To Cogito ergo sum συλλογάται λέφτερα και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Πνευματικά δικαιώματα δεν υπάρχουν. Οι ιδέες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Άρα, η αντιγραφή επιτρέπεται.

Η γλώσσα κόκκαλα τσακίζει

(...) ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα κι ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό κι ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η δικαιοσύνη και ο νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί το σύννεφο που περνάει, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά αν γίνεται μέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και τελικά, για να ολοκληρωθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, ας ιδιωτικοποιηθούν και τα κράτη, παραδίδοντας για κάποιο χρονικό διάστημα την εκμετάλλευσή τους σε ιδιωτικές εταιρείες, που θα λειτουργούν σε καθεστώς διεθνούς ανταγωνισμού. Εκεί βρίσκεται η σωτηρία τού κόσμου...

Και τώρα, ας ιδιωτικοποιηθεί επίσης και η πουτάνα που τους γέννησε όλους.


[Ζοζέ Σαραμάγκου, "Τετράδια του Λαντσαρότε - Ημερολόγιο ΙΙΙ, 1993-1995" - Μετάφραση από τα πορτογαλικά: Cogito ergo sum]

4 Μαρτίου 2012

"Στο έλεος του κυκλώνα"


Στα 40 του χρόνια ο Λοράν Γκοντέ είναι ήδη ένας καταξιωμένος συγγραφέας, ο οποίος το 2004 κέρδισε το βραβείο Γκονκούρ για το βιβλίο του "Κάτω από τον ήλιο τού νότου", το 2009 το βραβείο Γκάελ για το "Η πύλη τής κόλασης" και το 2010 το βραβείο Εουρέτζιο για το "Ελντοράντο". Όμως, σήμερα διαλέγω για την γνωριμία μας με αυτόν τον σημαντικό σύγχρονο γάλλο λογοτέχνη το μυθιστόρημά του "Στο έλεος του κυκλώνα".

Νέα Ορλεάνη, 2005. "Εγώ, η Ζοζεφίν Λινκ. Στίλσον, νέγρα εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια, σήμερα το πρωί, την ώρα που οι άλλοι κοιμούνταν ακόμη, άνοιξα το παράθυρο, οσφράνθηκα τον αέρα και είπα: «Μυρίζει σκύλα». Ενας Θεός ξέρει πόσες και πόσες τέτοιες έχω ζήσει, άλλες μικρές, άλλες βιτσιόζες, αλλά τούτη εδώ που έρχεται, είπα, ξεπερνά όλες τις άλλες, είναι μια παλιοβρόμα και οι βάλτοι σε λίγο θα αρχίσουν να παφλάζουν, όπως οι λακκούβες του νερού όταν ζυγώνει το τρένο"...

Η γριά νέγρα μυρίζει στον αέρα τον τυφώνα που πλησιάζει και που σε λίγη ώρα θα καταστρέψει την πόλη όπου έζησε. Παραδίπλα, η Ρόουζ, μια άλλη νέγρα, μεγαλώνει το παιδί που της άφησε εκείνος που την παράτησε. Πιο 'κει, ο Κιάνου, που παράτησε την δουλειά του σε μια εξέδρα άντλησης πετρελαίου στα ανοιχτά του Κόλπου του Μεξικού και τώρα αναζητά απεγνωσμένα την αγαπημένη του, την οποία εγκατέλειψε πριν πολλά χρόνια. Παραπέρα, ένα τσούρμο κακοποιοί εκμεταλλεύονται την καταστροφή για να δραπετεύσουν και τώρα αντιμετωπίζουν την μοίρα τους...

Ο Γκοντέ σκύβει με συγκίνηση και αγάπη πάνω στην κατεστραμμένη πόλη και τους ανθρώπους της, στήνοντας μια βαθειά ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δίχως συγκεκριμένο πρωταγωνιστή. Επιλέγει συμβολικά κάποια πρόσωπα και χαρίζει στο καθένα από μια παράγραφο. Με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο, χτίζει αριστουργηματικά ένα μυθιστόρημα, το οποίο θυμίζει έντονα φιλμ νουάρ. Οι επί μέρους ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα, χωμένες η μια μέσα στην άλλη, με κοινό παρονομαστή την καταστροφή, η οποία λειτουργεί αφ' ενός μεν ως συνδετικός τους κρίκος αφ' ετέρου δε ως μοχλός που τις σπρώχνει -κάθε μια χώρια αλλά και όλες μαζί- προς την κορύφωση.

"Θέλω να με δουν όλοι. Είμαι η τελευταία που φεύγει. Το κάνω ενάντια στη θέλησή μου. Εδώ είναι η γη μου, που δεν την έχω αποχωριστεί ποτέ. Η γη των προγόνων μου, το μέρος όπου τους ταπείνωσαν. Η γη όπου ξέκαναν την αγάπη μου... Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα βατράχια με καταλαβαίνουν. Οι πυγολαμπίδες με τριγυρίζουν. Μιλάω στους υάκινθους των νερών. Ντροπή σ' αυτήν τη χώρα, που την κουβαλάω στην πλάτη μου και που μας εγκατέλειψε. Ντροπή σ' αυτή την κουρελιασμένη χώρα, που συνεχίζει να φτύνει τους νέγρους της. Είμαι εδώ εγώ, η Ζοζεφίν Λινκ. Στίλσον, κι απόψε είμαι εγώ η Αμερική...Ανεβαίνω στο λεωφορείο με την Αμερική τυλιγμένη γύρω μου, πάνω στους ώμους μου, μέσα στα μαλλιά μου, και το βλέμμα μου είναι αδυσώπητο. Κανείς δεν τολμάει να με βοηθήσει καθώς ανεβαίνω, γιατί είμαι αγέρωχη. Μια νέγρα πριγκήπισσα με λευκά μαλλιά, που αφήνει την χώρα της χωρίς να λυγίσει, γιατί ξέρει ότι την παίρνει μαζί της. Και η Λουιζιάνα ανεβαίνει μαζί μου στο λεωφορείο, οι βάλτοι, οι υάκινθοι και το ζαλιστικό τους άρωμα, το πτώμα τού Μάρλεϊ, που ποτέ δεν βρέθηκε, τα προσβλητικά βλέμματα μέσα στο λεωφορείο, η μέθη της νίκης ύστερα από χρόνια αγώνα, ακόμα κι ο άνεμος, όλα ανεβαίνουν μαζί μου, δεν αφήνω τίποτα πίσω μου. Είμαι η Λουιζιάνα, τα νερά και ο κυκλώνας και οι άνθρωποι, άναυδοι, με αφήνουν να περάσω..."

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε ότι η "Λε Φιγκαρό" χαρακτήρισε το "Στο έλεος του κυκλώνα" ως "ουμανιστικό δράμα, με μια σπάνια δύναμη, όπου αντηχεί ταυτόχρονα ο θρήνος της γης και των ανθρώπων". Προσυπογράφω δίχως δισταγμό.

Συμπερασματικά, το "Στο έλεος του κυκλώνα" είναι ένα διαμαντάκι με αριστοτεχνικά σμιλεμένες έδρες. Κι επειδή ο Γκοντέ είναι πραγματικά σημαντικός λογοτέχνης, δεν χρειάζεται πάνω από 200 σελίδες για να το ολοκληρώσει. Κυκλοφορεί από το "Μεταίχμιο" και η αναγνωστική ηδονή που προσφέρει, αξίζει πολύ περισσότερο από τα 12 ευρώ που θα δώσετε στον βιβλιοπώλη σας για να το αποκτήσετε.


ΥΓ: Έλεγα να μη γκρινιάξω αλλά δεν κρατιέμαι. Αλήθεια, εκεί στο "Μεταίχμιο" δεν υπάρχει κανένας που να γνωρίζει την διαφορά ανάμεσα σε κυκλώνα και τυφώνα; Κανένας εκεί μέσα δεν άκουσε ποτέ να γίνεται λόγος για τον τυφώνα Κατρίνα; Κανένας δεν βρέθηκε να γνωρίζει μια σταλιά γαλλικούλια ώστε να μεταφράσει τον πρωτότυπο τίτλο "Ouragan" (αγγλιστί: "Hurricane") ως "Τυφώνας"; Μόνο εκείνος που πρόσθεσε "έλεος" στον μονολεκτικό τίτλο τού Γκοντέ βρέθηκε; Ήμαρτον, ρε γαμώτο! Σεβασμός μηδέν στον συγγραφέα, σεβασμός μηδέν στον αναγνώστη...

Δεν υπάρχουν σχόλια: