ήταν η πέμπτη φορά που ο Δημήτριος Βούλγαρης γινόταν πρωθυπουργός. Η έκτη -και τελευταία- ήταν με νοθεία στις εκλογές τού 1874. Η αυθαιρεσία με την οποία κυβερνούσε ο Βούλγαρης, οδήγησε τον Χαρίλαο Τρικούπη να δημοσιεύσει στις 29/6/1874, στην εφημερίδα "Καιροί", το περίφημο ιστορικό άρθρο με τίτλο "Τις πταίει;".

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σε ευχαριστω για το υπεροχο αρθρο. Πως φαινεται οι κωλοεταιρειες να ανεβοκατεβαζουν κυβερνησεις.

ATHAMUS είπε...

Τελικά είναι όντως αλήθεια.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα...

Αναφέρεις βασικές και πολύτιμες λεπτομέρειες, τις οποίες αγνοούσαμε...

Παρεμπιπτόντως οι Άγγλοι πως και ενεπλάκησαν;

Teddy είπε...

@ ATHAMUS

Η τάση των άγγλων να στέλνουν κανονιοφόρους στον Πειραιά είναι γνωστή και από τα γεγονότα τού Δεκέμβρη τού 1944 *γέλια*

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, οι άγγλοι δεν θα άφηναν με τίποτε γάλλους και ιταλούς να κάνουν μόνοι τους παιχνίδι. Επίσης, ας μη ξεχνάμε ότι οι άγγλοι είχαν "στην μπούκα" την Ελλάδα (ιδίως τον Ζαΐμη) λόγω Δήλεσι. Πάντως, η εμπλοκή τής Αγγλίας ήρθε ως συμπαράσταση στους ιταλούς και όχι στους γάλλους (με τους οποίους η χιλιετής κόντρα κρατάει ακόμη και πρόκειται να κρατήσει ως το 1908).