To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

8 Φεβρουαρίου 2013

Συγγνώμη, Μισέλ...

Η ιστορία είναι λίγο παλιά. Πρωταγωνιστής της ο -τότε- 23χρονος Μισέλ. Οι γονείς του είχαν έλθει στον τόπο μας από την Σενεγάλη στις αρχές τής δεκαετίας τού '80, προκειμένου να βρουν το "καλύτερο αύριο", το οποίο ονειρεύονται οι μετανάστες όλου του κόσμου. Εδώ γνωρίστηκαν, εδώ "τα βρήκαν", εδώ παντρεύτηκαν κι εδώ, λίγα χρόνια αργότερα, έκαναν τον Μισέλ.

Ο Μισέλ μεγάλωσε και πήγε σχολείο. Μιας κι οι γονείς του μιλούσαν διαφορετικές διαλέκτους, συνεννοούνταν μεταξύ τους με γαλλικά της κακιάς ώρας. Όμως, ο Μισέλ πήγε σε ελληνικό σχολείο. Μεγάλωσε μαθαίνοντας ελληνικά και, μάλιστα, μιλώντας τα με τον χαρακτηριστικό "παλαιοελλαδίτικο" τρόπο, στρογγυλεύοντας τα "ρο" και προσθέτοντας το "ε" στο τρίτο πρόσωπο παρατατικού των ρημάτων ("αρεσκότανε", "χτυπιότανε", "κουνιόσαντε", "πηγαίνανε", "αρπαχτήκανε" κλπ). Για την χώρα καταγωγής των γονιών του δεν είχε ιδέα (άλλωστε, ποτέ δεν την επισκέφθηκε) αλλά την ιστορία τής χώρας όπου γεννήθηκε την έπαιζε στα δάχτυλα. Ειδικά οι περσικοί πόλεμοι, με Μαραθώνες, Θερμοπύλες και Σαλαμίνες, ήταν το φόρτε του και τον συγκινούσαν.

Τί κι αν ο Μισέλ ήταν μαύρος; Όντας μονίμως γελαστός, όχι μόνο έγινε αποδεκτός από τους συμμαθητές του αλλά συνήθως αποτελούσε την ψυχή κάθε παρέας, χάρη στα καλαμπούρια του και στην...μουσική. Γιατί ο Μισέλ είχε τρέλλα με την μουσική και ήταν αδιανόητο να γίνει πάρτυ δίχως τον Μισέλ και την κιθάρα του. Κι όταν ο Μισέλ τέλειωσε το λύκειο, ήξερε ποιον δρόμο θα ακολουθούσε στην ζωή του: θα γινόταν επαγγελματίας μουσικός. Αυτό και έκανε. Με προφανή επιτυχία, μάλιστα, αφού σπάνια βρισκόταν δίχως μεροκάματο.

Κάπως έτσι, έφτασε το καλοκαίρι που ο Μισέλ θα συμπλήρωνε τα 23 χρόνια του και το γκρουπάκι όπου συμμετείχε, έκλεισε για δουλειά ένα καλοκαιρινό κλαμπ στην Νάξο. Καλή δουλίτσα, καλό μεροκάματο, ήλιος, θάλασσα, κορίτσια... Τί άλλο να ζητήσει ένας 23χρονος για να αισθάνεται ευτυχισμένος; Όλα όμορφα, λοιπόν, ώσπου ένα βράδυ, βγαίνοντας από το μαγαζί μετά την δουλειά, έπεσε σε αστυνομικό έλεγχο.

- Πέιπερς, είπε αυστηρά το γλωσσομαθές όργανο του νόμου. Ο Μισέλ έβγαλε από το πορτοφόλι του το πιστοποιητικό γέννησής του.

- Νοτ δις, ξανάπε αυστηρά το γλωσσομαθές όργανο. Γιορ καρντ.

Ο Μισέλ παρέκαμψε τα βλαχοεγγλέζικα του αστυνομικού και εξήγησε σε άπταιστα ελληνικά ότι αυτό είναι το μόνο χαρτί που έχει κι ότι δεν διαθέτει κάρτα παραμονής επειδή είναι γέννημα-θρέμμα αθηναίος. Το όργανο της τάξης έμεινε απαθές. Ο διάλογος που ακολούθησε πρέπει να αποτελεί υπόδειγμα σουρρεαλισμού:

- Αν δεν έχεις κάρτα, θα απελαθείς.
- Πού θα με στείλετε;
- Στην πατρίδα σου.
- Μα, πατρίδα μου είναι η Ελλάδα. Εδώ γεννήθηκα και ποτέ δεν έχω βγει έξω από τα σύνορά της. Και πριν έρθω στην Νάξο για δουλειά, δεν είχα βγει ούτε έξω από την Αττική.
- Δεν έχει σημασία, θα σε στείλουμε στην χώρα σου.
- Σε ποιά χώρα μου; Αφού χώρα μου είναι η Ελλάδα!
- Δεν είναι η Ελλάδα. Οι γονείς σου από πού είναι;
- Από την Σενεγάλη.
- Ε, εκεί θα σε στείλουμε.
- Μα εγώ δεν έχω πάει ποτέ στην Σενεγάλη. Αυτή είναι η χώρα των γονιών μου.
- Εκεί θα πας. Εκτός αν βγάλεις κάρτα.
- Μα δεν μπορώ να βγάλω κάρτα αφού δεν είμαι μετανάστης. Το έχω ψάξει. Εγώ δεν ήρθα απ' έξω για να μπορώ να βγάλω κάρτα, εγώ είμαι από μέσα, εδώ γεννήθηκα. Είμαι έλληνας.
- Έλληνας και μαύρος δεν γίνεται. Ξέχνα το. Φεύγεις για Σενεγάλη. Πάμε.


Δυστυχώς, δεν έμαθα ποτέ τι απόγινε ο Μισέλ. Ποιός ξέρει; Με τα μυαλά (σ.σ.: τα ποιά;) που κουμαντάρουν κάποιοι απ' ευθείας απόγονοι των πιθήκων (δίχως νοητική εξέλιξη), μπορεί να τον έστειλαν με το ζόρι σε μια χώρα που ούτε την ήξερε ούτε είχε διάθεση να πάει ποτέ, επειδή θέωρησαν ότι ανήκει σε έναν λαό που ούτε την γλώσσα του μιλάει ούτε τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ασπάζεται ούτε την κουλτούρα του γνωρίζει.

Συγγνώμη, Μισέλ...

[Το σημερινό σημείωμα είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στους χρυσαυγίτες, στους φτηνοπολιτικάντηδες, τους καφροελληναράδες τού κώλου και, γενικά, σε όλους τους υπέρμαχους της φυλετικής μας καθαρότητος ως έλληνες. Μαζί με μια παρατήρηση: όσοι απ' αυτούς έχουν επώνυμα σε -ογλου, -ανλής, -ες, -ίδης και λοιπές μη ελληνοπρεπείς καταλήξεις, ας αναρωτηθούν μήπως πρέπει να καταθέσουν την ελληνική τους ταυτότητα ως γόνοι βαρβάρων.]

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Η τελευταία σου παράγραφος με έκανε να θυμηθώ τα Εγγλέζικα λαζάνια και μπιφτέκια που απ'έξω γράφανε ότι είναι 100 τα 100 βοδινό αλλά τελικά βγήκαν 100 τα 100 άλογο (μπορεί μουλάρι η ακόμα και γαίδαρος). Τέτοιοι είναι και αυτοί οι "100 τα 100"-ογλου.

Αλλά τώρα βλέπεις έχουμε και ΝτιΕνΕη τέστ - ένα πρώτης τάξεως ελληνόμετρο. Ποιός μάγκας θα'ρθει πρώτος να μετρηθεί? Ε? χαθήκατε όλοι ε?

ΑΧΠ