To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

29 Ιουλίου 2012

"Αν με ξαναδείτε γράφτε μου"

Οι Χινετέρας (Jineteras) της Αβάνας δεν είναι σαν τις πόρνες που ξέρουμε, με την έννοια ότι δεν αναζητούν 5-10 πελάτες ημερησίως για να βγάλουν μεροκάματο. Οι Χινετέρας έχουν το δικό τους σύστημα. Σκοπός τους είναι να "ψαρέψουν" κάποιον πλούσιο τουρίστα, ο οποίος θα τις συντηρήσει για 10-15 μέρες και στο τέλος θα τους αφήσει και μερικά ακριβά δώρα. Όνειρό τους είναι κάποιος απ' αυτούς τους πλούσιους τουρίστες να τις ερωτευτεί και να τις παντρευτεί, βγάζοντάς τις για πάντα από την φτώχεια.

Η Αλίσια δεν είναι μια Χινετέρα σαν τις άλλες. Δουλεύει με δικό της σύστημα. Έχοντας καταλάβει ότι διαθέτει ονειρεμένα πόδια και τορνευτά οπίσθια, επενδύει σ' αυτά. Φοράει ένα σορτσάκι δικής της κατασκευής (ξηλωμένο στα πλάγια) και τριγυρίζει στους δρόμους τής πόλης καβάλα στο ποδήλατό της. Σκοπός της είναι να διακρίνει ποιο από τα λιγωμένα βλέμματα που καρφώνονται στα καπούλια της ανήκει σε πραγματικά πλούσιο τουρίστα. Κι η Αλίσια είναι καλή στο να διαλέγει σωστά. Όταν εντοπίζει το "θύμα" της, το ποδηλατό της παθαίνει "βλάβη". Φυσικά, ο λιγωμένος "τζέντλεμαν" σπεύδει να βοηθήσει αλλά το ποδήλατο δεν επισκευάζεται, οπότε προθυμοποιείται να την πάει στο σπίτι της με το αμάξι του. Τα υπόλοιπα είναι εύκολα για την Αλίσια, η οποία έχει και την βοήθεια της μητέρας της.

Με τα πολλά, η Αλίσια κάνει την τύχη της. Γνωρίζει τον Χουανίτο, έναν πολυεκατομμυριούχο αμερικανό, ο οποίος την ερωτεύεται και ξετρελλαίνεται μαζί της ενώ και η ίδια η Αλίσια δέχεται τα βέλη τού έρωτα ίσια στην καρδιά της. Μόνο που ο Χουανίτο δεν είναι αυτό που λέει κι αυτό που δείχνει. Και η περιπέτεια αρχίζει...

Κάπως έτσι ξεκινάει η ιστορία τής Αλίσιας, την οποία διηγείται ο ουρουγουανός συγγραφέας Ντανιέλ Τσαβαρρία στο βιβλίο του με τίτλο "Αν με ξαναδείτε γράφτε μου", το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά στην σειρά Nigra των εκδόσεων "Όπερα".

Ο Τσαβαρρία (γεν. 1933) είχε πλέον κλείσει τα πενήντα του όταν άρχισε να γράφει. Μέχρι τότε δεν είχε χρόνο για γράψιμο. Στα είκοσί του μπάρκαρε ως ναυτεργάτης και κατόπιν βρέθηκε να δουλεύει ως λιμενεργάτης στο Αμβούργο, ως ναύτης σε ελληνικό πλοίο αλλά και να κάνει δουλειές τού ποδαριού στην Ιταλία. Όταν κουράστηκε, επέστρεψε στον τόπο του για να ολοκληρώσει τις σπουδές του ως φιλόλογος, ενώ δούλευε ως ηθοποιός. Νοιώθοντας να ασφυκτιά στην πατρίδα του, ο μαρξιστής Τσαβαρρία φεύγει για την Βραζιλία, όπου μένει ώσπου το πραξικόπημα του 1964 ανατρέπει τον εκλεγμένο πρόεδρο Ζοάο Γκουλάρτ και εγκαθιστά στρατιωτική δικτατορία. Τότε αποσύρεται στα βάθη τού Αμαζονίου όπου επιβιώνει βοηθώντας τούς χρυσοθήρες, ενώ παράλληλα επιδίδεται σε λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών. Εκεί έρχεται σε επαφή με το Ejercito de Liberacion Nacional (ELN), το κίνημα των ανταρτών τού Φιντέλ Κάστρο. Αυτή η επαφή βάζει την ζωή του σε κίνδυνο και ο Τσαβαρρία, για να γλιτώσει, γίνεται αεροπειρατής. Έτσι, ως αεροπειρατής, φτάνει το 1969 στην Κούβα, όπου ζει μέχρι σήμερα διδάσκοντας κλασσική φιλολογία, λατινικά και αρχαία ελληνικά.

Η πολυτάραχη ζωή τού συγγραφέα αποτελεί εγγύηση ότι το "Αν με ξαναδείτε γράφτε μου" δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Και όντως είναι. Η ιστορία αρχίζει ως πίνακας της σύγχρονης Αβάνας, εξελίσσεται ως ηθογραφία και κορυφώνεται ως αστυνομική περιπέτεια, πριν καταλήξει στο απρόσμενο φινάλε της, το οποίο φέρνει ένα αθέλητο χαμόγελο στα χείλη τού αναγνώστη. Κι όλα αυτά με έναν αδιάκοπα έντονο ρυθμό ο οποίος μένει αμείωτος και στις 150 σελίδες τού βιβλίου.

Προσωπικά, το "Αν με ξαναδείτε γράφτε μου" με υποχρέωσε να αναζητήσω περισσότερο Τσαβαρρία στο βιβλιοπωλείο. Συνεπώς, δεν μπορώ παρά να το συστήσω ως εξαιρετική επιλογή για το καλοκαίρι. Όσο για την τιμή του...χαμογελάστε: αν πάτε σε καλό βιβλιοπωλείο, θα πάρετε και ρέστα από ένα δεκάρικο!

1 σχόλιο:

salot sor είπε...

τρομερη φυσιογνωμια ο τυπος. εχει δωσει συνεντευξη στη ΝΕΤ αξιζει καποιος να τη αναζητησει στο δικτυο και να τη δει