To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

17 Ιανουαρίου 2013

Τα γιαλένια

Από την μια ο Δημητράκης, γόνος πλουσίας οικογενείας αλλά υπέρ το δέον αθώος, δηλαδή ψιλοχαζούλης. Από την άλλη ο Κώστας, γυιός τσαγκάρη αλλά διαόλου κάλτσα. Χώρος, το σκάμμα στην πάνω μεριά στα Ψηλαλώνια, όπου κάθε απόγευμα μαζευόταν η μαρίδα για να παίξει γιαλένια (κοινώς, βόλους).

Ο Δημητράκης συγκέντρωνε τον θαυμασμό αλλά και τον φθόνο μας. Στην πάνινη σακκούλα, που κουβάλαγε πάντα μαζί του, υπήρχαν όλα τα αντικείμενα του πόθου μας σε άφθονες ποσότητες: μικρά γιαλένια όλων των δυνατών χρωματικών συνδυασμών, μεγαλύτερες "μπάλλες" (κοινώς, "μπρομπόνες"), αδιάφανοι αλλά πολύχρωμοι και πανάκριβοι "αστακοί" κλπ. Τί κι αν ο Δημητράκης συνήθως έχανε; Του αρκούσε η χαρά που έπαιρνε επειδή τον παίζαμε, άσχετα αν εμείς τον παίζαμε επειδή συνήθως έχανε. Άλλωστε, το πλούσιο χαρτζηλίκι του του επέτρεπε να διατηρεί την πάνινη σακκούλα του μονίμως γεμάτη.

Ο Κώστας είχε βρει το κόλπο. Πλησίαζε τον Δημητράκη όλο χαμόγελα. "Παίζουμε γιαλένια;" ρωτούσε με εντυπωσιακά φιλικό ύφος. "Παίζουμε!", απαντούσε περιχαρής ο Δημητράκης. "Ναι, αλλά επειδή εγώ δεν έχω πάρει κοντά τα δικά μου, δώσε μου από τα δικά σου κι αν κερδίσω θα σου τα επιστρέψω", πρότεινε ο Κώστας. Ο Δημητράκης άνοιγε αμέσως την σακκούλα, ο Κώστας διάλεγε τα καλύτερα γιαλένια κι άρχιζαν το παιχνίδι. Αν κέρδιζε ο Κώστας, επέστρεφε τα "δανεικά" και κρατούσε τα υπόλοιπα. Αν έχανε, έδινε συγχαρητήρια στον αντίπαλό του κι έφευγε. Τί είχε; Τί έχασε;


Ζητώ συγγνώμη από τους φίλους αναγνώστες, μιας και τους ανάγκασα να μοιραστούν τις αναμνήσεις μου, που γύρισαν 40-45 χρόνια πίσω για να θυμηθούν δυο συμμαθητές μου στο δημοτικό. Όμως, δεν μπόρεσα να αποφύγω αυτόν τον συνειρμό καθώς διάβαζα κάτι για τις Συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα, τις περιώνυμες ΣΔΙΤ. Τί σημαίνει ΣΔΙΤ; Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Ας πούμε πως θέλει η κυβέρνηση να φτιάξει έναν δρόμο, ο οποίος θα συνδέει τα Σέκλανα με το Πορδότσιτσι. Τί θα έκανε μια ευνομούμενη αλλά "παλαιολιθική" κυβέρνηση; Απλώς...θα τον έφτιαχνε. Όταν, όμως, είσαι κυβέρνηση μιας σύγχρονης χώρας, ενταγμένης σε οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επιτρέπεται να ενεργείς με παλαιολιθικά δεδομένα. Τί κάνεις; Προκηρύσσεις το έργο και καλείς τους ιδιώτες να υποβάλλουν προσφορές. Έλα, όμως, που κανένας ιδιώτης δεν έχει -ή δεν θέλει να διαθέσει- τα απαιτούμενα φράγκα για να γίνει το έργο! Τί κάνεις τότε; Του δίνεις το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί το έργο που ΘΑ γίνει, βάζοντας διόδια. Πάει καλά ως εδώ;

Ο ιδιώτης, όμως, έχει ακόμη κάποιες αναστολές. Βλέπεις, ένα έργο συνεπάγεται υποχρεώσεις, δάνεια, υπογραφές, σφραγίδες, έξοδα... Ναι, αλλά εσύ, ως κυβέρνηση, θες να γίνει. Δέχεσαι, λοιπόν, να κάνετε μια σύμπραξη για να τον ξαλαφρώσεις. Για παράδειγμα: δέχεσαι να πληρώσεις τις απαιτούμενες απαλλοτριώσεις των χωραφιών απ' όπου θα περάσει ο δρόμος, εντάσσεις και το έργο σε κάποιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα (π.χ. ΕΣΠΑ), χορηγείς και κάποιες φοροαπαλλαγές, εκχωρείς και το δικαίωμα εκμετάλλευσης των διοδίων για 30 χρόνια, εγγυάσαι και κάποια δάνεια που θα πάρει ο ιδιώτης, δίνεις και μια προφορική εντολή στις υπηρεσίες σου (π.χ. επιθεώρηση εργασίας) να μη του παρασκοτίζουν τ' αρχίδια, του υπόσχεσαι κι ένα δικαίωμα προτίμησης σε κάποιον άλλο δρόμο που θα φτιάξεις αργότερα, αναλαμβάνεις και την υποχρέωση να βάλεις κι εσύ ένα μέρος των απαιτουμένων κεφαλαίων (π.χ. το 40%) κλπ. Κάπως έτσι, λοιπόν, παίρνει ο ιδιώτης το έργο, έχοντας εξασφαλισμένη την κερδοφορία του. Και, κυρίως, το παίρνει δίχως να χρειαστεί να  βάλει δεκάρα από την τσέπη του ή, το πολύ-πολύ, βάζοντας κάτι πενταροδεκάρες (π.χ. το 5%-7% του συνολικού προϋπολογισμού, το οποίο μηδενίζεται στην πράξη χάρη σε μερικές υπερτιμολογήσεις).

Πείτε μου, λοιπόν, πώς να μην έρθουν στο μυαλό μου οι δυο τοτινοί συμμαθητές μου; Πώς να μη δω το μεν ελληνικό δημόσιο στο πρόσωπο του ψιλοχαζούλη Δημητράκη τον δε ιδιώτη στο πρόσωπο του τετραπέρατου απατεωνίσκου Κώστα; Πάλι καλά να λέτε που δεν θυμήθηκα τους ιθαγενείς, οι οποίοι αντάλλασσαν το χρυσάφι τους με κάτι καθρεφτάκια και κάτι χρωματιστές χάντρες...

Μόνο που στην περίπτωσή μας, ο Δημητράκης δεν έχει χαρτζηλίκι για να αναπληρώσει τα χαμένα γιαλένια. Ζητάει από εμάς να του δώσουμε λεφτά. Από κείνα που δεν έχουμε.

1 σχόλιο:

spiral architect είπε...

Πριμοδοτούν τους ξένους για μπίζνες

Εμεις τις λέγαμε γκαζές (τις μεγάλες γυάλινες) γκαζάκια και τις μεγάλες μεταλλικές γαλατάδες.

Οσο για τους καπάτσους τύπου Κώστα, όταν μαθευόταν η πρακτική τους έτρωγαν πόρτα απ' την παρέα, ίσως γιατί σαν παιδιά των δυτικών συνοικιών είχαμε περισσότερο συνειδητοποιήσει την ταξική μας θέση και τους πονηρούς που γούσταραν να παίξουν μπάλα στη πλάτη μας.

Ενας τέτοιος πονηρός, που στη χάση και στη φέξη ερχόταν στην παιδική μας παρέα, τώρα βλέπει τα ραπανάκια ανάποδα με μπόλικη δωρεάν θέα, σκοτωμένος από ένα Βούλγαρο σε κάποιο προάστιο της Σοφίας, αφού είχε μεταφέρει την επιχείρηση κατασκευής παιδικών ρούχων από τη Νέα Ιωνία στη Σόφια, με Βουλγάρες γαζώτριες και κοπτοραπτούδες, που όμως είχαν την κακή συνήθεια να ζητούν μισθό. Ο πονηρός δεν πλήρωνε και έτσι ανέλαβε ένα ντόπιο καλόπαιδο να (τον) καθαρίσει.
Οταν μαθεύτηκε στην καφετέρια ο θάνατός του, κουνήσαμε συγκαταβατικά το κεφάλι ενθυμούμενοι την παιδική του συμπεριφορά.