To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

11 Αυγούστου 2012

"Ο άνθρωπος από το Πεκίνο"


[Ζιμπάμπουε, 2006. Πολυπληθής ομάδα κινέζων επιχειρηματιών, συνοδευόμενη από κομματικούς γραφειοκράτες, επισκέπτεται χώρες τής νότιας και της νοτιοανατολικής Αφρικής, αναζητώντας επενδυτικές ευκαιρίες και κερδοφόρες συμβάσεις με τις τοπικές κυβερνήσεις.]


Η Χονγκ Τσόου πρόσεξε ξαφνικά μια γυναίκα που είχε γονατίσει. Είχε ένα παιδί σε σάκο στην πλάτη της και στο κεφάλι της φορούσε ένα δακτύλιο από διπλωμένα πανιά για την στήριξη φορτίων. Δυο άντρες δίπλα της σήκωσαν μαζί ένα βαρύ σακί γεμάτο τσιμέντο και το ισορρόπησαν πάνω στο κεφάλι της. Μετά την βοήθησαν να σηκωθεί. Η Χονγκ Τσόου την είδε να απομακρύνεται τρεκλίζοντας. Χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώθηκε, διέσχισε το διάδρομο του λεωφορείου και μίλησε στη διερμηνέα.

"Έλα μαζί μου, σε παρακαλώ".

Η διερμηνέας, μια νέα γυναίκα, πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Χονγκ Τσόου δεν την άφησε να μιλήσει. Ο οδηγός είχε ανοίξει την μπροστινή πόρτα για να μπει αέρας στο λεωφορείο, γιατί ο κλιματισμός δεν λειτουργούσε. Η Χονγκ Τσόου έσυρε τη διερμηνέα στην απέναντι πλευρά του δρόμου, όπου οι δυο άντρες είχαν καθίσει στη σκιά και μοιράζονταν ένα τσιγάρο. Η γυναίκα με το σακί του τσιμέντου στο κεφάλι είχε ήδη εξαφανιστεί μέσα στη θολή ατμόσφαιρα.

"Μάθε πόσο ζυγίζει ο σάκος που έβαλαν στο κεφάλι της γυναίκας".

"Γύρω στα πενήντα κιλά", της είπε η διερμηνέας, αφού ρώτησε τους άντρες.

"Μα αυτό είναι πολύ μεγάλο φορτίο. Θα καταστρέψει τη μέση της πριν φτάσει στα τριάντα".

Οι άντρες απλώς γέλασαν.

"Είμαστε περήφανοι για τις γυναίκες μας. Είναι πολύ δυνατές".

Η Χονγκ Τσόου είδε στα μάτια τους ότι δεν καταλάβαιναν ποιο ήταν το πρόβλημα. Οι γυναίκες εδώ υποφέρουν από τα ίδια δεινά που υπέμεναν οι κινέζοι εργάτες, σκέφτηκε. Οι γυναίκες πάντα κουβαλούσαν βαριά φορτία πάνω στο κεφάλι τους, αλλά ακόμα χειρότερα είναι τα φορτία που κουβαλούν μέσα στο κεφάλι τους.

---------------------

Ο Για Ρου την κοίταξε σκεφτικός....

"Πρέπει να μιλήσουμε. Ήρεμα και ειρηνικά. Εδώ συμβαίνουν επαναστατικά πράγματα. Έχουμε περικυκλώσει την Αφρική με μια μεγάλη αλλά φιλική αρμάδα. Τώρα συμμετέχουμε στην απόβαση".

"Σήμερα είδα δυο άντρες να σηκώνουν ένα σακί τσιμέντο πενήντα κιλών και να το βάζουν πάνω στο κεφάλι μιας γυναίκας. Η ερώτηση που σου κάνω είναι απλή: Γιατί ήρθαμε εδώ με την αρμάδα; Θέλουμε να βοηθήσουμε αυτή τη γυναίκα να ελαφρύνει το φορτίο της ή θέλουμε να γίνουμε σαν αυτούς που σηκώνουν τα σακιά και της τα φορτώνουν στο κεφάλι;"


[Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χέννινγκ Μάνκελ "Ο άνθρωπος από το Πεκίνο" (εκδόσεις "Ψυχογιός", σελ. 549, 14,40 ευρώ). Τηρείται σχολαστικά η ορθογραφία και η στίξη τού βιβλίου.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: