To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

18 Φεβρουαρίου 2013

Παραμύθι δίχως δράκο

Την είδηση μου την μετέφερε μια πολύ καλή μου φίλη τις προάλλες, στο ταβερνάκι. Εντοπίστηκαν -λέει- κάποιοι πονηροί λεφτάδες, οι οποίοι έκλεβαν την ΔΕΗ χρησιμοποιώντας έναν μηχανισμό που έκανε τον μετρητή να γυρίζει αργά. Μ' αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να πληρώνουν πενταροδεκάρες, παρ' ότι έμεναν σε πολυτελείς βίλλες με θερμαινόμενες πισίνες κλπ.

"Και λοιπόν;" ρώτησα νηφάλια την φίλη μου.

"Τί και λοιπόν, ρε συ Θοδωρή;" αντέτεινε οργισμένα. "Αυτά τα λεφτά που κλέβανε εκείνοι, η ΔΕΗ τα φορτώνει σ' εμάς. Σου λέει, θά 'πρεπε να πληρώνουν τέσσερα χιλιάρικα λογαριασμό κι αυτοί δεν πλήρωναν ούτε χίλια".

"Δηλαδή, τώρα που τους πιάσανε και αποκαταστάθηκε η τάξη, θα φτηνύνει ο λογαριασμός σου, έτσι;" επέμεινα με το ίδιο νηφάλιο ύφος, ρουφώντας το κρασί μου.

Με κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα σκεφτική. "Ναι", είπε ζωηρά, "το πιστεύω". Ξαναστάθηκε για λίγο και συνέχισε με ζωηρή φωνή, σαν τον άνθρωπο που μιλάει δυνατά για να πείσει τον εαυτό του: "Αυτά που λείπουν από την ΔΕΗ, σ' εμάς δεν τα φορτώνουν;"

Παρέμεινα ήρεμος. Αν είχα τσιγάρο, θα το άναβα. Έτσι, για να παρατείνω την προσμονή της στην απάντησή μου.

"Για πες μου, ρε Νικούλα", ρώτησα απαθώς, "πόσοι είναι αυτοί οι λεφτάδες που μένουν σε βίλλες με θερμαινόμενη πισίνα και κλέβουν τρία χιλιάρικα τον μήνα;"

Ξανακώλωσε. "Ξέρω 'γω...εκατό".

Άφησα το ποτήρι με το κρασί και πήρα αμπάρριζα. "Χίλιοι σου λέω 'γω. Χίλιοι και κλέβανε όχι από τρία αλλά από πέντε χιλιάρικα το δίμηνο. Δηλαδή, πέντε εκατομμύρια. Οπότε, τώρα που τους πιάσανε, αυτά τα λεφτά θα κοπούν από τους λογαριασμούς των καταναλωτών, έτσι;"

"Ναι", απάντησε ζωηρά η φίλη μου, ενθουσιασμένη. "Λίγα είναι πέντε εκατομμύρια;"

"Ωραία", συνέχισα αδίστακτα. "Πέντε εκατομμύρια θα μοιραστούν σε έξι εκατομμύρια ρολόγια που διαθέτει η χώρα, ε; Παναπεί, θα δεις τον λογαριασμό σου να φτηναίνει σκάρτο ευρώ το δίμηνο. Λύθηκε το πρόβλημά σου, έτσι;"


Κάπου εδώ η συζήτηση έλαβε τέλος. Προφανώς, η φίλη μου κατάλαβε ότι το παραμύθι που της είχαν σερβίρει τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης δεν είχε δράκο. Όπως δεν έχουν δράκο τα παραμύθια στα οποία πρωταγωνιστούν κάτι επώνυμα μουσούδια, σαν τον Τσοχατζόπουλο, τον Παπακωνσταντίνου ή τον Γαβαλά. Όπως δεν έχουν δράκο και τα παραμύθια με τους λογής-λογής φοροφυγάδες, χάρη στους οποίους -και καλά!- περνάμε όσα περνάμε σήμερα.

Ξαναπήρα το ποτήρι με το κρασί στο χέρι. Κι από το ντόλμπυ σαρράουντ ακούστηκε ο Γιάννης Λεμπέσης να τραγουδάει:

"Παραμύθι δίχως δράκο,
έχει η φάβα κάποιον λάκκο..."

Δεν υπάρχουν σχόλια: