To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

24 Ιουνίου 2012

"Γκεστάπο"

Ο Σβεν Χάσσελ αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε το 1917 στην Δανία, αλλά στα είκοσί του χρόνια η φτώχεια τον υποχρέωσε να μεταναστεύσει στην Γερμανία. Εκεί τον βρήκε ο πόλεμος και αναγκάστηκε να καταταγεί στον γερμανικό στρατό. Ως οδηγός Πάντσερ πολέμησε σε όλα τα μέτωπα, εκτός από την Βόρεια Αφρική, κερδίζοντας τα παράσημα 1ης και 2ης τάξης τού Σιδηρού Σταυρού. Το 1945 βρέθηκε να υπερασπίζεται το Βερολίνο, ώσπου αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Κόκκινο Στρατό και να περάσει αρκετά χρόνια ως κρατούμενος σε σοβιετικά στρατόπεδα.

Όταν απελευθερώθηκε το 1949, επιχείρησε να καταταγεί στην "λεγεώνα των ξένων", μιας και το μόνο που είχε μάθει να κάνει στην ζωή του ήταν να πολεμάει. Ευτυχώς, άκουσε την σύζυγό του, η οποία τον παρότρυνε να επιδοθεί στην καταγραφή των πολεμικών του εμπειριών. Έτσι, ο Χάσσελ μάς έχει δώσει μέχρι σήμερα 14 μυθιστορήματα με θεματογραφία παρμένη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα από αυτά, με τίτλο "Γκεστάπο", θα παρουσιάσουμε σήμερα.

Η ιστορία είναι απλή: ο συγγραφέας παρακολουθεί τις περιπέτειες μιας παρέας στρατιωτών τής Βέρμαχτ. Μιας παρέας που περιλαμβάνει κάθε καρυδιάς καρύδι: λαθρέμπορους, χαρτοκλέφτες, φονιάδες κλπ. Όλοι αυτοί συνιστούν μια "επίλεκτη" ομάδα, η οποία στέλνεται σε δύσκολες αποστολές στο ρωσσικό μέτωπο, υπό τις διαταγές ενός υπολοχαγού, ο οποίος βρίσκεται επίσης σε δυσμένεια. Εκεί, η ομάδα των απόκληρων πολεμάει και δολοφονεί, προσπαθώντας να επιβιώσει. Αφού, τελικά, γλιτώνουν τον θάνατο και την τρέλλα, στέλνονται στο Αμβούργο. Εκεί μπλέκουν στα γρανάζια τής Γκεστάπο, η οποία συλλαμβάνει τον υπολοχαγό τους με την δικαιολογία ότι είχε κάνει κάποιο απρεπές σχόλιο για τον Χίτλερ...

Ο Χάσσελ δεν ενδιαφέρεται ούτε να στιγματίσει ούτε να δικαιώσει τους γερμανούς στρατιώτες. Η γραφή του είναι αποστασιοποιημένη, αν και συχνά γίνεται σαφές στον αναγνώστη ότι στην αφήγηση παρεισφρύουν προσωπικά βιώματα. Η ουδετερότητά του και η άνεση με την οποία αφήνει την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος στον αναγνώστη είναι τέτοιες ώστε το βιβλίο θα μπορούσε να είχε γραφτεί από κάποιον άγγλο ή αμερικανό συγγραφέα.

Για την Γκεστάπο έχουμε διαβάσει πολλά κι έχουν γραφτεί περισσότερα. Όμως, το "Γκεστάπο" τού Χάσσελ είναι αλλοιώτικο. Δεν πρόκειται για πραγματεία ή για μελέτη. Πρόκειται για μια ματιά από μέσα. Ο λόγος δεν δίνεται στον ιστορικό ερευνητή αλλά στον στρατιώτη, ο οποίος έζησε στο πετσί του την γκεσταπίτικη θηριωδία. Εδώ μιλάει ο μπαρουτοκαπνισμένος υπολοχαγός, ο οποίος οδηγείται στην λαιμητόμο επειδή τόλμησε να κάνει κάποιο αρνητικό σχόλιο. Εδώ μιλάει ο στρατηγός, ο οποίος βασανίζεται μέχρι θανάτου επειδή αρνείται να υπογράψει ένα χαρτί που λέει ότι δεν βασανίστηκε. Εδώ μιλάει η απλή γριούλα, η οποία πιστεύει ότι το αυτοκίνητο στο οποίο επιβιβάζεται θα την οδηγήσει στο σπίτι της, ενώ εκείνο την οδηγεί στον χώρο εκτέλεσής της...

Συμπερασματικά, το "Γκεστάπο" είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ίσως όχι με ιδιαίτερη αγαλλίαση (ο θάνατος δεν είναι θέμα για τέτοια συναισθήματα) αλλά με τεράστιο ενδιαφέρον. Η αγωνία για την εξέλιξη τής ιστορίας και τα αλλεπάλληλα "χαστούκια", δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει το βάρος των 477 σελίδων του. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Κάκτος" και αξίζει μέχρι και την τελευταία δεκάρα των 17 ευρώ (μείον 10% στα καλά βιβλιοπωλεία) που θα σας ζητήσει ο βιβλιοπώλης σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: