To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

1 Μαΐου 2012

"Μέρα Μαγιού μου μίσεψες..."

Πρωτομαγιά! Μέρα γιορτής, μνήμης κι αγώνα για όλο τον λαό. Μέρα που πρέπει να μας πεισμώνει και να χαλυβδώνει την θέλησή μας για εντονώτερο αγώνα. Όπως πάντοτε τέτοιες μέρες, το ιστολόγιο περιορίζεται σε ένα μικρό αντίδωρο που θα μας στηρίζει σε τούτο τον αγώνα. Και σήμερα, Πρωτομαγιά, σκέφτηκα να πάρουμε το αντίδωρό μας από το χέρι τού μεγάλου Γιάννη Ρίτσου:


Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

στο λιακωτό και κοίταζες και, δίχως να χορταίνεις,
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια
 

και μού λεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.




(Γιάννης Ρίτσος, "Επιτάφιος", ραψωδία VI - πρώτη δημοσίευση: 1936)

Δεν υπάρχουν σχόλια: